Το 1973 η Έρικα Τζονγκ έγραψε το «Fear of Flying», το βιβλίο που έμελλε να πουλήσει 37 εκατομμύρια αντίτυπα και να γίνει το μανιφέστο της γυναικείας απελευθέρωσης. Γυναίκες απ’ όλο τον κόσμο είδαν τον εαυτό τους στο πρόσωπο της παντρεμένης ηρωίδας που συνειδητοποιεί ότι δεν έχει η ίδια τον έλεγχο του σώματός της και αναζητά τη σεξουαλική της ταυτότητα. Κατά τη χρυσή εποχή του φεμινιστικού κινήματος στην Αμερική η Τζονγκ κατετάγη ως μπροστάρισσα μαζί με τη Ζερμέν Γκρίαρ και την Γκλόρια Στάινεμ. Πέντε χρόνια αργότερα γεννήθηκε η κόρη της, Μόλι. Όμως το έργο που απελευθέρωσε τις απανταχού αναγνώστριες έκανε ακριβώς το αντίθετο για τη μοναδική απόγονο της συγγραφέως. Σήμερα, στα 48 της χρόνια και ενώ η μητέρα της είναι πλέον ανήμπορη και ανοϊκή, η Μόλι Τζονγκ-Φαστ συγκεντρώνει τις εμπειρίες της στο βιβλίο «How to Lose Your Mother: A Daughter’s Memoir» και αποκαλύπτει λεπτομέρειες και συμπεριφορές που δημιουργούν πολλά ερωτήματα για την πρωτεργάτρια του φεμινιστικού αγώνα.

«Η μητέρα μου είναι η συγγραφέας Έρικα Τζονγκ. Έχει εκδώσει 27 βιβλία λογοτεχνίας, δοκιμίου και ποίησης, το πιο διάσημο από τα οποία είναι το αυτοβιογραφικό της μυθιστόρημα “Fear of Flying“. Κυκλοφόρησε το 1973, πέντε χρόνια προτού γεννηθώ, και θεωρείται ορόσημο της φεμινιστικής λογοτεχνίας. Η ειλικρινής απεικόνιση των σεξουαλικών επιθυμιών των γυναικών ήταν τόσο σοκαριστική εκείνη την εποχή ώστε την έκανε διάσημη μέσα σε μία νύχτα. Η έκφραση “zipless fuck” (συνεύρεση χωρίς φερμουάρ) είναι η δική της συνεισφορά στο βωμό του περιστασιακού σεξ, όμως εμένα με κατατρέχει σε όλη μου τη ζωή».

Οι ιδεολόγοι του φεμινισμού θα περίμεναν ότι η κόρη μιας γυναίκας-σύμβολο θα γεννιόταν σε ένα ιδανικό περιβάλλον ενδυνάμωσης. Σύμφωνα με τη Μόλι, όμως, η μητέρα της θα μπορούσε κάλλιστα να είχε πάρει κατοικίδιο αντί να κάνει παιδί. «Σε συνέντευξή της στη “Washington Post”, όταν ήμουν 2 χρόνων, είχε δηλώσει ότι στα 20 και στα 30 της δεν ήθελε παιδιά. “Αλλά στα 35 συνειδητοποίησα ότι, αν δεν αποκτήσω σύντομα ένα μωρό, θα κατέληγα να μαζεύω όλα τα αδέσποτα σκυλιά του Κονέκτικατ”. Πάντα αναρωτιέμαι αν θα ήταν πιο ευτυχισμένη με το σκύλο», καταλήγει.

«Σε συνέντευξή της στη “Washington Post”, όταν ήμουν 2 χρόνων, είχε δηλώσει ότι στα 20 και στα 30 της δεν ήθελε παιδιά. “Αλλά στα 35 συνειδητοποίησα ότι, αν δεν αποκτήσω σύντομα ένα μωρό, θα κατέληγα να μαζεύω όλα τα αδέσποτα σκυλιά του Κονέκτικατ”. Πάντα αναρωτιέμαι αν θα ήταν πιο ευτυχισμένη με το σκύλο».

«Μεγάλωσα πηγαίνοντας μαζί της παντού, στην τηλεόραση, στην εφημερίδα, στις φωτογραφήσεις. Ποτέ δεν είδα τον εαυτό μου ως την πρωταγωνίστρια της ζωής μου ή της παιδικής μου ηλικίας. Από μικρή γνώριζα ότι η μαμά μου δημοσιοποιούσε στα βιβλία της όλες τις λεπτομέρειες της οικογένειάς μας. Το ήξερα επειδή έρχονταν άγνωστοι σε μένα άνθρωποι και μου έκαναν αδιάκριτες ερωτήσεις, κάτι που σήμαινε ότι γνώριζαν πράγματα που δεν θα έπρεπε να γνωρίζουν. Ποτέ όμως δεν ήξερα ακριβώς τι ήξερε ο άλλος για μένα. Κατά κάποιον τρόπο, αυτό με έκανε ανοιχτή στην επικοινωνία. Κατ’ άλλους τρόπους, με έκανε ψυχοπαθή. Ποτέ δεν είχα ιδιωτικότητα, οπότε ποτέ δεν έμαθα τη σημασία της. Απλώς υπέθετα ότι όλοι ήξεραν τα πάντα για μένα και για όλους τους άλλους.

Η Μόλι Τζονγκ-Φαστ με τη μητέρα της, Έρικα Τζονγκ, συγγραφέα του «Fear of Flying», στην παρουσίαση του βιβλίου της πρώτης, «Normal Girl», στο Harmonie Club στη Νέα Υόρκη τον Ιούνιο του 2000. Η Μόλι στην ίδια παρουσίαση υπογράφει αντίτυπα του βιβλίου της. Η Έρικα με τον τρίτο σύζυγό της, Τζόναθαν Φαστ, και την κόρη της, Μόλι.

»Έφτασε στο σημείο να δημοσιεύσει την εμπειρία μου στο διαζύγιο των γονιών μου σε μια παιδική εικονογραφημένη έκδοση, το “Megan’s Book of Divorce“, όπου απλώς άλλαξε το όνομά μου. Στην περίφημη “σκηνή με τα εσώρουχα”, η μικρή Μέγκαν (δηλαδή εγώ) χωρίς σλιπ γονατίζει μπροστά στο κουτί με τα παιχνίδια της και φαίνεται σαν να κάνει στοματικό σεξ σε ένα λούτρινο σκυλάκι (στην ουσία, ψάχνει για τα χαμένα εσώρουχά της). Στους εκδότες άρεσε τόσο πολύ το σκίτσο με τα οπίσθια, που το έβαλαν και στο οπισθόφυλλο. Η μητέρα μου πούλησε τα δικαιώματα γι’ αυτό το εικονογραφημένο βιβλίο στο ABC και όταν γυρίστηκε ο πιλότος το 1985, με σταμάτησε από το σχολείο και πήγαμε στο Λος Αντζελες. Μείναμε στο Beverly Hills Hotel για ένα μήνα. Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνη την περίοδο, εκτός από το ότι βίωσε για άλλη μία φορά την αυταπάτη ότι τα είχε καταφέρει και δεν θα χρειαζόταν πλέον να ανησυχεί για τα χρήματα. Αλλά η σειρά δεν προβλήθηκε ποτέ, οπότε γυρίσαμε σπίτι.

«Έφτασε στο σημείο να δημοσιεύσει την εμπειρία μου στο διαζύγιο των γονιών μου σε μια παιδική εικονογραφημένη έκδοση, το “Megan’s Book of Divorce”, όπου απλώς άλλαξε το όνομά μου. Στην περίφημη “σκηνή με τα εσώρουχα”, η μικρή Μέγκαν (δηλαδή εγώ) χωρίς σλιπ γονατίζει μπροστά στο κουτί με τα παιχνίδια της και φαίνεται σαν να κάνει στοματικό σεξ σε ένα λούτρινο σκυλάκι (στην ουσία, ψάχνει για τα χαμένα εσώρουχά της)»

»Ποτέ δεν έμαθα τον αληθινό λόγο που χώρισαν οι γονείς μου. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι η μητέρα μου ψευδόταν γιατί διαρκώς άλλαζε το αφήγημα. Περιέγραφε μία ιστορία και μετά από λίγο την ακριβώς αντίθετη. Αυτή η ρευστή πραγματικότητα, αυτό το παράξενο ουτοπικό οικοσύστημα στο οποίο κατοικούσε και στο οποίο για ένα διάστημα κατοικούσα κι εγώ, με έκανε εντελώς ανίκανη να αναγνωρίζω τι είναι αληθινό και τι ψέμα για εκείνη. Αποτελούσε ένα είδος gaslighting δι’ αντιπροσώπου, σαν το σύνδρομο Μινχάουζεν, αλλά με έναν τρόπο πολύ πιο ανόητο. Μεγαλώνοντας έμαθα να μην εμπιστεύομαι κανέναν. Μόνο όταν έμεινα νηφάλια, στα 19 μου, άρχισα να μαθαίνω πώς να είμαι ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Πριν από αυτό, έκανα κάθε είδους λάθη που απομάκρυναν τους άλλους και έμενα έκπληκτη όταν εκείνοι απομακρύνονταν από εμένα. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί φερόταν τόσο άσχημα. Ίσως έφταιγε ο τρόπος που απέκτησε τη φήμη της όλα αυτά τα χρόνια, που οι αναγνώστριες την είχαν αναγάγει σε σωτήρα τους. Ίσως αυτός ήταν ο λόγος που φερόταν τόσο αυτάρεσκα, ίσως όμως να είχε τον ίδιο χαρακτήρα και προτού γίνει διάσημη. Η διάθεσή της επιβαρυνόταν από το μόνιμο άγχος μήπως χάσει τη δόξα της γιατί συνειδητοποιούσε, όπως οι περισσότερες διασημότητες, ότι η κατάσταση αυτή είναι εφήμερη. Ήταν απολύτως πεπεισμένη ότι κάποιος θα της έκλεβε την καριέρα της. Αυτός ο “κάποιος” θεωρούσε ότι θα ήμουν εγώ.

Η Έρικα Τζονγκ φωτογραφίζεται μόλις έχει ολοκληρώσει τη συνέχεια στο πολύ επιτυχημένο βιβλίο της «Fear of Flying». Η συνέχειά του έχει τον τίτλο «Fear of Dying» και ασχολείται με την ηλικία και τη σεξουαλικότητα. (2015). Η Έρικα ποζάρει με την κόρη της, Μόλι, τον Οκτώβριο του 1980 στη Νέα Υόρκη.

»Όταν έφυγε ο πατέρας μου από το σπίτι, ακολούθησε ένα επικό διαζύγιο, από αυτά με τις στρατιές δικηγόρων. Μετά όμως έφυγε και η μητέρα μου. Με άφησε στο Γουέστον με την νταντά μου, τη Μάργκαρετ, και μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου υιοθέτησε το τυπικό στυλ των 70s: μοιράστηκε ένα μικρό διαμέρισμα με μια άλλη εργένισσα. Ας ονομάσουμε ευγενικά το μέρος όπου ζούσαν ως τη “φωλιά των bachelorettes”. Όσο για μένα, έμεινα στο σπίτι στο Γουέστον για ένα χρόνο με τη Μάργκαρετ, μέχρι που τελικά μας πήρε μαζί της στη Νέα Υόρκη. Η μαμά μου είχε γνωρίσει έναν τύπο που ονομαζόταν Κας. Ηταν γύρω στα 20 και όμορφος. Υπέθεσα ότι ήταν χαζός, αλλά μπορεί και να μην ήταν. Μέχρι να μεγαλώσω αρκετά ώστε να μπορώ να κρίνω, είχαν χωρίσει.

«Όταν έφυγε ο πατέρας μου από το σπίτι, ακολούθησε ένα επικό διαζύγιο, από αυτά με τις στρατιές δικηγόρων. Μετά όμως έφυγε και η μητέρα μου. Με άφησε στο Γουέστον με την νταντά μου, τη Μάργκαρετ, και μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου υιοθέτησε το τυπικό στυλ των 70s: μοιράστηκε ένα μικρό διαμέρισμα με μια άλλη εργένισσα».

»Πολύς από το χρόνο της φεμινίστριας μητέρας μου ήταν κατειλημμένος από άνδρες. Ήταν πάντα ερωτευμένη με κάποιον. Τις περισσότερες φορές επρόκειτο για έναν προβληματικό τύπο, έναν κόμη χωρίς βασίλειο, έναν παντρεμένο συγγραφέα που ζούσε στο Μπρούκλιν ή ένα ναρκομανή ηθοποιό βήτα κατηγορίας. Μεταξύ του διαζυγίου της από τον πατέρα μου (σύζυγος νούμερο 3) και του γάμου της με τον πατριό μου (σύζυγος νούμερο 4) θήτευσαν πολλοί αρραβωνιαστικοί. Δεν μπορούσα παρά να φαντάζομαι τον καθένα τους ως πιθανό γονέα. Μου πήρε χρόνια για να καταλάβω ότι το χειρότερο πράγμα που μπορείς να κάνεις σε ένα παιδί είναι να του συστήνεις πιθανούς θετούς πατέρες σε καθημερινή βάση. Αλλά η φεμινίστρια μητέρα μου έψαχνε πάντα κάποιον να τη σώσει, κάποιον να τη βγάλει από το μυαλό της. Ήμουν 11 ετών όταν αποφάσισε να παντρευτεί τον Κεν. Είχαν σχέση ακριβώς 90 μέρες, δεν ήταν καν ο πρώτος αρραβώνας της εκείνη τη χρονιά. Αλλά για κάποιο λόγο ήθελαν να παντρευτούν. Ο Κεν αγαπούσε τη μαμά, δεν υπήρχε τίποτε άλλο στον κόσμο εκτός από τον έρωτά τους. Εξυπακούεται ότι δεν επρόκειτο να γίνω ουσιαστικά μέρος αυτής της νέας ζωής. Η μαμά και ο Κεν αγόρασαν ένα διαμέρισμα και αμέσως μετά τη μετακόμισή μας απέλυσαν τη Μάργκαρετ, τη μοναδική μου φίλη, τον πιο κοντινό μου άνθρωπο».

Η Έρικα Τζονγκ στο διαμέρισμά της με τις σκυλίτσες της, Κολέτ και Σιμόν. Η Έρικα με την κόρη της Μόλι στο «Playboy Playhouse» στο Χόλιγουντ (2019). Η Μόλι Τζονγκ-Φαστ καλεσμένη στην εκπομπή «The View» (Ιούνιος 2025). Το εξώφυλλο του βιβλίου της «How to Lose Your Mother: A Daughter’s Memoir» (2025).

Όταν οι ρόλοι αντιστρέφονται

«Φτάνουμε στο σήμερα, όπου περνάω τις μέρες μου νιώθοντας σαν ένα μικρό κορίτσι που φοράει τα τεράστια ψηλοτάκουνα της μητέρας του σε συναντήσεις με λογιστές, δικηγόρους και γιατρούς. Κάθε μέρα επισκέπτομαι τη μαμά και τον Κεν στο διαμέρισμα όπου μεγάλωσα. Δεν είναι παιδιά, όχι ακριβώς, αλλά δεν είναι πια ούτε ενήλικες. Είναι σαν άνθρωποι, μοιάζουν με ανθρώπους, αλλά δεν παίρνουν το είδος των αποφάσεων που παίρνουν οι άνθρωποι υψηλής ή ακόμα και μέτριας λειτουργικότητας, γιατί έχουν άνοια. Σύντομα θα πουλήσω το διαμέρισμα για να βάλω τη μητέρα και τον πατριό μου στο πιο ακριβό γηροκομείο του κόσμου. Για να τους πείσω, ερχόμουν κάθε μέρα με το διαφημιστικό του οίκου ευγηρίας, ένα πολυτελές βιβλίο με σκληρό εξώφυλλο και όμορφες φωτογραφίες από τα πέντε εστιατόρια, το γυμναστήριο, το σπα, το espresso lounge, το στούντιο γιόγκα, την πισίνα με θαλασσινό νερό. Η μαμά εντυπωσιαζόταν από τα εστιατόρια. Άλλοτε φαινόταν ανοιχτή στην ιδέα της μετακόμισης, άλλοτε όχι. Όμως επειδή και οι δύο βούλιαζαν στην άνοια, έως το βράδυ η συζήτηση είχε ξεχαστεί. Έπρεπε να τους την υπενθυμίζω κάθε πρωί. Δεν ήταν σαφές ότι καταλάβαιναν τι σήμαινε οτιδήποτε έλεγα, και η πραγματικότητα που σχεδίαζα γι’ αυτούς δεν άλλαζε: τους έβγαζα από το σπίτι τους. Το έκανα επειδή και οι δύο έχουν άνοια; Ή μήπως επειδή είμαι μια κακή κόρη που δεν θα αφιερώσει τη ζωή της στη φροντίδα τους; Είμαι μια κακή κόρη. Αλλά κι εκείνοι ήταν απαίσιοι γονείς, οπότε ίσως ταιριάζουμε. Στις σκοτεινές μου στιγμές είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου. Ξέρω ότι αυτό που κάνω είναι λάθος. Ξέρω ότι δεν θέλουν να πάνε εκεί. Πάντα θεωρούσαν τους εαυτούς τους τόσο ξεχωριστούς ώστε να μην είναι υποχρεωμένοι να κάνουν ό,τι κάνουν οι συνηθισμένοι άνθρωποι».

«Κάθε μέρα επισκέπτομαι τη μαμά και τον Κεν στο διαμέρισμα όπου μεγάλωσα. Δεν είναι παιδιά, όχι ακριβώς, αλλά δεν είναι πια ούτε ενήλικες. Είναι σαν άνθρωποι, μοιάζουν με ανθρώπους, αλλά δεν παίρνουν το είδος των αποφάσεων που παίρνουν οι άνθρωποι υψηλής ή ακόμα και μέτριας λειτουργικότητας, γιατί έχουν άνοια».

Αφού μεσολάβησε ένα χρονικό διάστημα, η Μόλι συνεχίζει την καταγραφή: «Σήμερα είναι η μέρα της μετακόμισης. “Σου δώσαμε πληρεξούσιο και μας κλείνεις σε οίκο ευγηρίας”, είπε η μαμά τη στιγμή που φτάναμε στο πιο ακριβό γηροκομείο του κόσμου. Αυτό ήταν εκ πρώτης όψεως αλήθεια. Είμαι το μόνο κομμάτι της Έρικα Τζονγκ στο σύμπαν εκτός από αυτήν, αλλά εκείνη ζει σε ένα γηροκομείο διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας την εφημερίδα. Λίγες μέρες αργότερα, τηλεφώνησα στον μπαμπά μου, το μόνο γονέα που μου είχε απομείνει. Του είπα ότι η μαμά δεν είχε πεθάνει ακόμη, αλλά δεν ήταν ακριβώς εκεί πια. Του είπα πόσο ένοχη ένιωθα. “Ξέρεις”, απάντησε εκείνος, “όταν ήσουν μικρή, η νταντά σου κι εγώ προσπαθούσαμε να την κάνουμε να περνάει χρόνο μαζί σου. Θέλαμε να την καταφέρουμε να μένει στο σπίτι έστω μία ώρα τη μέρα. Αλλά μάταια. Το περισσότερο που μπορούσε να καθίσει ήταν μισή ώρα”», θυμάται η Μόλι που, παρ’ όλα όσα λέει και έχει καταγράψει στα βιβλία της, παραμένει μια κόρη που δεν μπορεί παρά να αγαπάει τη μητέρα της. «Είχα περάσει όλη μου τη ζωή προσπαθώντας να ξεφύγω από τη μοναξιά της εγκατάλειψης από τους γονείς μου. Υπέθεσα ότι αυτό θα με απάλλασσε από το να θρηνήσω το θάνατό τους. Όπως συμβαίνει σχεδόν με όλα στη ζωή μου, έκανα μεγάλο λάθος. Ακόμα κι αν οι γονείς σου δεν σε αγάπησαν ποτέ, ή εσύ δεν τους αγάπησες ποτέ, ή κάποιος περίεργος συνδυασμός και των δύο, η θλίψη εξακολουθεί να έρχεται για όλους μας».

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below