Σε μια συνέντευξή του με τον Matthew McConaughey, στο Πανεπιστήμιο του Τέξας, ο Timothée Chalamet, μιλώντας για τις προσπάθειες διατήρησης της τέχνης του κινηματογράφου έκανε ένα σχόλιο για την όπερα που θεωρήθηκε τουλάχιστον αποτυχημένο: «Δεν θα ήθελα να δουλεύω στο μπαλέτο ή την όπερα ή κάτι τέτοιο όπου όλοι λένε “ας προσπαθήσουμε να το κρατήσουμε ζωντανό αυτό το πράγμα, παρόλο που δεν νοιάζει κανέναν πια».
Μάλιστα, έσπευσε να προσθέσει, χειροτερεύοντας τα αρχικά λεγόμενά του «με όλο τον σεβασμό στους ανθρώπους του μπαλέτου και της όπερας» και ότι «αυτό μου κόστισε περίπου 14 σεντ σε εισιτήρια», υπογραμμίζοντας πόσο κανείς δεν πρόκειται να νοιαστεί. Έλα όμως που νοιάζονται. Οι αντιδράσεις από τους ανθρώπους της τέχνης ήταν καταιγιστικές. Ανάμεσα στους πρώτους που τοποθετήθηκαν είναι η Ελληνοκαναδή σοπράνο Σούλα Παρασίδη, καλλιτεχνική διευθύντρια του οργανισμού Living Opera Music. Ο λόγος που αποφάσισε να το σχολιάσει είναι γιατί παρατήρησε τραγουδιστές της όπερας από όλο τον κόσμο να δίνουν ξαφνικά προσοχή στον υποψήφιο για Όσκαρ ηθοποιό που είπε ότι η όπερα και το μπαλέτο δεν ενδιαφέρουν πλέον τον κόσμο.
«Εδώ και τετρακόσια χρόνια, ο κόσμος ανακοινώνει τον θάνατο της όπερας. […] Σε όλη την Ευρώπη, πολλοί οργανισμοί που παραδοσιακά στηρίζουν την κλασική μουσική και την όπερα υφίστανται σοβαρές οικονομικές πιέσεις». Ακόμα και η Βιέννη, που ανέκαθεν θεωρείται «πολιτιστική πρωτεύουσα της κλασικής μουσικής», συμπληρώνει η καλλιτέχνιδα, ανακοίνωσε πρόσφατα μια σειρά από μέτρα λιτότητας για τους πολιτιστικούς οργανισμούς της. Ενώ μουσεία συνθετών όπως οι Franz Schubert, Joseph Haydn και Johann Strauss «έκλεισαν προσωρινά στο πλαίσιο της μείωσης του προϋπολογισμού». Παρόμοια κατεύθυνση ακολουθεί και η Γαλλία, προσθέτει η υψίφωνος. Ο εθνικός προϋπολογισμός του 2025 προβλέπει μειώσεις της τάξεως των 150 εκατομμυρίων δολαρίων στις δαπάνες για τον πολιτισμό, «στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας συγκράτησης των δημόσιων ελλειμμάτων».

Φυσικά τίποτα από τα παραπάνω, διευκρινίζει, δεν σημαίνει ότι η όπερα εξαφανίζεται αλλά καταδεικνύει ότι το παραδοσιακό ευρωπαϊκό μοντέλο, που έχει βασιστεί στην κρατική υποστήριξη της τέχνης, βρίσκεται κάτω από πίεση.
Στο μεταξύ συμβαίνει κάτι διαφορετικό στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, όπου οι όπερες εδώ και χρόνια βασίζονται λιγότερο στην κρατική υποστήριξη «και περισσότερο στη στήριξη του ιδιωτικού τομέα, τους δωρητές και τις συνεργασίες με τοπικές κοινότητες. Αυτό το σύστημα έχει τις δικές του αδυναμίες, έχει όμως οδηγήσει σε έναν συγκεκριμένο αριθμό πειραματισμών και, σε κάποιες περιπτώσεις, στην ουσιαστική εξέλιξη. Ένα χρήσιμο παράδειγμα είναι η Boston Lyric Opera: Καθώς πλησιάζει η 50η επέτειός της, διευρύνει τον προγραμματισμό της». Ανοίγει νέους χώρους στην έδρα της, τη Βοστόνη, και εξασφαλίζει μια θέση ανάμεσα στις όπερες από όλο τον κόσμο των οποίων το budget υπερβαίνει τα 15 εκατομμύρια δολάρια. Τις τελευταίες σεζόν μετρά «πάνω από 22.000 θεατές, το ποσοστό των οποίων στις ηλικίες 18-34 έχει τριπλασιαστεί από το 2019».
Οι παραπάνω αριθμοί δεν αποκαλύπτουν μια βιομηχανία σε απογείωση, φυσικά, όπως παραδέχεται η Σούλα Παρασίδη. Επιβεβαιώνουν όμως ότι αναφορές για παρακμή της όπερας είναι συχνά υπερβολικές.
Η ίδια παρατηρεί, στο μεταξύ, ένα ακόμα micro-trend, τουλάχιστον από τη δική της οπτική, αφού όπως τονίζει, «δεν είμαι αναλύτρια δεδομένων». Πρώτον, στοιχεία της Opera America δείχνουν ότι πάνω από τους μισούς θεατές που παρακολουθούν μια όπερα για πρώτη φορά είναι κάτω των 45 ετών. Δεύτερον, τα analytics του Instagram τής λένε ότι «το 72% του δικού μου κοινού επίσης ανήκει σε αυτή την ηλικιακή κατηγορία (ενημερωτικά, δεν ακολουθώ τον Chalamet ούτε την Jenner)».
Στοιχεία της Opera America δείχνουν ότι πάνω από τους μισούς θεατές που παρακολουθούν όπερα για πρώτη φορά είναι κάτω των 45 ετών.
Ένα ακόμα θέμα που θίχτηκε στη συζήτηση των Chalamet – McConaughey ήταν η σημαντική ανησυχία για τον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης και το αν θα αντικαταστήσει, τελικά, τους ηθοποιούς. «Δόθηκαν συμβουλές ώστε να κατοχυρώσουν τη φωνή τους και την εξωτερική εμφάνισή τους προκειμένου να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς την άδειά τους.
Στην όπερα, σπανίως έχουμε τέτοιες ανησυχίες. Δύσκολα μπορεί κάποιος να φανταστεί έναν τραγουδιστή τεχνητής νοημοσύνης να ερμηνεύει Verdi ή έναν χορευτή ΑΙ να χορεύει τη “Λίμνη των Κύκνων“. Η όπερα και το μπαλέτο είναι θεμελιωμένα στη φυσική παρουσία, την αναπνοή, το ρίσκο και τη σωματική αντοχή. Οι αξίες τους απορρέουν ακριβώς από το γεγονός πως το κοινό παρακολουθεί κάτι να ξεδιπλώνεται σε πραγματικό χρόνο, χωρίς δίχτυ ασφαλείας και χωρίς κουμπί για “edit”. Όσο μάλιστα εξελίσσεται η τεχνολογία, τόσο πιο ξεκάθαρος γίνεται αυτός ο διαχωρισμός. Η τεχνητή νοημοσύνη αυξάνει ραγδαία την προσφορά πολιτισμικού περιεχομένου που μπορεί να αναπαραχθεί με σχεδόν ανύπαρκτο κόστος. Μουσική, εικόνες, σενάρια, φωνές, βίντεο μπορούν να παραχθούν στιγμιαία. Και όταν αυξάνεται τόσο αυτή η προσφορά, οι εμπειρίες που δεν μπορούν να αναπαραχθούν γίνονται συχνά περισσότερο πολύτιμες.
«Δύσκολα μπορεί κάποιος να φανταστεί έναν τραγουδιστή τεχνητής νοημοσύνης να ερμηνεύει Verdi ή έναν χορευτή ΑΙ να χορεύει τη “Λίμνη των Κύκνων”. Η όπερα και το μπαλέτο είναι θεμελιωμένα στη φυσική παρουσία, την αναπνοή, το ρίσκο και τη σωματική αντοχή».
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στη μουσική. Καθώς το streaming έκανε τα ηχογραφημένα τραγούδια αμφιβόλου αξίας, η οικονομική σημασία των ζωντανών εμφανίσεων αυξήθηκε. Η όπερα αντιπροσωπεύει την πιο ακραία εκδοχή αυτής της λογικής».
Η Σούλα Παρασίδη τονίζει ότι δεν επιχειρεί να μειώσει την αξία της ποπ κουλτούρας, που «δίνει τους ρυθμούς του σήμερα και συχνά συλλαμβάνει το πνεύμα μιας γενιάς. Αλλά η υψηλή τέχνη λειτουργεί σε διαφορετικό χρονικό ορίζοντα. Η όπερα, το μπαλέτο και η συμφωνική μουσική δεν φτιάχτηκαν για να τροφοδοτούν τις ειδήσεις της επικαιρότητας. Είναι θεσμοί πολιτιστικής μνήμης που εξελίσσονται αργά και αντέχουν για αιώνες».
Η όπερα και το μπαλέτο, προσθέτει η ίδια, βρίσκονται εκτός του αγώνα αντιγραφής και μίμησης της ποπ κουλτούρας από την τεχνητή νοημοσύνη. Βρίσκονται πέρα από τη διαμεσολάβηση της οθόνης, μακριά από τους αλγόριθμους και τις συνθετικές φωνές. «Οι μορφές τέχνης που απαιτούν το πειθαρχημένο ανθρώπινο σώμα να εκτίθεται ζωντανά αποκτούν ένα διαφορετικό είδος σπανιότητας. Κατά ειρωνικό τρόπο, η υποτιθέμενη έλλειψη επικαιρότητας της όπερας και του μπαλέτου τα έχει επίσης προστατεύσει από τον ρυθμό της τεχνολογικής αναστάτωσης που έχει ήδη αναδιαμορφώσει άλλες δημιουργικές βιομηχανίες. Κανένας επενδυτής επιχειρηματικού κεφαλαίου δεν καίγεται να αυτοματοποιήσει τον Τζουζέπε Βέρντι.
Η όπερα και το μπαλέτο βρίσκονται κάπως έξω από αυτή την κούρσα.
«Η υψηλή τέχνη λειτουργεί σε διαφορετικό χρονικό ορίζοντα. Η όπερα, το μπαλέτο και η συμφωνική μουσική δεν φτιάχτηκαν για να τροφοδοτούν τις ειδήσεις της επικαιρότητας. Είναι θεσμοί πολιτιστικής μνήμης που εξελίσσονται αργά και αντέχουν για αιώνες».
Κι αυτό γεννά ένα απλούστερο ερώτημα: μήπως η όπερα δεν είναι πλέον επίκαιρη ή μήπως ο Timothée Chalamet είναι απλώς υπερβολικά άπειρος για να κατανοήσει ότι η τέχνη που αντέχει στον χρόνο λειτουργεί με μονάδα μέτρησης τον αιώνα και όχι την ετήσια απονομή βραβείων; Είμαστε απολύτως πρόθυμοι να αποτελέσουμε μια υποσημείωση στον σημερινό κύκλο της ειδησεογραφίας, αν το αποτύπωμά μας αντέξει στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Άλλωστε, θυμάται πράγματι κανείς ποιος κέρδισε το Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου το 1968; Όχι. Όμως όλοι εξακολουθούν να γνωρίζουν ποιος είναι ο Μότσαρτ. Και βάζουμε στοίχημα είναι πως αυτό θα ισχύει για πάντα».
Δείτε το βίντεο με την επίμαχη δήλωση του Timothée Chalamet:
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.



