Η σχέση της με τη δημιουργία ξεκίνησε μέσα από τη βιωματική επαφή με τη χειρωνακτική εργασία στο καλλιτεχνικό χυτήριο ΤΕΠ. Ο οικογενειακός αυτός χώρος υπήρξε το πρώτο της σχολείο, προσφέροντάς της τα τεχνικά εφόδια που αργότερα έγιναν τα βασικά εργαλεία έκφρασής της. «Από μικρή ηλικία ήρθα σε επαφή με την υλικότητα και τη χειρωνακτική εργασία, στοιχεία που διαμόρφωσαν τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω τη δημιουργία», εξηγεί η ίδια. Η εμπειρία αυτή υπήρξε καθοριστική, καθώς της επέτρεψε να κατανοήσει ότι η φαντασία, όσο ισχυρή κι αν είναι, χρειάζεται την τεχνική γνώση για να αποκτήσει υπόσταση.

Εφοδιασμένη με αυτό το υπόβαθρο, η Εύα ξεκίνησε μια πορεία αναζήτησης και πειραματισμού που την οδήγησε στο μάρμαρο. Κοιτάζοντας σήμερα τη φωτογραφία στο ατελιέ της στα Βριλήσσια, μια περιοχή γεμάτη μαρμαράδικα, η δημιουργός διακρίνει ένα παράδοξο παιχνίδι της μοίρας. «Είναι οξύμωρο. Γεννήθηκα, μεγάλωσα και δούλεψα στο χυτήριο του πατέρα μου που στεγάζεται στο ίδιο ακριβώς μέρος. Παρόλο που περιτριγυριζόμουν πάντα από εργαστήρια μαρμάρου, ποτέ δεν μου είχε περάσει η ιδέα να χρησιμοποιήσω αυτό το υλικό», εξομολογείται. Η συνάντηση με το μάρμαρο ήταν το αποτέλεσμα επίμονης έρευνας. Όταν τελικά αυτό εμφανίστηκε στην πορεία της, διέθετε ήδη την κατάρτιση και τη γνώση ώστε να το μετουσιώσει σε ένα προσωπικό εκφραστικό μέσο.

Μέσα από την τέχνη της, η δημιουργός ανακάλυψε πτυχές του εαυτού της. «Συνειδητοποίησα ότι είμαι ένας άνθρωπος που έχει ανάγκη την κίνηση, η στασιμότητα με κουράζει», ομολογεί. Αυτή η ανάγκη έγινε η κινητήριος δύναμη της δουλειάς της. Παρόλο που ξεκίνησε από το κλασικό ψηφιδωτό, το οποίο θαυμάζει στα αρχαιολογικά μνημεία, ένιωσε ότι η παραδοσιακή του μορφή ήταν υπερβολικά στατική/ακίνητη για τα δικά της ζητούμενα. Αναζητώντας την ένταση και τη ζωντάνια, οδηγήθηκε στο θραύσμα. Η επιλογή της να τοποθετεί τα κομμάτια μαρμάρου κάθετα στην επιφάνεια δημιούργησε μια νέα εικαστική γλώσσα, ικανή να αποδώσει την αίσθηση της ροής. Αυτή η συνεχής μετακίνηση και η έλλειψη σταθερών σημείων αναφοράς είναι, κατά την ίδια, το στοιχείο που την εξέλιξε καλλιτεχνικά.

Η δημιουργία ενός έργου είναι για την Παπαδοπούλου μια μάχη με τη βαρύτητα που κερδίζεται σιωπηλά προς το τέλος της διαδικασίας. Ενώ το μάρμαρο αρχικά αντιστέκεται και επιβάλλει τη σκληρότητά του, υπάρχει μια στιγμή που η εικόνα αρχίζει να αποδεσμεύεται από το βάρος της. «Τότε παύω να βλέπω το υλικό ως μάζα και αυτό που κυριαρχεί είναι η κίνηση και οι κατευθύνσεις του φωτός επάνω στην επιφάνεια», περιγράφει.

Εκεί το μάρμαρο παραδίδεται στις αισθήσεις της. Ο στόχος είναι ο θεατής να μην αντιλαμβάνεται την πυκνότητα του υλικού, αλλά να παρασύρεται από τον ρυθμό του έργου. Όταν το βλέμμα γλιστρά επάνω στην επιφάνεια χωρίς να «σκοντάφτει» στο βάρος της πέτρας, τότε το ανυπότακτο υλικό έχει γίνει -έστω και προσωρινά- αβάσταχτα ελαφρύ.
Η μέθοδός της είναι σαφής: «Αφήνω πρώτα τη φαντασία να κινηθεί ελεύθερα, χωρίς να τη φιλτράρω μέσα από τεχνικά εμπόδια. Στη συνέχεια, επιστρατεύω τη γνώση μου για να εντοπίσω τα στοιχεία που θα στηρίξουν αυτή την ενστικτώδη σύλληψη».

Είναι παράδοξο να μιλάμε για «ζεστασιά και τρυφερότητα» αναφερόμενοι στην πέτρα, όμως η Εύα πιστεύει ότι η τέχνη υπάρχει για να ανατρέπει αυτή την παραδοξότητα. Όπως στα αρχαία ελληνικά έργα ξεχνάς το υλικό και μένεις στη ζωντάνια της μορφής, έτσι και στη δική της πρακτική το μάρμαρο λειτουργεί ως μέσο και όχι ως αυτοσκοπός. «Το υλικό “μαλακώνει” όταν παύει να γίνεται αντιληπτό ως ύλη και μετατρέπεται σε γλώσσα», σημειώνει. Όταν η πέτρα μιλά για κάτι οικείο και ανθρώπινο που αγγίζει το παρελθόν μας, τότε η ψυχρότητά της υποχωρεί μπροστά στη συγκίνηση.

Για την Εύα Παπαδοπούλου η αποδέσμευση από την κλασική κληρονομιά του μαρμάρου είναι αναγκαιότητα. Παρόλο που μελετά και εμπνέεται από τα θεμέλια της Ιστορίας της Τέχνης -από την ελληνιστική περίοδο έως τη βυζαντινή παράδοση-, θεωρεί ότι η ουσία βρίσκεται στον μετασχηματισμό. «Το έργο πρέπει να λειτουργεί ως καθρέφτης του εαυτού σου», υποστηρίζει. Η συσσωρευμένη γνώση των αιώνων δεν έχει αξία αν δεν μετατραπεί σε κάτι βαθιά προσωπικό που εκφράζει τις μνήμες και τις εντάσεις του σήμερα. Μέσα από τα θραύσματά της, η καλλιτέχνιδα δεν αναπαράγει απλώς την ιστορία· την επανερμηνεύει/μετουσιώνει με ειλικρίνεια, δίνοντας στο μάρμαρο μια νέα πνοή.
Φωτογράφος: Ellen Van Heijningen



