Από τη Λίνα Ρόκου
Στη σκηνή του θεάτρου «Αγγέλων Βήμα» η Αντιγόνη Κουλουκάκου ενσαρκώνει τη Μάνα, που μαζί με τις δύο κόρες της σκοτώνουν τον κακοποιητή σύζυγο και πατέρα και προσπαθούν να κρύψουν το πτώμα για να μην αποκαλυφθούν. Στη ζωή η Αντιγόνη Κουλουκάκου είναι μαμά, ηθοποιός, έχει σπουδάσει Νομικά στην Ιταλία, εκεί όπου περπάτησε στις πασαρέλες της Μέκκας της Μόδας, του Μιλάνου, ζει με στόχο να κοιμάται ήρεμη τα βράδια και να επιστρέφει στο σπίτι της, που το νιώθει σαν φωλιά.
Πώς προέκυψε ο ρόλος σου στο «Δέντρο που ματώνει» και πώς νιώθεις γι’ αυτόν;
Επί χρόνια λέγαμε με το σκηνοθέτη Αλέξιο Κοτσώρη ότι θέλαμε να δουλέψουμε μαζί. Όταν διάβασα το έργο κατάλαβα ότι είναι από αυτά τα έργα που αμέσως φαντάζεσαι τον εαυτό σου να τα ερμηνεύεις. Ήταν άλλωστε μια πρόκληση για εμένα να κάνω κάτι διαφορετικό ως ηθοποιός, κάτι που δεν έχω κάνει ποτέ ξανά μέχρι τώρα. Ήθελα πια να έρθω αντιμέτωπη με ρόλους που έχουν ένα άλλο βάθος, διαφορετικό περιεχόμενο και βαρύτητα. Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί γιατί εγώ που έχω μια ευτυχισμένη και άνετη ζωή θέλω να ερμηνεύσω τέτοιους απαιτητικούς και «σκοτεινούς» ρόλους. Η απάντηση είναι απλή: γιατί είμαι ηθοποιός. Ήταν μια πολύ ωραία συγκυρία και ευκαιρία για εμένα να αναλάβω έναν τέτοιο ρόλο και να τον φέρω εις πέρας.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισες στην προσέγγιση και ενσάρκωση του συγκεκριμένου ρόλου;
Ως μάνα νιώθω ότι μπορώ να πέσω ακόμη και στη φωτιά για το παιδί μου. Αυτό που δεν μπορούσε να χωρέσει ο νους μου ήταν πώς η μητέρα του έργου έχει επιτρέψει να φτάσουν τα πράγματα στο σημείο που αποδέχεται την κακοποίηση των παιδιών της από τον ίδιο τους τον πατέρα περιμένοντας, στην ουσία, τα κορίτσια να μεγαλώσουν και να φτάσουν στην ηλικία που αντιδρούν και στηρίζουν και την ίδια. Όπως λέει στο έργο, μπορεί εκείνη να τράβηξε τη σκανδάλη, αλλά ήταν οι δύο κόρες της που του ορμάνε για να μπορέσει η μάνα τους να τον σκοτώσει. Οι κόρες της τη λυτρώνουν και την απελευθερώνουν. Αυτή η ανοχή της μητέρας τόσο με δυσκόλεψε στις πρώτες αναγνώσεις που αναζητούσα αν το έργο βασιζόταν σε αληθινή ιστορία όπως το «Γουονανγκάτα», το προηγούμενο θεατρικό του ίδιου συγγραφέα, του Αυστραλού Ανγκους Τσερίνι. Με δυσκόλεψε το ότι μια γυναίκα έχει φτάσει σε αυτό το σημείο που ανέχεται την κακοποίηση των παιδιών της γιατί δεν έχει να κρατηθεί από πουθενά, παρότι ολόκληρο το χωριό γνωρίζει τι ζουν και όμως κανείς δεν κάνει απολύτως τίποτα για να τις σώσει.

Αλλωστε, ο κακοποιητής σύζυγος και πατέρας δεν έχει κρύψει το πόσο βίαιος είναι.
Ακριβώς αυτό αποκαλύπτεται στο έργο και με το πώς είχε κακοποιήσει τη σκυλίτσα ενός συγχωριανού του. Δεν είναι για να μας ξαφνιάζει ότι κάποιος που βασανίζει ζώα μετά σκοτώνει ανθρώπους. Ένας άνθρωπος που κακοποιεί ένα σκυλί είναι, για μένα, ένας φονιάς που κάνει πρακτική πριν περάσει στους ανθρώπους. Γι’ αυτό φωνάζουμε και λέμε ότι θέλουμε πιο αυστηρούς νόμους για την κακοποίηση των ζώων. Πια βλέπουμε πόσο εύκολο είναι καθημερινά το πέρασμα στη βία. Πλέον ακούμε συχνά ως είδηση ότι κάποιος πέρασε με κόκκινο ή προσπέρασε κάποιον άλλον και καταλήγουν να παίζουν άγριο ξύλο στο δρόμο.
Γιατί ενώ πια συζητάμε για τη βία και την κακοποίηση τις βλέπουμε παντού γύρω μας, ακόμη και στα σχολεία; Δεν έχουν αλλάξει τα πράγματα;
Δεν αλλάζουν τα πράγματα μόνο με το να τα συζητάμε. Η βάση και η ουσία των πάντων είναι η παιδεία και ο πολιτισμός. Εμείς οι ηθοποιοί το φωνάζουμε παντού αυτό και μας λένε ότι το κάνουμε γιατί θέλουμε να προβάλλουμε την τέχνη μας και τα θέατρα. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Πέρα από την οικογένεια, από πού έρχεται η εκπαίδευση των παιδιών; Από τα σχολεία. Η παιδεία και ο πολιτισμός κάνουν τους ανθρώπους ανοιχτούς, τα παιδιά ικανά να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο της βίας. Εγώ δεν σου λέω ότι η βία θα εξαλειφθεί σε απόλυτο βαθμό, σου λέω όμως ότι μπορούμε να οχυρώσουμε τους ανθρώπους μιας κοινωνίας με τέτοιον τρόπο που θα μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτά τα φαινόμενα.
Αν εστιάσουμε στην παιδεία και στον πολιτισμό σημαίνει ότι και πρόληψη θα έχουμε και σωστότερη διαχείριση. Αν στρέψεις με προσοχή το βλέμμα σε ένα βίαιο παιδί, τότε θα αναγνωρίσεις ένα παιδί που έχει εγκαταλειφθεί είτε από την οικογένεια, είτε από το σχολείο, είτε και από τα δύο. Ένα εγκαταλειμμένο παιδί είναι ένα αγρίμι που δεν ξέρει πώς να διοχετεύσει το φόβο και το θυμό του. Αν η κοινωνία, αντί να ενδιαφερθεί για τις αιτίες, απομονώσει αυτό το παιδί, αν το τιμωρήσει, τότε κατασκευάζει έναν αυριανό εγκληματία. Το παιδί δεν πρέπει να το διώξεις από το σχολείο, αλλά να το κρατήσεις σε αυτό. Δεν πρέπει να το απορρίψεις, αλλά να το βοηθήσεις να κατανοήσει το λάθος, να εγκλιματιστεί και να αγκαλιαστεί από όλους. Προσωπικά πιστεύω ότι όλοι καλοί γεννιόμαστε, αλλά πιο θαυμαστά από όλους είναι τα παιδιά που καταφέρνουν να μη διαβρωθούν και να παραμείνουν καλά παρότι είναι μόνα τους, χωρίς την υποστήριξη κάποιου, ούτε καν της οικογένειας. Αυτό δείχνει μεγάλη θέληση για ζωή.

Εσύ όταν κοιτάς προς τα πίσω νιώθεις μια σύνδεση με τον νεανικό εαυτό σου ή δεν αναγνωρίζεις εκείνο το κορίτσι;
Ναι, νιώθω σύνδεση με τον 20χρονο εαυτό μου. Στα 20 ξεκινάς και μπαίνεις με τα μπούνια στα πράγματα, μπαίνεις με άγνοια κινδύνου για να κατακτήσεις τον κόσμο και αισθάνεσαι ότι μπορείς να καταφέρεις τα πάντα. Στα 20 πετάς, δεν πατάς στο πάτωμα, δεν έχεις όλη αυτή τη γνώση που θα σε κρατήσει κάτω στη γη. Τώρα έχεις τη γνώση, το πάτωμα το νιώθεις γερό στα πόδια σου, είσαι γειωμένος, το κεφάλι σου είναι πάντα στους ώμους σου. Εχεις όμως δύναμη και αυτοπεποίθηση όπως είχες και στα 20 σου, η διαφορά είναι ότι τώρα είναι συνειδητές.
Αν στρέψεις με προσοχή το βλέμμα σε ένα βίαιο παιδί, τότε θα αναγνωρίσεις ένα παιδί που έχει εγκαταλειφθεί είτε από την οικογένεια, είτε από το σχολείο, είτε και από τα δύο. Ένα εγκαταλειμμένο παιδί είναι ένα αγρίμι που δεν ξέρει πώς να διοχετεύσει το φόβο και το θυμό του.
Με το που τελείωσες το σχολείο βρέθηκες στην Ιταλία για σπουδές Νομικής, όπου ξεκίνησες και την πορεία σου στο μόντελινγκ. Τι θυμάσαι έντονα από εκείνα τα χρόνια της μόδας;
Κατ’ αρχάς στην Ιταλία έμαθα ότι στυλ και αισθητική δεν είναι μόνο τα ρούχα, αλλά τα πάντα, δηλαδή ο τρόπος που μιλάμε, που τρώμε, που χαιρετάμε. Τότε έζησα κυρίως στο Μιλάνο, αλλά αν επέστρεφα τώρα στην Ιταλία θα διάλεγα τη Νάπολη, την οποία λατρεύω. Ο πνευματικός, Ιταλός μπαμπάς μου μού δίδαξε πολλά, γνώρισε τη μητέρα μου, έγιναν φίλοι. Οταν δούλευα στην Ιταλία ως μοντέλο, η μητέρα μου ήταν εκείνη που με στήριζε οικονομικά και τα χρήματα που έβγαζα εγώ ήταν το έξτρα εισόδημά μου για να αγοράζω κυρίως ρούχα, παπούτσια, τσάντες και να κάνω μια ζωή ευχάριστη. Είχα πολλές φίλες μοντέλα από άλλες χώρες, που ήταν λιγότερο τυχερές από εμένα, δηλαδή δεν είχαν οικονομική στήριξη από την οικογένειά τους. Γι’ αυτές το σπίτι μου ήταν πάντα ανοιχτό, ήταν το καταφύγιό τους. Το ψυγείο μου ήταν πάντα γεμάτο χάρη στη μητέρα μου που μου έστελνε μέχρι και φαγητό με τα πούλμαν. Τα μοντέλα είχαμε ένα pocket money των 50 ευρώ. Τι να σου κάνουν τα 50 ευρώ; Το σπίτι μου ήταν καθαρό, με γεμάτο ψυγείο, φιλόξενο και ασφαλές για όλες τις φίλες μου. Είναι η μαμά μου και η γιαγιά μου πολύ δοτικές και γενναιόδωρες και έμαθα να είμαι έτσι.
Θυμάμαι όταν ήμουν μικρή, όταν ερχόταν ο ταχυδρόμος του είχαμε πάντα κέρασμα, κι ας μην είχαμε λεφτά για κάτι σπουδαίο, αλλά θα υπήρχε ο ελληνικός καφές κι ένα λουκούμι ή παξιμάδι, αναλόγως με το τι είχαμε στο σπίτι. Στο πατρικό μου το τηλέφωνο χτυπούσε συνέχεια και η πόρτα του σπιτιού ήταν πάντα ανοιχτή για όλους. Θυμάμαι κιόλας όταν ερχόμουν στο πατρικό -ως μικρά διαλείμματα από τη ζωή στην Ιταλία- έλεγα στη μητέρα μου ότι το σπίτι ήταν κέντρο διερχομένων και ότι δεν μπορούσα να ησυχάσω πουθενά. Το έλεγα για να την πικάρω παρότι μου αρέσει αυτή η ζωντάνια, απλώς ένιωθα τότε ότι χάρη σε αυτή την κοινωνικότητα έχανα την αποκλειστικότητα της μαμάς μου και αντί να της πω ευθέως «μαμά σ’ αγαπάω, θέλω να ασχοληθείς περισσότερο μαζί μου» εστίαζα σε αυτό που με ενοχλούσε, που στην πραγματικότητα όμως δεν με ενοχλούσε.
Είναι και το δικό σου σπίτι τόσο ανοιχτό;
Ναι, έτσι είμαι κι εγώ, έτσι είναι και οι φίλες μου. Φροντίζουμε η μία τα παιδιά της άλλης, αν η μία φτιάξει κέικ θα πάει και στις άλλες. Εχω ένα πολύ ωραίο «χωριό» γύρω μου και το θεωρώ αυτό σημαντικό για το παιδί μου. Θα έλεγα κιόλας ότι τα παράσημά μου σε αυτή τη ζωή είναι οι άνθρωποί μου κι ότι έχω ανθρώπους που είναι κοντά μου εδώ και πολλά χρόνια. Την αγαπάω πάρα, μα πάρα πολύ τη δουλειά μου, είμαι τυχερή και απίστευτα ευγνώμων που κάνω αυτή την παράσταση, που είμαι ηθοποιός και ζω από αυτό -πράγμα που δεν είναι αυτονόητο-, όμως στο τέλος της ημέρας, το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι να γυρνάμε σπίτι μας. Δεν έχει σημασία αν στο σπίτι θα είναι ένα άτομο ή δέκα, σημασία έχει το πώς αισθανόμαστε εμείς μέσα σε αυτό. Ολοι οι άνθρωποι θα πρέπει να έχουν μια φωλιά, κάπου που θα νιώθουν ασφάλεια.
Με τις φίλες μου φροντίζουμε η μία τα παιδιά της άλλης, αν η μία φτιάξει κέικ θα πάει και στις άλλες. Εχω ένα πολύ ωραίο «χωριό» γύρω μου και το θεωρώ αυτό σημαντικό για το παιδί μου.
Ως Αντιγόνη δρας με τον ίδιο τρόπο στην επαγγελματική σου ζωή και στην προσωπική;
Στα επαγγελματικά μου οριοθετώ, σχετικά εύκολα, αν και όχι αβίαστα, γιατί έχω κι εγώ τα τρωτά μου σημεία. Στα προσωπικά μου δεν μου αρέσει να είμαι επιφυλακτική, θέλω να σε βλέπω καλοπροαίρετα, θετικά, να ζω καλά και να κοιμάμαι το βράδυ ήρεμη. Αυτό σημαίνει ότι αφήνομαι και χαλαρώνω. Κάποιος μπορεί να πει ότι είμαι κάποια που την κοροϊδεύεις για πλάκα. Απλώς εγώ λέω καλύτερα να είμαι ήρεμη και όχι alert, στο κάτω-κάτω αν με κοροϊδέψεις μια-δυο φορές, την τρίτη θα το καταλάβω.
Φωτογράφος: Γιώργος Μαυρόπουλος



