Η σχέση μου με την Τασούλα Επτακοίλη, για μένα, έχει κάτι μαγικό. Γνωριστήκαμε πριν χρόνια σε ένα επαγγελματικό ταξίδι στη Μάλτα. Λίγο πριν κυκλοφορήσει το πρώτο της βιβλίο με τίτλο “Το άλλο μου ολόκληρο”. Από τότε είχα δει στο πρόσωπό της τη γυναίκα που θα ήθελα να γίνω: δυνατή και δυναμική, καλλιεργημένη αλλά προσιτή, λαμπερή από μέσα και φωτεινή σαν φάρος παρά τα σκοτάδια που χρειάστηκε να περάσει η ίδια. Συνεχίζω να διαβάζω αχόρταγα τα κείμενά της στην Καθημερινή, όπου βρίσκεται τα τελευταία χρόνια υπηρετώντας το πολιτιστικό ρεπορτάζ, αλλά ακόμα πιο αχόρταγα διαβάζω τα βιβλία της.

Έξι βιβλία μετά, την συναντώ μια βροχερή μέρα του Νοέμβρη στην Εθνική Βιβλιοθήκη που στεγάζεται στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Έχοντας πάρει τον καφέ μας -αν κι εκείνη αγαπά περισσότερο το τσάι- και σχολιάσει το πόσο έντονοι οι ρυθμοί της ζωής μας, ξεκινήσαμε να μιλάμε για την κοινή μας αγάπη που δεν είναι άλλη από τα βιβλία. Αφορμή για αυτή τη συνάντηση στάθηκαν τα δύο νέοα της βιβλία που μόλις κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Καστανιώτη, το “Κέρμα στον αέρα” και το “Η τσαγιέρα που ανθίζει”. Δύο, όπως εύστοχα έχει σχολιάσει ή ίδια, είναι τα κέρματα στον αέρα. Στο background, ένας επισκέπτης παίζει μελωδίες στο πιάνο που υπάρχει για το κοινό. Σαν όλα να συνωμότησαν να διατηρηθεί αυτή η μαγεία που προείπα.

“Η Τσαγιέρα είναι ένα σουρεαλιστικό παραμύθι γιατί η ηρωίδα είναι η κυρία Βιργινία Ροφηματά. Μια κυρία της καλής κοινωνίας που έχει πάθος με τις τσαγιέρες. Ζει σε ένα σπίτι γεμάτο τσαγιέρες και ό,τι κάνει στη ζωή της έχει σχέση με τσαγιέρες. Σε τσαγιέρα έχει το αφρόλουτρό της στο μπάνιο, από τσαγιέρα τρώει τα φαγητά της κι από όλο τον κόσμο που ταξιδεύει -γιατί είναι και πολυταξιδεμένη- φέρνει σπάνιες τσαγιέρες. Σε διάφορα σχήματα, χρώματα και υλικά. Περίοπτη θέση όμως στη συλλογή της έχει μια τσαγιέρα που είναι ουσιαστικά λιβάδι ανθισμένο, που ευωδιάζει με αγριολούλουδα, με ένα καπάκι ήλιο που ζεσταίνει τα χέρια της όταν το πιάνει. Η ιστορία ξεκινάει όταν το καπάκι χάνεται. Χάνεται το καπάκι, μαραίνονται τα λουλούδια στο λιβάδι αλλά κάτι γίνεται και ανθίζουν ξανά. Γιατί και στη ζωή έτσι είναι, εκεί που νομίζουμε ότι όλα έχουν μαραθεί κάτι γίνεται και ξαναμπουμπουκιάζει η ζωή μας. Εκεί που δεν το περιμένουμε” περιγράφει.

Όταν ξεκινάς να γράφεις μια ιστορία, σαν αυτή, ξέρεις από την αρχή το μήνυμα που θες να περάσεις ή σε οδηγεί από μόνη της; Δεν ξεκινάω ποτέ έχοντας στο μυαλό μου μήνυμα, θέλω να πω αυτό. Θέλω να αφηγηθώ μια ιστορία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πέρυσι τα Χριστούγεννα μου έστειλαν δώρο μια μικρή τσαγιέρα την οποία άρχισα να χρησιμοποιώ τις πρώτες μέρες γιατί μου αρέσει πολύ το τσάι και ήρθε στο μυαλό μου αυτή η ιστορία. Ήρθε η ηρωίδα, ήρθε το όνομά της το Ροφηματά από το ρόφημα και Βιργινία γιατί μας θυμίζει μια κυρία του παλιού καιρού. Την έγραψα μέσα σε πολύ λίγες μέρες αυτή την ιστορία.

Οι ιδέες για τις ιστορίες σου προκύπτουν κάπως έτσι ή συνήθως έχεις κατά νου ότι πρέπει να ετοιμάσεις το επόμενο βιβλίο; Δεν υπάρχει αυτό. Δεν δίνεις ραντεβού με τα βιβλία, δε λες θα κάτσω απόψε για να γράψω ένα βιβλίο. Μπορεί να περνάνε μήνες και να μην έχεις γράψει ούτε λέξη και ξαφνικά να αρχίσει να ξεχύνεται ένα ποτάμι από το μυαλό σου και να περνάει στο κομπιούτερ. Μέχρι στιγμής έτσι έχουν γίνει. Υπάρχουν άλλοι συγγραφείς -αν κι εγώ δεν θεωρώ ακριβώς και τον εαυτό μου συγγραφέα- που λειτουργούν αλλιώς. Θυμάμαι όταν είχα πάρει συνέντευξη πριν από λίγα χρόνια από τον Jo Nesbo, την πρώτη μας συνέντευξη, μου είχε πει ότι γράφει βάσει πολύ αυστηρού προγράμματος και ότι επί μήνες κάθεται και φτιάχνει ένα λεπτομερέστατο πλάνο του πως θα κινηθεί στα βιβλία του: οι χαρακτήρες πώς θα είναι, η πλοκή πώς θα είναι, οι λεπτομέρειες για τις τοποθεσίες. Το θαυμάζω πάρα πολύ αυτό αλλά δεν μπορώ να το κάνω. Εγώ κάθομαι στο κομπιούτερ μου και γράφω, ούτε σημειώσεις έχω μπροστά μου ούτε τίποτα.

Ποιες είναι οι ώρες που γράφεις; Αναγκαστικά βραδινές ώρες, μετά τη δουλειά. Και κάποια πρωινά Σαββατοκύριακου, αν τύχει και είμαι στο σπίτι και δεν έχω κάποιο ταξίδι ή δεν έχω δουλειά.

Το βλέπεις σαν εκτόνωση; Είναι εκτόνωση. Θα μου πεις, ένας άνθρωπος που γράφει όλη τη μέρα τι σόι εκτόνωση είναι αυτή να γράφει και τις νύχτες; Είναι διαφορετική λειτουργία. Γράφω για μένα. Είναι ένα ωραίο ταξίδι η συγγραφή. Ακόμα, σε αυτή την ηλικία, μαθαίνω τον εαυτό μου μέσα από το γράψιμο. Είναι αυτό που λέω ότι είναι μια διαδικασία αυτογνωσίας. Για αυτό και το απολαμβάνω τόσο πολύ.

Αυτό είναι το κομμάτι που καλύπτει ότι δεν σου δίνει η δημοσιογραφία; Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν διαφορές. Στη δημοσιογραφία είσαι παρατηρητής. Πρέπει να είσαι ψύχραιμος, να μην ρέπεις προς τον συναισθηματισμό. Δεν λέω ότι είμαι της αποστειρωμένης γραφής. Και δόξα τω θεώ κάνω θέματα που θέλουν και συναίσθημα μέσα, δεν κάνω ρεπορτάζ ενός Υπουργείου, για παράδειγμα. Αφηγούμαι ιστορίες ανθρώπων, κάνω συνεντεύξεις. Βάζω μέσα και την συναισθηματική παρατήρηση αλλά η δημοσιογραφία έχει κάποια πλαίσια και μέσα σε αυτά δεν επιτρέπεται να δείξεις πολύ τον εαυτό σου.

Σταμάτησε η μουσική.

Δεν πρωταγωνιστείς εσύ, είναι οι άνθρωποι στους οποίους στρέφεις τα φώτα. Όχι ότι η γραφή είναι ναρκισσιστική -κατάλαβες πως το λέω,  δεν μου αρέσει η ναρκισσιστική γραφή- αλλά βάζεις πιο πολύ τον εαυτό σου μέσα. Στη δημοσιογραφία, είμαστε εμείς που παρατηρούμε τους ανθρώπους και αφηγούμαστε τις ιστορίες τους.

Στο μυαλό σου υπάρχει η σκέψη κάποια στιγμή να αφοσιωθείς σε ένα από τα δύο, επιλέγοντας ίσως τη συγγραφή; Κατ’αρχάς για πρακτικούς λόγους δεν μπορεί να γίνει αυτό. Είναι μετρημένοι στα δάχτυλα οι συγγραφείς, στην Ελλάδα ειδικά, που βιοπορίζονται από αυτό. Κι από την άλλη την αγαπώ πάρα πολύ τη δουλειά μου στη δημοσιογραφία, μου έχει δώσει πολύ μεγάλες χαρές τις οποίες δεν θέλω να στερηθώ. Οπότε προτιμώ να ισορροπώ πάνω σε δύο βάρκες, που λένε.  Το απολαμβάνω. Δεν θέλω να διαλέξω.

Μέσα σε μία τριετία έχεις γράψει 6 βιβλία. Γιατί σου πήρε τόσα χρόνια για να γράψεις το πρώτο; Ήταν κάτι που δεν είχες συνειδητοποιήσει ότι ήθελες να το κάνεις; Ναι, δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι το ήθελα. Δεν άφηνα χώρο και χρόνο στο να το κάνω γιατί είχα μια πολύ ισορροπημένη ζωή με τον Κώστα κι όλη μου η ενέργεια στον ελεύθερο χρόνο μου πήγαινε στην κοινή ζωή μας. Όταν έλειψε ο Κώστας, που άλλαξαν όλα, κατ’ αρχάς το πρώτο βιβλίο όπως ξέρεις ήταν κάτι σαν φάρμακο.

Άρχισα να γράφω για να συνειδητοποιήσω τι ήταν αυτό που μου συνέβαινε, να βιώσω το πένθος μέσα από αυτό τον τρόπο. Γιατί έτσι έχω μάθει να εκφράζομαι, με λέξεις.

Όταν, λοιπόν, κυκλοφόρησε αυτό το βιβλίο, μου άνοιξε έναν δρόμο που δεν τον ήξερα, δεν τον είχα σκεφτεί. Και μου άρεσε αυτή η διαδικασία, γλυκάθηκα. Έγινε αφορμή κι αυτό το πρώτο βιβλίο να συναντήσω πάρα πολλούς ανθρώπους, εννοώ συνάντηση ουσιαστική σε επίπεδο κοινών βιωμάτων. Ακόμα παίρνω μηνύματα από ανθρώπους που διαβάζουν το άλλο μου ολόκληρο και ταυτίζονται γιατί βιώνουν τον ίδιο πόνο της απώλειας και δεν έχουν εκείνοι τρόπο να το εκφράσουν. Οπότε αυτό μου έδωσε μια δύναμη. Από τότε, όλα τα υπόλοιπα βιβλία βγήκαν έτσι.

Είναι δύσκολο να ξεμπροστιάζεις τον εαυτό σου; Γιατί και στο “Κέρμα στον αέρα” έχει κομμάτια της προσωπικής σου ζωής. Έχει πολλά. Δεν ξεμπροστιάζω μόνο τον εαυτό μου, ξεμπροστιάζω και μέλη της οικογένειάς μου. Σε μεγάλο βαθμό αφηγούμαι την ιστορία της οικογένειάς μου. Βέβαια δεν είναι βιογραφία γιατί όπως συνηθίζω να λέω “δεν είμαστε οι Κολοκοτρωναίοι για να γράψω τη βιογραφία μας ” αλλά έχει ψήγματα αληθινής ζωής μέσα. Έχει βέβαια και σε μεγάλο βαθμό μυθοπλασία, αναγκαστικά. Αλλά υπάρχουν κάποια πρόσωπα, όπως ο παππούς, η γιαγιά, ο θείος που οι περιγραφές τους στο 100% ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Όχι, δεν είναι εύκολο. Δεν είναι εύκολο γιατί δεν πρέπει να μπεις στον πειρασμό να ωραιοποιήσεις τα πράγματα. Γιατί τότε δεν θα είναι αληθινά.

Πρέπει να είσαι ειλικρινής, κατ’ αρχάς με τον εαυτό σου σε αυτό που περιγράφεις, σε αυτό που εκμυστηρεύεσαι και κατά συνέπεια με τους αναγνώστες.

Αλλιώς μη το κάνεις. Πες ότι θα γράψω ένα μυθιστόρημα το οποίο θα είναι 100% μυθοπλασία. Από  τη στιγμή που αποφασίζεις να βάλεις μέσα πράγματα από τη ζωή σου και από τη ζωή των δικών σου ανθρώπων, του στενού πυρήνα, του οικογενειακού, η ειλικρίνεια είναι το πρώτο.

Ήταν ένα ταξίδι προς τα μέσα και προς τα πίσω αυτό το βιβλίο; Ήταν ένα ταξίδι προς όλες αυτές τις κατευθύνσεις που λες. Γιατί φεύγουν από τη ζωή μας κάποιοι άνθρωποι, παππούδες, γιαγιάδες, εγώ έχω χάσει και τη μητέρα μου, και συνειδητοποιείς ότι υπάρχουν πράγματα που δεν τους έχεις πει. Ευτυχώς τα σ’ αγαπώ πρόλαβα και τα είπα, νομίζω όλα, δεν τα άφησα να αιωρούνται ή να υπονοούνται. Αλλά νιώθεις ότι δεν τους έχεις μάθει καλά αυτούς τους ανθρώπους. Οπότε όλους αυτούς τους μήνες που έγραφα το Κέρμα σκέφτηκα πολύ και τους παππούδες μου και τις γιαγιάδες μου και τους γονείς μου, τα αδέλφια τους, τις διαδρομές τους, τις αποφασίσεις που πήραν, τα διλήμματα μπροστά στα οποία βρέθηκαν.

Συνειδητοποίησα ότι για την εποχή τους κάποιοι άνθρωπο ήταν ήρωες και ας μην ήταν με την έννοια του ήρωα που έχουμε στο μυαλό μας, που κάνει ηρωικές πράξεις. Ήρωες της δικής τους καθημερινότητας, της σκληρής.

Η γιαγιά μου που έμεινε χήρα στη διάρκεια του εμφυλίου, με δύο μικρά παιδιά, πάμφτωχη και με όλα τα αρσενικά της οικογένειάς της να είναι στην εξορία. Ήταν ηρωίδα που τα έβγαλε πέρα αυτή η γυναίκα και γιατί τη θυμάμαι πάντα, από τότε που ήμουν παιδάκι, με ένα τεράστιο χαμόγελο. Ήταν η ψυχή της παρέας η γιαγιά μου. Τώρα πια, που έχω περάσει κι εγώ πολλά, λέω πώς άντεξε αυτή η γυναίκα και κουβάλησε τόσο βάρος και δεν την ισοπέδωσε όλο αυτό. Έμεινε όρθια και δεν έχασε την αγάπη για τη ζωή. Τη χαρά της ζωής δεν την έχασε, δεν της την στέρησαν όσα πέρασε.

Τη διακόπτω για να πω ότι κι εγώ σε πολλές ανάλογες ιστορίες αναρωτιέμαι, πού κρύβεται το μυστικό αυτών των γυναικών. Ούτε εκείνη έχει βρει  ακόμα την απάντηση. 

Οπότε είπα να δώσει και λίγο χώρο, σε ένα βιβλίο μικρό, σε αυτούς τους ανθρώπους. Από εκεί και πέρα η ιστορία, όπως την ξέρεις, ξεκινάει από το 40′ και φτάνει ουσιαστικά μέχρι το 2019-2020, φτάνει στο σήμερα. Ακουμπάει πολύ ανεπαίσθητα την ιστορία της Ελλάδας μόνο και μόνο για να δίνει ένα φόντο στις ιστορίες και να τις τοποθετεί στο χρόνο που συνέβησαν τα συγκεκριμένα γεγονότα. Είναι μια μέρα στη ζωή κάθε ανθρώπου. Η ιδέα προέκυψε στην πορεία, δεν το είχα εξ αρχής έτσι στο μυαλό μου. Μπορώ να σου πω ότι η πρώτη ιστορία που άρχισα να γράφω και που θα διαβάσεις στο βιβλίο ήταν αυτή της Νατάσας την οποία προόριζα για ένα μυθιστόρημα με αυτή την ηρωίδα. Στη συνέχεια όμως μου βγήκαν και τα άλλα πρόσωπα, λες και φωτίστηκε μια σκηνή και άρχισαν να βγαίνουν πρόσωπα πάνω της. Και λέω θα το κάνω έτσι, θα το αρθρώσω μέσα από 10 ιστορίες. Βέβαια από ιστορία σε ιστορία, από το 40′ μέχρι το 2019-2020  καταλαβαίνουμε τι έχει μεσολαβήσει στη ζωή αυτής της οικογένειας. Μαθαίνουμε δηλαδή πράγματα για τα χρόνια στα οποία υπάρχει ένα κενό στην αφήγηση. Καλύπτεται έτσι και το βρήκα πολύ συναρπαστικό αυτόν τον τρόπο και πολύ προκλητικό για μένα να μπορέσω να χωρέσω μέσα σε μια μέρα και τα γεγονότα που έχουν μεσολαβήσει από τον προηγούμενο ήρωα και να γίνονται όλα αυτά ένα εφαλτήριο για να συνεχίσω την ιστορία με το επόμενο πρόσωπο. Ήταν δύσκολο αλλά πολύ γοητευτικό ως διαδικασία γραψίματος.

Πόσο σου πήρε για να το γράψεις; Ολοκληρώθηκε με διαλείμματα γιατί,όπως σου είπα, δεν έχω την πολυτέλεια να κλειστώ σε ένα γραφείο και να γράφω βδομάδες ολόκληρες. Πριν από τρία χρόνια είχα γράψει την ιστορία της Νατάσας, μετά το άφησα τελείως -μετά μεσολάβησαν δύο παιδικά βιβλία και μια ποιητική συλλογή- και ουσιαστικά πριν από ένα χρόνο αφοσιώθηκα πια στο Κέρμα. Σαν σκέψη το παίδεψα τρία χρόνια. Δεν είναι λίγο, δεν είναι και πολύ όμως.

Είναι σαν να μεγαλώνεις ένα παιδί. Ακριβώς, άρχισε πια να περπατάει. Πάνω που άρχισε να περπατάει, κυκλοφόρησε.

Φαντάζομαι μπαίνεις και σε μια διαδικασία έρευνας και άλλου είδους διαβάσματος. Φυσικά, διάβασα πολύ για τα ιστορικά γεγονότα των περιόδων αυτών με τις ποιες καταπιάστηκα. Για να γράψω την ιστορία του Πέτρου, που είναι ο θείος μου, που φεύγει για την Αυστραλία διάβασα πολύ για το κομμάτι εκείνο της μετανάστευσης. Ακόμα και για τα υπερωκεάνια, γιατί έφυγε με το Πατρίς, να μάθω ακριβώς λεπτομέρειες πως ήταν αυτό το πλοίο. Για τον εμφύλιο και ειδικά τον εμφύλιο όπως τον βίωσε η Σάμος, γιατί στη Σάμο διαδραματίζονται τα περισσότερα από τα γεγονότα, που είναι ο γενέθλιος τόπος της οικογένειάς μου. Αυτό ήταν πολύ ωραίο. Έμαθα πράγματα και για μένα και τον τόπο και την οικογένειά μου. Έμαθα πολλά πράγματα μέσα από αυτό το βιβλίο.

Θα κάνεις παρουσίαση στο νησί; Ναι, το έχουμε ήδη σκεφτεί με τον φίλο και δήμαρχο Ανατολικής Σάμου, γιατί εκεί είναι η οικογένεια, στο Βαθύ. Με τον Γιώργο Στάντζο έχουμε πει ότι την Άνοιξη, να περάσει ο βαρύς χειμώνας, θα κάνω μια παρουσίαση και το θέλω, το περιμένω πολύ. Δεν έχω πάει μέχρι τώρα με κανένα βιβλίο αλλά νομίζω ότι αυτό πρέπει οπωσδήποτε να συστηθεί και στους συμπατριώτες μου.

Είναι η Σάμος τόπος έμπνευσης για σένα; Είναι ένας τόπος έμπνευσης είτε είμαι εκεί είτε δεν είμαι. Και χωρίς τη φυσική μου παρουσία, λειτουργεί η έμπνευση από τη Σάμο. Έχω τόσες πολλές αναμνήσεις από αυτό το νησί και τις πιο ωραίες αναμνήσεις, αυτές τις παιδικής ηλικίας.

Ως παιδί εκπαιδευτικών είχα την ευλογία να περνάω, κάθε καλοκαίρι, τρεις μήνες στο νησί. Απόλυτη ελευθερία και ξεγνοιασιά.

Αγροτικές εργασίες που τότε βαρυγκωμούσα κι έλεγα: πάλι έχουμε τρύγο, πάλι θα μαζέψουμε αμύγδαλα; Τώρα, ευγνωμονώ τη ζωή που μπόρεσα να τα ζήσω αυτά και που όχι μόνο με έχουν γεμίσει με γλυκές αναμνήσεις αλλά είναι κι ένας πλούτος τον οποίο ανακαλύπτω σιγά σιγά και είναι ανεξάντλητος. Η ιστορία του Γκάρη,για παράδειγμα, προέκυψε μέσα από τη ζωή στο χωριό, από την επαφή με τα δικά μας τα γαϊδουράκια και των συγχωριανών (σ.σ. το προηγούμενο βιβλίο της που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη). Είναι πολύ γλυκό φορτίο να το κουβαλάς αυτό. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό παιδί που έζησα αυτά τα πράγματα σε μία επαρχία όπως η Σάμος. Το υλικό του συγγραφέα είναι τα βιώματα, τα συναισθήματα και  φαντασία. Όταν αυτά δεν είναι σε μία ισορροπία μετά γέρνει το πράγμα και ίσως και το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που θα πρέπει.

Διάβαζες βιβλία από παιδί; Συνέχεια. Διάβαζα ότι έπεφτε στα χέρια μου. Ειδικά στις διακοπές. Όταν τελείωνα τα βιβλία που είχα φέρει μαζί μου από τον Πειραιά, διάβαζα από Άρλεκιν και αστυνομικά, ξέρεις αυτά τα τσέπης, μέχρι τα περιοδικά των μεγάλων, βιβλία μαγειρικής. Δεν μπορείς να φανταστείς, θα διάβαζα ακόμα και τις οδηγίες των φαρμάκων. (Γελάει.)

Αγαπούσα πάρα πολύ το διάβασμα. Σκέψου ήμουν παιδί σε μία εποχή που δεν είχαμε ίντερνετ. Καλοκαίρι χωρίς να  έχεις ένα τάμπλετ να σερφάρεις!

Εκτός από βιβλία διάβαζα Μίκυ Μάους -η Γιούλη διάβαζε Τιραμόλα- Μανίνα, Κατερίνα. Κατέβαινα στο περίπτερο στο Βαθύ και τα σάρωνα, έπαιρνα ό,τι έβρισκα μπροστά μου.

Γράφεις βιβλία σε μία εποχή που το βιβλίο δεν το εκτιμούν τόσο πολύ. Δεν το εκτιμούν κατ’ αρχάς οι γονείς, ίσως όχι όσο θα έπρεπε. Μιλώντας για το παιδικό βιβλίο, δεν ξέρω αν το εκτιμούσαν και τότε πολύ το βιβλίο.

Το θέμα είναι ότι ένα βιβλίο σου ανοίγει ένα παράθυρο σε έναν άλλο κόσμο. Κι αυτό είναι μία συγκίνηση που μόνο η Τέχνη μπορεί να σου προσφέρει.

Γιατί θεωρώ το ίδιο με το να στηθείς μπροστά σε έναν πίνακα του Lucien Freud και να το παρατηρήσεις για ώρα και να καταλάβεις σε ποια εποχή φιλοτεχνήθηκε αυτός ο πίνακας, σε ποια εποχή της ζωής του, ποιο ήταν το μοντέλο, τι ήθελε να πει ή τι ζούσε εκείνη την εποχή, με το να διαβάσεις ένα βιβλίο. Φεύγεις πιο γεμάτος, γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος.

Δεν έχεις άγχος για το αν θα έχουν επιτυχία τα βιβλία σου; Άγχος δεν έχω. Την επιθυμία την έχω. Δεν θα υποκριθώ ότι δεν με ενδιαφέρει και δεν με νοιάζει να πουληθούν 100 μόνο βιβλία και τα υπόλοιπα να πάνε για χαρτοπολτός. Προφανώς και θέλω να φτάσει σε όσους περισσότερους ανθρώπους κάθε βιβλίο αλλά με ενδιαφέρει και το να φτάσει με ουσιαστικό τρόπο. Κάτι να μείνει βρε παιδί μου. Να διαβάσεις το Κέρμα και με ένα από τα δέκα πρόσωπα να ταυτιστείς, να δεις ένα κομμάτι του εαυτού σου ή να δεις ένα κομμάτι της μητέρας σου. Να γίνει καθρέπτης αυτό το πράγμα, τότε έχει επιτυχία το βιβλίο. Η εμπορικότητα δεν συνεπάγεται σώνει και καλά αυτό που περιγράφω τώρα. Από την άλλη, γίνεται να μην ενδιαφέρει έναν συγγραφέα να πουλήσει και το βιβλίο του; Λέει ψέματα όποιος λέει το αντίθετο.

Συστήνεσαι ως συγγραφέας; Όχι, δεν συστήνομαι ως συγγραφέας. Μόνο στις παρουσιάσεις βάζουν το όνομά μου ως δημοσιογράφος παύλα συγγραφέας. Αυτό το παύλα συγγραφέας δεν είναι κάτι που το έχω αποδεχτεί, που το χρησιμοποιώ. Θα μου πεις μετά από 6 βιβλία ίσως και να δικαιούμαι να το λέω αλλά, ξέρεις, ας γίνουν 10 πρώτα και μετά ίσως το χρησιμοποιήσω με μεγαλύτερη ευκολία.

Έχεις στο μυαλό σου ήδη τους επόμενους ήρωες των βιβλίων σου; Έχω πολλές ιδέες. Έτσι για να στο αποκαλύψω όλες οι ιδέες που έχω αυτή τη στιγμή στο μυαλό μου αφορούν το παιδικό βιβλίο. Έχω 2-3 ιδέες που δεν ξέρω αν θα μπορέσω να τις υλοποιήσω άμεσα αλλά θα αρχίσουν να δρομολογούνται.

Πώς ισορροπείς ανάμεσα στο παιδικό και το μυθιστόρημα αλλά και την ποίηση (έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καστανιώτη και την ποιητική συλλογή “Η γυναίκα στο ασανσέρ”); Είναι ένα θέμα αυτό. Η αδερφή μου μού κάνει πλάκα: “θα εστιάσεις επιτέλους κάπου; Τι θα γίνει; Ζάπινγκ θα κάνεις;” Δεν κάνω ζάπινγκ γιατί δεν ξεκινάω, όπως σου είπα πριν, με την πρόθεση ότι τώρα θα γράψω ένα βιβλίο για ενήλικες ή τώρα θα γράψω ένα παιδικό. Έρχονται ιδέες στο μυαλό μου, κάθομαι, γράφω και μετά είναι σε δεύτερο επίπεδο το να σκεφτώ και να συζητήσω με τον εκδότη μου σε ποιο κοινό απευθύνεται. Γιατί και τα παιδικά μου βιβλία θεωρώ ότι δεν είναι μόνο παιδικά . Εσύ ως αναγνώστρια ίσως μπορείς αυτό να το κρίνεις. Θεωρώ ότι είναι για όλους τους αναγνώστες. Ακόμα και στην ιστορία αυτή με την Τσαγιέρα θεωρώ ότι ένας ενήλικας μπορεί να διασκεδάσει με το υποδόριο χιούμορ που υπάρχει όσο κι ένα παιδί.

Δεν έχεις στο μυαλό σου κάποια τρικ για τα παιδικά βιβλία; Όχι, γιατί δεν γράφω με διαφορετικό τρόπο. Η γλώσσα που χρησιμοποιώ είναι ίδια. Δεν θα γράψω διαφορετικά για παιδιά, δεν θα τους δώσω μασημένη τροφή με λεξούλες με υποκοριστικά. Για μένα παιδικό βιβλίο δεν είναι να χρησιμοποιείς υποκοριστικά μέσα στο κείμενό σου να το κάνεις εύκολο για το παιδί. Νομίζεις ότι το κάνεις εύκολο. Γράφω για τα παιδιά όπως γράφω για τους ενήλικες. Απλώς είναι διαφορετικές οι ιστορίες.

Την Τσαγιέρα την έχεις αφιερώσει στην αδερφή σου. Είναι μία από τις γυναίκες της ζωής σου που είναι στήριγμα; Αλίμονο και το έγραψα πρόσφατα σε μία ανάρτηση ανακοινώνοντας το βιβλίο. Επειδή έχουμε αρκετά χρόνια διαφορά, ήμουν πάντα για τη Γιούλη μια μικρή μαμά, εφεδρική. Μετά την κανονική μας μαμά ήμουν εγώ. Κι έτσι πορευτήκαμε αρκετά χρόνια. Μετά το θάνατο του Κώστα όμως αυτό αντιστράφηκε. Έγινε η Γιούλη μαμά, πήρε αυτό το ρόλο. Να με ρωτήσει αν έφαγα, αν κοιμήθηκα καλά, αν πήρα τα χάπια μου, αν έκανα τς εξετάσεις μου, οτιδήποτε. Να με μαλώσει: πάλι με το facebook ασχολείσαι, γιατί εκτίθεσαι τόσο πολύ στα social mediaς; Η συγγένεια από μόνη της δεν λέει τίποτα. Το ξέρεις κι εσύ, το ξέρουμε όλοι. Θέλει δουλειά για να γίνει η σχέση ουσιαστική, για να ανθίσει. Κι επειδή η σχέση μου με τη Γιούλη μέσα στα χρόνια ολοένα και ανθίζει για αυτό της αφιέρωσα την Τσαγιέρα.