Συγγραφέας που ξεχωρίζει για την υπαρξιακή του ανησυχία («Το επί ματαίω», «Μικρή Εγκυκλοπαίδεια Θανάτου») αλλά και τα εξαίσια παιδικά βιβλία του – αποδέκτης, εξάλλου, του Κρατικού Βραβείου Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου το 2023 («Για φαντάσου», εκδ. Μεταίχμιο), ο Κυριάκος Χαρίτος στρέφεται στο πιο πρόσφατο βιβλίο του σε μια επιστολική εξομολόγηση προς τη σιωπή. Στα «Γράμματα στην Παναγία» (εκδόσεις Πατάκη), η πίστη δεν παρουσιάζεται ως βεβαιότητα αλλά ως πορεία, και το ιερό γίνεται βαθιά ανθρώπινη ανάγκη. Ο Χαρίτος επιστρέφει σταθερά σε ερωτήματα γύρω από τη μοναξιά, την επιθυμία, την ουσία της ύπαρξης και τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για παρηγοριά, καθώς παραθέτει τα γράμματα ενός νέου άνδρα, που βρίσκεται στην έρημο με τους φίλους του, προς τη μητέρα του.
Σε ενδιέφερε η Παναγία περισσότερο ως θρησκευτικό σύμβολο ή ως απόλυτη μορφή μητρικής παρουσίας;
Αυτό είναι σχεδόν μια ψευδαίσθηση. Η Παναγία εδώ λειτουργεί ως παραλήπτρια. Ως δέκτρια ενός μηνύματος, μιας εξομολόγησης, μιας καταγραφής. Δεν περιστρέφεται γύρω από εκείνη το έργο πέρα από μια επιστολή που μιλά για εκείνη. Από την άλλη, το ότι παρουσιάζεται ως σταθερή συνομιλήτρια (ακόμα και στη σιωπή της) του γράφοντος καθ’ όλη τη διάρκεια της επί Γης παρουσίας Του ενώ στις Γραφές δεν αναφέρεται παρά μονάχα στη γέννηση και τον θάνατό Του είναι μια -κατόπιν εορτής- απονομή δικαιοσύνης.
Πόσο σε απασχόλησε η πολιτισμική και θρησκευτική φόρτιση που κουβαλά η μορφή της Παναγίας για έναν Έλληνα αναγνώστη;
Μονάχα στο βαθμό που έτρεφε τις παράλογες φοβίες μου. Κατά τη διάρκεια δηλαδή στιγμών μεγάλης αμφιβολίας αλλά και αγωνίας για την πρόσληψη του έργου και τυχόν αντιδράσεις που το καταστροφολογικό μου γονίδιο τις φαντασιωνόταν από λιντσάρισμα μέχρι αφορισμό.
Η άκρα ταπείνωση δηλαδή προϋποθέτει να έχεις κάτι να χάσεις. Σώμα να γυμνωθεί. Πλάτη να μαστιγωθεί. Στομάχι να νηστέψει. Στόμα να διψάσει. Περιουσία να τη δώσεις στον φτωχό. Ο Θεός δεν έχει κάτι να χάσει.
Στο βιβλίο σκιαγραφείται μια ανθρώπινη, πολύ κοντινή σχέση με το ιερό. Σε ενδιέφερε να φέρεις το θείο πιο κοντά στη σάρκα και την ανάγκη;
Μα δεν υπάρχει ιερό χωρίς σάρκα και ανάγκη. Τουλάχιστον στο επίπεδο το ανθρώπινο που οδηγείται στο ιερό και όχι στο εγγενώς ιερό, δηλαδή το εξαρχής άυλο. Γιατί η διαδρομή που θα πάρει το ανθρώπινο είναι μια διαδρομή απώλειας. Η αγιοσύνη είναι μια πλήρης απογύμνωση. Μια πλήρης απάρνηση. Η άκρα ταπείνωση δηλαδή προϋποθέτει να έχεις κάτι να χάσεις. Σώμα να γυμνωθεί. Πλάτη να μαστιγωθεί. Στομάχι να νηστέψει. Στόμα να διψάσει. Περιουσία να τη δώσεις στον φτωχό. Ο Θεός δεν έχει κάτι να χάσει.

Η επιστολική μορφή έχει πάντα κάτι από εξομολόγηση αλλά και από κατασκευή εαυτού. Εδώ τι σε ενδιέφερε περισσότερο: η εξομολόγηση ή η επινόηση μιας φωνής;
Και τα δύο εν τω αυτώ. Μονάχα έτσι θα μπορούσα να κλέψω την κατ’ εμέ φωνή του συγκεκριμένου προσώπου και να τη φυλακίσω μέσα στις λιγοστές αυτές σελίδες μη αντιλαμβανόμενος -ως ανόητος- πως ως ένα σχεδόν αστείο βαθμό θα κατέληγα να αυτοβιογραφούμαι.
Τα γράμματα αυτά μοιάζουν χαμένα για αιώνες, κι όμως πολύ σημερινά. Σε απασχολούσε η ιδέα ότι τα πιο παλιά υπαρξιακά ερωτήματα είναι και τα πιο σύγχρονα;
Δεν είναι ζήτημα απασχόλησης παρά ζήτημα γενετικού κώδικα και βιολογίας. Πεθαίνουμε όπως πέθαιναν οι άνθρωποι τότε. Φοβόμαστε όπως εκείνοι. Αμφιβάλλουμε όπως εκείνοι. Ψάχνουμε κάπου να πούμε τον πόνο μας. Και με τον ίδιο τρόπο ελπίζουμε πως δεν είμαστε φτιαγμένοι μονάχα από λάσπη.
Στα Γράμματα στην Παναγία η πνευματικότητα δεν παρουσιάζεται ως βεβαιότητα, αλλά ως πορεία. Θεωρείς ότι η αμφιβολία είναι πιο γόνιμη λογοτεχνικά από την πίστη;
Και τα δύο πιστεύω πως μπορούν να δώσουν αφορμή σε σημαντικά έργα τέχνης. Εμένα η αμφιβολία εντοπίζεται σε επίπεδο προσωπικό. Είναι δηλαδή μια γόνιμη -ελπίζω- αυτοαμφιβολία και αυτό κληρονομεί και ο χαρακτήρας του έργου μου που ήδη περπατά σε περιοχές με πολύ μεγαλύτερα διακυβεύματα.
Πεθαίνουμε όπως πέθαιναν οι άνθρωποι τότε. Φοβόμαστε όπως εκείνοι. Αμφιβάλλουμε όπως εκείνοι. Ψάχνουμε κάπου να πούμε τον πόνο μας. Και με τον ίδιο τρόπο ελπίζουμε πως δεν είμαστε φτιαγμένοι μονάχα από λάσπη.
Υπάρχει σήμερα χώρος για το θαύμα ή ντρεπόμαστε πια να μιλάμε γι’ αυτό;
Σήμερα η ψευδαίσθηση του θαύματος εξαντλείται στο τεφρώδες πεδίο της τεχνολογίας. Αν παρατηρήσει κανείς την ορολογία του μάρκετίνγκ της, είναι άκρως θρησκευτική. Καλλιεργεί την αίσθηση μιας δαχτυλικής παντοδυναμίας. Η κυριαρχία επί του κόσμου γίνεται με το πάτημα ενός link. Μ’ ένα διπλό κλικάρισμα. Μπλοκάρεις, σβήνεις, στέλνεις στο πυρ το εξώτερον. Εξαφανίζεσαι και εμφανίζεσαι με ένα log in. Και μετά, έρχεται ένας ωραίος καρκίνος, ένα αυτοάνοσο, μια κατά σάρκα συμφορά και γίνεσαι άχυρο που παρακαλά να σωθεί. Ψάχνεις το αληθινό θάμα. Αυτό που μέχρι τότε νόμιζες πως ήταν δωρεάν MB.

Σε ποιον γράφουμε όταν νιώθουμε ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να μας ακούσει πραγματικά;
Από τη στιγμή που γράφεις ήδη δημιουργείς τον παραλήπτη. Το ίδιο το χαρτί γίνεται η συντροφιά σου καταλύοντας την απελπιστική αίσθηση μιας αδιαχείριστης μοναξιάς. Σαν να φτιάχνεις ένα δώρο. Ελπίζεις ότι μια μέρα το δώρο κάποιος θα το παραλάβει. Μα το δώρο ήδη υπάρχει και σε εμπεριέχει.
Η κυριαρχία επί του κόσμου γίνεται με το πάτημα ενός link. Μ’ ένα διπλό κλικάρισμα. Μπλοκάρεις, σβήνεις, στέλνεις στο πυρ το εξώτερον.
Η γλώσσα των Γραμμάτων στην Παναγία σηκώνει ένα μεγάλο βάρος: να ακουστεί υπερβατική χωρίς να γίνει πομπώδης. Πώς προστάτευσες το κείμενο από αυτό τον κίνδυνο;
Ήθελα να χαθώ πίσω από το έργο. Όπως με κάθε έργο μου. Να μη φαίνομαι εγώ παρά το κείμενο. Μπορεί κι αυτό που λέω να είναι μια μπούρδα, αλλά έτσι το σκέφτηκα. Έπρεπε λοιπόν η γλώσσα να είναι σαν από υλικό της φύσης. Χώμα, πέτρα, νερό. Να μην υπάρχει τίποτα «αφύσικο». Σκέψου την εικόνα μιας μπλε ηλεκτρίκ πλαστικής σακούλας σε ένα οργωμένο χωράφι. Δεν το ήθελα αυτό. Βέβαια αρχικά το κείμενο είχε σημεία που επίτηδες ήθελα να ξενίζουν. Να πετάνε λίγο έξω τον αναγνώστη. Αλλά μετά τη δουλειά που κάναμε με την Ελένη Κεχαγιόγλου αφαιρέθηκαν.
Έχεις γράψει παιδικά βιβλία, ποίηση και πεζογραφία. Τι είδους εσωτερική μετατόπιση σου ζήτησε αυτό το βιβλίο ειδικά;
Το κάθε έργο μού λέει τι θέλει να γίνει. Όταν παρουσιάζεται η ιδέα ήδη φορά το ένδυμα του είδους που θα υπηρετήσει. Ελπίζω βέβαια κάποια στιγμή -αφού θα έχω φύγει- κάνοντας ένα zoom out, όπως μερικές φορές στο τέλος των ταινιών, όλα μου τα έργα να φανούν πως είναι ένα.



