Στο πάνθεον των αμήχανων στιγμών που έχω ζήσει μπαίνει εύκολα η μέρα που η κόρη μου, 3 χρονών τότε, στεκόταν δίπλα μου στο μπάνιο όσο έκανα μακιγιάζ και ξαφνικά με ρώτησε: «Γιατί βάφεσαι;». Ηταν μία από αυτές τις απλές και συνάμα υπερπολύπλοκες ερωτήσεις που μόνο τα νήπια ξέρουν να κάνουν, αλλά, χωρίς να το πολυσκεφτώ, απάντησα το κατάλληλο για ευαίσθητα μικρά αυτιά «γιατί μου αρέσει, αγάπη μου». Ηταν ένα τεράστιο ψέμα.

Μπορώ να σκεφτώ δεκάδες λόγους για τους οποίους βάφομαι, αλλά το «γιατί μου αρέσει» βρίσκεται στον πάτο της λίστας. Στην κορυφή είναι μάλλον το «γιατί φαίνομαι χάλια αυτή τη στιγμή» – και αυτή είναι δυστυχώς μια φράση που επαναλαμβάνεται καθημερινά, αθόρυβα, μπροστά σε αμέτρητους γυναικείους καθρέφτες μπάνιων, υπνοδωματίων, δοκιμαστηρίων και αυτοκινήτων. Μια γυναίκα που στέκεται μπροστά σε έναν καθρέφτη -με ή χωρίς λιλιπούτειο κοινό- δεν βλέπει απλώς τον εαυτό της, αλλά ένα σύνολο εκκρεμοτήτων. Μια σειρά από πράγματα που «πάνε λάθος». Ενα project προς βελτίωση που δεν ολοκληρώνεται ποτέ.

Ψεύτικες υποσχέσεις 

Η γυναικεία ενδυνάμωση μας υποσχέθηκε πως αυτό το φαινόμενο μπορεί να εξαλειφθεί. Μας έπεισε πως όσο αποκτάμε στιβαρή εκπαίδευση, επαγγελματική καταξίωση, οικονομική ανεξαρτησία και κοινωνική παρουσία, η εμφάνισή μας δεν θα αποτελεί πια κυρίαρχο κριτήριο αξίας. Here I am, στιβαρά εκπαιδευμένη, επαγγελματικά καταξιωμένη, οικονομικά ανεξάρτητη και κοινωνικά παρούσα, να εξετάζω στις 2 τη νύχτα την κυτταρίτιδά μου και να αναρωτιέμαι αν αρκεί να κόψω τα γλυκά διά παντός, αν πρέπει να δοκιμάσω λεμφικό μασάζ ή μεσοθεραπεία. Περνιέμαι για κάποια που σφύζει από αυτοπεποίθηση -και όντως έχω μπόλικη κάθε φορά που πρέπει να σταθώ μπροστά σε άλλους-, αλλά την ίδια στιγμή, ιδιωτικά, αφιερώνω περισσότερο χρόνο και ψυχική ενέργεια στο «πώς δείχνω» από ποτέ. Μακάρι να υποπτευόμουν πως είμαι η μόνη, τα νούμερα όμως φανερώνουν ότι είμαι μάλλον ο κανόνας και όχι η εξαίρεση: οι παγκόσμιες μελέτες επιβεβαιώνουν πως 3 στις 4 γυναίκες αισθάνονται δυσαρέσκεια με την εμφάνισή τους, ενώ, σύμφωνα με το International Society of Aesthetic Plastic Surgery, μέσα σε μια πενταετία (2020-2024) οι αισθητικές επεμβάσεις αυξήθηκαν συνολικά 42,5%.

Μια γυναίκα που στέκεται μπροστά σε έναν καθρέφτη δεν βλέπει απλώς τον εαυτό της, αλλά ένα σύνολο εκκρεμοτήτων. Ενα project προς βελτίωση που δεν ολοκληρώνεται ποτέ.

Οπως όλα δείχνουν, εν έτει 2026 όχι μόνο δεν έχουμε απελευθερωθεί από τα αισθητικά πρότυπα, αλλά αντιθέτως είμαστε δέσμιες των πιο σύνθετων, αγχωτικών και ανέφικτων beauty standards της Ιστορίας.

 Τα «πρέπει» που έγιναν αυτοφροντίδα  

Το πιο προβληματικό στοιχείο της σημερινής κουλτούρας είναι ότι οι απαιτήσεις της ομορφιάς μοιάζουν με τη Λερναία Υδρα -ικανοποιείς τη μία και ξεφυτρώνουν άλλες δύο-, ενώ ταυτόχρονα η νέα μορφή πίεσης είναι εξαιρετικά ύπουλη. Ολα αυτά τα χρόνια που υποτίθεται πως προοδεύαμε, το μόνο που καταφέραμε είναι μια ήπια μετάβαση από το «πρέπει να γίνεις καλύτερη» στο «μπορείς να γίνεις καλύτερη». Το άγχος της εμφάνισης απέκτησε απλώς καλύτερο μάρκετινγκ, αφού δεν παρουσιάζεται πια ως επιβολή, αλλά ως ευκαιρία. Κανένα περιοδικό και καμία τηλεόραση δεν σου λέει πια κατάμουτρα πως οφείλεις να είσαι όμορφη – σου λένε όμως πως υπάρχει η δυνατότητα να γίνεις «η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου», δηλαδή να βελτιστοποιηθείς, αν φυσικά το επιλέξεις. Έχουμε πειστεί πως δεν μας πιέζουν οι άλλοι πια – εμείς οι ίδιες πιέζουμε τον εαυτό μας να κάνουμε facials, lash lifts και brow laminations, να ξοδεύουμε μισό κατώτατο μισθό σε skincare, να τρώμε πρωτεΐνη σε κάθε γεύμα, να κάνουμε laser και ενέσιμα, και όλα αυτά βαφτίζονται «selfcare», πράξη αγάπης προς τον εαυτό και ενδυνάμωση. Αυτή η μετατόπιση δεν είναι αθώα, είναι κρίσιμη και επικίνδυνη, γιατί τουλάχιστον όσο η πίεση είναι εξωτερική και ορατή, μπορείς να της αντισταθείς. Οσο παρουσιάζεται ως προσωπική επιλογή και εσωτερικεύεται, πρέπει να επιτεθείς στον ίδιο σου τον εαυτό για να την αμφισβητήσεις.

Μεγαλώνοντας κόρες 

Οσες μεγαλώνουμε κορίτσια αισθανόμαστε ότι έχουμε την ηθική αποστολή να μην τους κληροδοτήσουμε τα δικά μας τραύματα και τις δικές μας ανασφάλειες. Να μην αντλούν την αυτοεκτίμησή τους από την εμφάνιση, να μην εγκλωβιστούν σε συγκρίσεις και φαύλους κύκλους ατέρμονης βελτίωσης. Να πιστέψουν πως είναι αρκετές ακριβώς όπως είναι. Παράλληλα με τις διαχρονικές ανασφάλειες, πολεμάμε να μην τις φτάσουν και καινοφανείς απειλές προς τη γυναικεία αυτοπεποίθηση, όπως τα φίλτρα, το AI και οι ψηφιακά τελειοποιημένες εκδοχές της ομορφιάς. Ή, έστω, όταν τις συναντήσουν, να τις βρουν ψυχικά θωρακισμένες.

Υπάρχει μια ήπια μετάβαση από το «πρέπει να γίνεις καλύτερη» στο «μπορείς να γίνεις καλύτερη». Το άγχος της εμφάνισης απέκτησε απλώς καλύτερο μάρκετινγκ, αφού δεν παρουσιάζεται πια ως επιβολή, αλλά ως ευκαιρία

Και έπειτα έρχεται η πραγματικότητα και σε χαστουκίζει, γιατί ό,τι κι αν χτίζουμε στην πρώτη δεκαετία ζωής, η εφηβεία το ισοπεδώνει, αφού είναι νομοτελειακά περίοδος αυτοπαρατήρησης και κοινωνικής σύγκρισης. Οι ορμόνες, οι αλλαγές στο σώμα, η ανάγκη του ανήκειν, όλα διαμορφώνουν μια βασική επιθυμία: να είσαι ελκυστικός στο αντίθετο φύλο και αποδεκτός από το δικό σου. Και όσο και να χτυπιόμαστε πως η εμμονή με την εμφάνιση είναι κοινωνικό κατασκεύασμα, δύσκολα παραβλέπουμε πως είναι ταυτόχρονα και εξελικτικό κατάλοιπο. Εδώ και χιλιάδες χρόνια η φυσική επιλογή συνδέει την ελκυστικότητα με την αναπαραγωγική επιτυχία και παρότι είναι δυσάρεστο να αποδεχτούμε την απλουστευμένη αλήθεια πως «οι ωραίες τα καταφέρνουν καλύτερα από τις άλλες», το να συνεχίζουμε εμείς να μιλάμε για το πώς πρέπει σταματήσουμε να αυτοπροσδιοριζόμαστε μέσω της αντρικής ματιάς ακούγεται στα εφηβικά αυτιά σαν διάλεξη για τη βαρύτητα την ώρα που πέφτεις από τον γκρεμό.

Γυναίκες vs γυναικών 

Και άλλωστε, για ποια αντρική ματιά μιλάμε; Τη μεγαλύτερη άμεση πίεση στις γυναίκες την ασκούν οι άλλες γυναίκες, ακόμα και εκείνες που έχουν θεωρητικά αποδομήσει τον εσωτερικευμένο μισογυνισμό. Υπερηφανευόμαστε για τις κοινότητες αλληλεγγύης που διαμορφώνουμε γύρω μας, αλλά ακόμα και εντός τους οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από το ποια «κρατιέται καλά», ποια «αφέθηκε», ποια «το παράκανε». Τα σχόλια μοιάζουν αθώα, σχεδόν άνευ βάρους, όμως η γλώσσα δεν είναι ποτέ ουδέτερη και διαμορφώνει από μόνη της ένα σύστημα κανόνων με το οποίο καλούμαστε όλες να συμμορφωθούμε. Καταγγέλλουμε τα beauty standards, αλλά ταυτόχρονα λυπόμαστε για εκείνη που εμφανώς πάχυνε ή την άλλη που παρέλειψε και αυτόν το μήνα να βάψει τα μαλλιά της. Και βεβαίως επαινούμε τη «φυσική ομορφιά», ενώ έχουμε πλήρη επίγνωση πως για να επιτευχθεί έχουν επενδυθεί χιλιάδες ευρώ και ώρες σε skincare, μη επεμβατικές θεραπείες, premium προϊόντα ομορφιάς, fitness προγράμματα και συμπληρώματα διατροφής.

Το μπράβο μας δεν προσφέρεται σε εκείνες που δεν κάνουν τίποτα, αλλά φυλάσσεται για εκείνες που κάνουν όλα εκείνα που δεν φαίνονται. Και αυτό, παραδόξως, απαιτεί ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια.

Παιχνίδι με ευνοϊκότερους όρους 

Ισως τελικά το ζητούμενο να μην είναι ένας νέος κόσμος όπου τα πρότυπα ομορφιάς θα έχουν εξαλειφθεί, αλλά η σοφότερη πλοήγηση σε αυτόν που ήδη έχει στηθεί γύρω μας. Ακόμα και οι πιο αφυπνισμένες ανάμεσά μας ξέρουν ότι δεν γίνεται να απορρίψουμε συλλήβδην τα beauty standards – μπορούμε να λέμε πως τα θεωρούμε επιφανειακά ή καταπιεστικά, αλλά κινούμενες μέσα σε κοινωνίες όπου η καλή εμφάνιση αποτελεί κεφάλαιο και ανταμείβεται κοινωνικά, επαγγελματικά, ακόμα και οικονομικά, σχεδόν καμία δεν θέλει να θέσει εαυτόν εκτός παιχνιδιού. Οι περισσότερες θέλουμε να παραμείνουμε στο πλαίσιο, αλλά με τρόπο που δεν θα μας εξουθενώνει ψυχικά.

Καταγγέλλουμε τα beauty standards, αλλά ταυτόχρονα λυπόμαστε για εκείνη που εμφανώς πάχυνε ή την άλλη που παρέλειψε και αυτόν το μήνα να βάψει τα μαλλιά της

Η επίγνωση ότι η σχέση μας με τον καθρέφτη ήταν και θα είναι πάντα πολυσύνθετη και θα εμπεριέχει χαρά, ματαιοδοξία, ανασφάλεια, ικανοποίηση και απογοήτευση είναι χρυσός. Μεγαλύτερη αξία από το να μη μας νοιάζει πώς δείχνουμε έχει το να ξέρουμε γιατί μας νοιάζει και μέχρι πού είμαστε διατεθειμένες να φτάσουμε για να βελτιωθούμε εξωτερικά χωρίς να υποφέρουμε εσωτερικά. Αλλωστε οι δύο κόσμοι μας αλληλοτροφοδοτούνται. Ποια δεν αισθάνεται περίφημα μετά από ένα makeover στο κομμωτήριο;

Η αυτοβελτίωση μπορεί να είναι χαρά αν είναι ξεκάθαρο ποια κομμάτια της ενσωματώνονται με φυσικότητα και ποια με άγχος. Η διάκριση είναι δύσκολη, αλλά θα μας επιτρέψει να παραμείνουμε στο παιχνίδι με μερικούς δικούς μας όρους, κάνοντας αυτά που μας ευχαριστούν και λέγοντας «όχι» σε όσα μας πιέζουν ασφυκτικά. Ισως αυτή είναι η πιο ρεαλιστική μορφή ελευθερίας που διαθέτουμε αυτή τη στιγμή. Και αν το καταφέρουμε, ίσως να απαντάμε και με μεγαλύτερη ειλικρίνεια στα τρίχρονα κορίτσια που μας ρωτούν γιατί βαφόμαστε.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below