Μια χρονιά που δεν ήταν και πολύ σίγουρη ότι ήθελε να παίξει στο θέατρο. Έχει επιλέξει και στο παρελθόν την αποχή από το να είναι σε ένα έργο που δεν έχει κάτι να της πει. Η παράσταση “Ο άλλος”, που ανεβαίνει στο Μικρό Χορν, κατάφερε να αλλάξει τα σχέδια της Μαριάννας Πολυχρονίδη που επιστρέφει στο σανίδι μετά από μια δύσκολη απώλεια, αυτή του Θάνου Μικρούτσικου. Το Marie Claire τη συνάντησε λίγες μέρες μετά την πρεμιέρα της παράστασης που έχει γνωρίσει ήδη ανταπόκριση από το θεατρικό κοινό της Αθήνας.

“Το έργο είναι του Φλοριάν Ζελέ. Είναι ένας σύγχρονος Γάλλος συγγραφέας,γύρω στα 40. Πρόκειται για το πρώτο του θεατρικό έργο. Το έγραψε το 2004 και βραβεύτηκε για αυτό, πήρε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου Γάλλου συγγραφέα. Είναι ένας συγγραφέας που είναι πολύ αγαπητός. Αν και Γάλλος, έχει παιχτεί πολύ σε αγγλόφωνες χώρες που δεν προτιμούν τους Γάλλους. Όλο το έργο κινείται μεταξύ παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος και μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Αυτό του δίνει μια πάρα πολύ μεγάλη ελευθερία, είναι πάρα πολύ έξυπνο” περιγράφει.

Συμπρωταγωνιστές της είναι ο Κωνσταντίνος Κάππας και ο Λεωνίδας Καλφαγιάννης. Δεν έχει ξαναδουλέψει με κανέναν από τους δύο. “Κι έχω μεγάλη χαρά γιατί είναι δύο συνάδελφοι που εκτιμώ πολύ. Τα πηγαίνουμε πάρα πολύ καλά οι τρεις μας. Η ισορροπία αυτή, το τρίγωνο, έχει στηθεί πάρα πολύ σωστά. Γιατί είναι κι ένα έργο ισορροπιών που πρέπει να μην μπατάρει πουθενά, πρέπει ο κάθε πυλώνας από τους τρεις να είναι στη θέση του και να είναι στημένα τα παιξίματα με πολύ μεγάλη λεπτομέρεια. Νομίζω αυτό το πετύχαμε. Φυσικά, οφείλουμε πολλά στη νεότατη σκηνοθέτη μας, την Αικατερίνη Παπαγεωργίου. Είναι ένα πολύ ξεχωριστό κορίτσι και είναι μόλις 26 ετών. Τελείωσε πρόσφατα τη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου και είναι αυτή έκανε το “πάντρεμα”. Είναι ένα κορίτσι με πολύ φρέσκιες ιδέες και μια νέα μέθοδο που έφερε σε εμάς και ήμασταν όλοι αυτιά και την ακούγαμε. Είναι παρήγορο αυτό, να συναντάς τόσο νέους ανθρώπους που είναι πολύ καλά καταρτισμένοι και έχουν κάτι να σου πουν” μας λέει.

“Είχα διαβάσει το έργο και μου άρεσε πολύ και όταν τη συνάντησα με τράβηξε πάρα πολύ αυτή η κοπέλα. Έχει κάτι πολύ φωτεινό και κάτι πολύ ωραίο και ζωντανό. Έχει μια έξυπνη ματιά και ήθελα πολύ να δουλέψω μαζί της. Δεν φοβήθηκα το νεαρό της ηλικίας της” παραδέχεται συμπληρώνοντας ότι θα ήθελε να ξαναδουλέψει μαζί της. Αυτή η νέα συνεργασία της δίνει μια φρεσκάδα που και η ίδια χρειάζεται. Αν και είναι από τις ηθοποιούς που την έχουμε δει πολλές φορές να δουλεύει με τους ίδιους ανθρώπους, σαν να έχει στήσει άτυπα μια δική της”ομάδα”.

“Όταν είμαστε μικροί ή όταν είμαστε εκτός αυτού του χώρου, μιλάμε για κλίκες. Λειτουργώντας όμως και δουλεύοντας μέσα στα χρόνια βλέπεις ότι δεν ισχύει αυτό. Η πραγματικότητα είναι ότι γνωρίζεις ανθρώπους κι αν δεις ότι σου κάνουν -ο κοινός παρονομαστής σε αυτά είναι η αισθητική – αν η αισθητική είναι κοινή και αν σας αρέσουν τα ίδια πράγματα και βλέπετε με τον ίδιο τρόπο την ίδια τη ζωή μόνο έτσι μπορείς να λειτουργήσεις. Μπορείς να πας να δουλέψεις και με άλλους αλλά επιστρέφοντας στους δικούς σου ανθρώπους είναι λίγο σαν να γυρίζεις στο σπίτι. Κι εγώ αντιλαμβάνομαι γιατί οι σκηνοθέτες έχουν τους ηθοποιούς τους που τους εμπιστεύονται. Γιατί πρέπει να αναπτυχθεί μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης για να μπορεί και ο σκηνοθέτης να είναι χαλαρός και να δώσει αυτό που είναι να δώσει αλλά και ο ηθοποιός να μπορέσει να λειτουργήσει μέσα σε μία συνθήκη. Θέλει χρόνο για να κερδίσει ο ένας τον άλλο. Είναι όπως και στις σχέσεις έξω στη ζωή. Θέλει χρόνο για να κερδηθούν και να δημιουργηθούν ισχυρές σχέσεις κι άμα δεις ότι δημιουργείται κάτι και προχωράει και προσφέρει και αρέσει, λες “γιατί να μην το επαναλάβω”.

Νιώθεις χορτασμένη από τις συνεργασίες σου;

Όταν ήμουν πολύ μικρή όντως μου ήρθαν κάποια δώρα. Η δουλειά αυτή που επιφύλασσε κάποια δώρα και ήταν από αυτά που δεν ονειρευόμουν καν. Δεν μπορούσα καν να ονειρευτώ ότι στα 22 μου θα δουλέψω με τον Κούνδουρο και στα 23 με τον Κακογιάννη και μάλιστα σε πρωταγωνιστικούς ρόλους. Ούτε ονειρευόμουν -το ονειρευόμουν αλλά δεν ήξερα ότι θα το κατακτούσα- το να περάσω με την πρώτη στη σχολή του Εθνικού. Είναι πράγματα που είναι θέμα τύχης αλλά είναι και θέμα σκληρής δουλειάς. Σου τυχαίνει κάτι αλλά το θέμα είναι να σε βρει και προετοιμασμένο τη στιγμή που θα σου τύχει. Αισθάνομαι τυχερή αλλά το χορτασμένη είναι μεγάλη λέξη. Πάντα αισθάνομαι ότι θα μπορούσα να έχω κάνει περισσότερα πράγματα αλλά εγώ είμαι κι ένας άνθρωπος που δεν λυσσάω για τη δουλειά. Θέλω να είμαι καλά και στη ζωή μου, θέλω να έχω και λίγο χρόνο για μένα. Φοβάμαι, πολλές φορές, ότι παθαίνοντας μια λύσσα για τη δουλειά και δουλεύοντας άπειρες ώρες, χάνεις πράγματα από την αληθινή ζωή και ξαφνικά γυρνάς πίσω και λες “ώπα, περάσανε τα χρόνια και στην τάδε ηλικία δεν έκανα αυτό, δεν έκανα εκείνο”. Προσπαθώ να βρίσκω την ισορροπία οπότε νιώθω καλά και πάντα παλεύω με αυτό.

Έχεις περάσει φάση που έπεσες στη δουλειά με τα μούτρα με αυτό τον τρόπο;

Έχω περάσει φάσεις που το έχω τερματίσει στη δουλειά. Δούλευα απανωτά χειμώνα καλοκαίρι, χειμώνα καλοκαίρι κι από το θέατρο στην τηλεόραση και την τηλεόραση στο θέατρο. Και δεν ζεις τίποτα. και σε ρωτάνε μα δε χάρηκες την τα΄δε τηλεοπτική επιτυχία; και λες μα δεν το ζούσα. Εγώ δεν έβγαινα έξω εκείνη την περίοδο, ξυπνούσα τα χαράματα, διάβαζα, πήγαινα στο γύρισμα 10 ώρες, μετά πήγαινα κατευθείαν στο θέατρο και μετά γύριζα σπίτι μου και έπρεπε ή να διαβάσω ή να πέσω να κοιμηθώ για να ξυπνήσω το χάραμα να διαβάσω. Αυτό όλο δεν εμπεριέχει καμία χαρά. Εμπεριέχει αυτή την τρέλα που φυσικά, ναι, χτίζεις για παρακάτω αλλά νομίζω πρέπει να έχουμε την ψυχραιμία να κάνουμε μισό βήμα πίσω και να παίρνουμε μία ανάσα. Υπήρξε διάστημα που είπα δεν είμαι καλά και θέλω να τα παρατήσω. Ακριβώς για αυτό, από το πολύ κάψιμο. Και τώρα πια έχω πει στον εαυτό μου ότι δεν θα το κάνω αυτό. Θέλω να παίρνω ανάσες: για να χαίρομαι, να γεμίζω μπαταρίες, να διαβάζω, να παίρνω έμπνευση, να δω τι θέλω να κάνω μετά. Γιατί κάπως σε παίρνει και μία φόρα και κάνεις και πράγματα που δεν είναι και επιλογές σου.

Αυτή η φιλοσοφία είναι απόρροια σκέψης στην πορεία των χρόνων ή έχεις φάει και χαστούκια;

Τα έχω φάει τα χαστούκια μου και έχω ρίξει και η ίδια στον εαυτό μου. Νομίζω έτσι πρέπει να γίνεται. Γιατί οι καλλιτέχνες και ειδικά εμείς που είμαστε μπροστά στα φώτα και κάνουμε δουλειές που φαινόμαστε, είναι εύκολο να νομίσεις ξαφνικά ότι είσαι το κέντρο του κόσμου και όλοι ασχολούνται μαζί σου και  με το τι θα κάνεις. Αυτό αλίμονο αν δεν κάτσεις να σκεφτείς πέντε πράγματα για τη δουλειά σου, για το ποιος είσαι και το αν αυτό ισχύει ή δεν ισχύει. Που δεν ισχύει πια. Ειδικά σε αυτή τη χώρα. Αν κάτσουμε να αναλογιστούμε και το μέγεθος της χώρας στην οποία ζούμε, μου φαίνεται τρομερά αστείο το ότι κάποιοι άνθρωποι την ψωνίζουν. Είναι αστείο γιατί και οι δουλειές που κάνουμε είναι δουλειές που έχουν έναν συγκεκριμένο λόγο που γίνονται. Δεν είναι δουλειές που χωρίς εμάς δεν θα μπορούσε ο κόσμος να υπάρχει. Δεν είμαστε χειρουργοί για να σώζουμε ζωές, δεν είμαστε επιστήμονες που θα βρούμε το εμβόλιο για τον κορωνοϊό. Αυτοί δηλαδή οι άνθρωποι τι πρέπει να κάνουν, αλήθεια;

Μέσα από την Τέχνη όμως μπορεί να ξεκινήσει μια επανάσταση.

Σαφέστατα και μπορεί να ξεκινήσει μια επανάσταση κι εμένα μου αρέσει οι καλλιτέχνες να σκέφτονται έτσι. Είμαι από τους καλλιτέχνες που αισθάνομαι ότι μπορώ να επηρεάσω γιατί οφείλω να επηρεάσω και να δίνω τροφή για σκέψη στον κόσμο. Αυτό καθρεφτίζεται κατά κάποιον τρόπο στις επιλογές μου. Οπότε αυτός μοιραία είναι ένας λόγος που σε κάνει να πάρεις μια απόσταση πολλές φορές. Να κάτσεις να σκεφτείς: ωραία, τώρα τι θέλω να κάνω;

Υπεραναλύεις τις προτάσεις που σου έρχονται εξαιτίας αυτού;

Παλαιότερα πήγαινα πολύ με το ένστικτο. Τώρα τελευταία νιώθω μεγαλύτερη ευθύνη και ναι, το κάνω. Προσπαθώ να μην υπεραναλύω αλλά να αναλύω. Δεν θα πήγαινα να παίξω σε ένα έργο που δεν μου λέει κάτι. Διαβάζοντας ένα έργο, αν νιώθω ότι δεν θέλει να μου πει τίποτα ή μου λέει κάτι το οποίο είναι πολύ μασημένο γα ποιο λόγο να πάω να παίξω και να το παρουσιάσω;

Για το οικονομικό ίσως;

Αν με ενδιέφερε το οικονομικό κομμάτι μόνο, θα είχα πάει σε τελείως άλλο δρόμο. Είχα τα προσόντα να πάω σε άλλο δρόμο αν ήθελα. Δε διάλεξα αυτό το δρόμο, καλώς ή κακώς. (Γελάει.)  Σαφώς και είμαι άνθρωπος που ζω από τη δουλειά μου οπότε το βιοποριστικό θα μπει κάπως στη μέση. Σίγουρα θα ζυγίσεις κάποια πράγματα. Δε γίνεται να είσαι μόνο με το λάβαρο της επανάστασης και δεν πειράζει βρε αδερφέ, ας μη πληρώνομαι. Θα πρέπει και κάτι να φάω για να ζήσω. Δεν είναι όμως το πρώτο πράγμα που θα σκεφτώ για να αποδεχτώ μια δουλειά.

Είσαι περήφανη για τις επιλογές που έχεις κάνει μέχρι τώρα;

Για κάτι παραπάνω από 90%, ναι.

Αν γυρνούσες το χρόνο πίσω, θα περιόριζες την τρέλα που έζησες με τα Μυστικά της Εδέμ ή θεωρείς καλώς έγινε γιατί ήταν η εκκίνηση;

Αμέσως μετά τα Μυστικά της Εδέμ είπα τα ότι τα παρατάω όλα και πάω να ζήσω στην Κρήτη. Δεν το εκμεταλλεύτηκα αυτό καθόλου και πραγματικά ένιωσα ότι έχω γκώσει και θέλω να πάω να ζήσω στην Κρήτη. Πήγα στην Κρήτη και είδα ότι δεν είμαι καλά και γύρισα πίσω, οκ.

Η Κρήτη είναι πάντα στο μυαλό σου σαν σανίδα σωτηρίας;

Δεν υπάρχει πια. Επειδή το έκανα, είδα ότι δεν μπορώ. Αν έκανα άλλη δουλειά, που δεν είχε να κάνει με την Τέχνη γιατί δυστυχώς εδώ στην Ελλάδα μόνο στην Αθήνα μπορείς να δημιουργήσεις και να είσαι μέσα στα πράγματα είτε στο θέατρο είτε στη μουσική είτε στην τηλεόραση είτε στο σινεμά. Αν έκανα τελείως άλλη δουλειά μάλλον δεν θα ζούσα στην Αθήνα. Μπορεί να ήμουν στην Κρήτη ή την Τήνο, στο άλλο μου μέρος. Είμαι τυχερή γιατί έχω δύο πού ωραία μέρη που είναι σανίδα σωτηρίας για λίγο. Πας εκεί το καλοκαίρι, αράζεις, κατεβάζεις τους διακόπτες σου και γειώνεσαι κάπως. Για τώρα λοιπόν δεν υπάρχει τέτοιο Plan Β. Μπορεί αργότερα, στα γεράματα.

Η μουσική πώς μπήκε στη ζωή σου;

Ήμουν από αυτά τα παιδάκια που λέγαν από δύο χρονών θα γίνω ηθοποιός και τραγουδίστρια. Δε με πίστευε κανείς. Γιατί ήμουν εξωφρενικά ντροπαλή. Στην τάξη ήμουν ένα παιδί στη γωνία που δε σήκωνε το χέρι του μη τυχόν και πω λάθος (σ.σ. ήταν μια άριστη μαθήτρια). Είχα ανακαλύψει όμως πολύ νωρίς ότι τραγουδάω ωραία. Έχω και αποδείξεις. Έχω μια μια κασέτα από 2,5 χρονών που πραγματικά -την άκουγα προ καιρού- λέω πολύ δύσκολα πράγματα πάρα πολύ καλά. Θυμάμαι, όταν ήμουν 13-14 και μέναμε στην Κρήτη -γιατί μετά τα 12 φύγαμε από την Αθήνα και πήγαμε στην Κρήτη- είδα μια μέρα στο Creta tv διαφήμιση για το Ωδείο Ηρακλείου και λέγαν ότι υπάρχει τάξη κλασικού τραγουδιού. Μαμά τρέχα πρέπει να πάω στο Ωδείο επιτέλους να κάνω κλασικό τραγούδι. Αυτό το ήθελα από πάντα. Πάμε στο Ωδείο με τη μαμά μου και μου λέει ο διευθυντής ότι δεν γίνεται γιατί πρέπει να έχω κλείσει τα 17 για να έχουν διαμορφωθεί οι φωνητικές χορδές. Αν θέλεις όμως να έχεις επαφή με τη μουσική μπορείς να ξεκινήσεις ένα όργανο, να ξεκινήσεις θεωρία, να μπεις στη χορωδία του Ωδείου. Λέω εντάξει και ξεκίνησα κλασική κιθάρα. Ήμουν πάρα πολύ πορωμένη. Έπαιζα και προχωρούσα και μόνη μου παρακάτω. Όταν έκλεισα τα 17 και πήγα Γ’ Λυκείου ξεκίνησα όντως το κλασικό τραγούδι. Αυτό υπήρχε πάντα μέσα στο μυαλό μου και στη ζωή μου τελικά. Όταν μετά τελείωσα το Λύκειο ήρθα στην Αθήνα και συνέχισα το κλασικό τραγούδι παράλληλα με τις σπουδές στο Εθνικό Θέατρο. Και όταν ήμουν στο τρίτο έτος της σχολής γνώρισα τον Λουδοβίκο των Ανωγείων  μέσω κοινών φίλων από την Κρήτη και ξεκίνησα πια επαγγελματικά, στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, με τον Λουδοβίκο και τον Ψαραντώνη. Εκεί πια κατάλαβα ότι αυτό το πράγμα με αφορά πολύ. Οπότε υπάρχει από πάντα παράλληλα. Πολλοί δεν το ξέρουν, με ξέρουν σαν ηθοποιό λόγω των τηλεοπτικών σειρών αλλά είναι κι αυτοί που δεν παρακολουθούν τηλεόραση και μα ξέρουν σαν τραγουδίστρια.

Έχεις μπει στη διαδικασία να σκεφτείς ότι πρέπει να διαλέξεις ένα από τα δύο;

Σε αυτή τη διαδικασία δεν έχω μπει ποτέ γιατί δεν μπορώ. Γιατί αν ήταν να διαλέξω θα είχα διαλέξει και γιατί αυτό που πολύ καθαρά αισθάνομαι είναι ότι αν έχω πολύ καιρό να κάνω το ένα από τα δύο, μου λείπει πάρα πολύ. Οπότε δεν θα διαλέξω, θα κάνω και το ένα και το άλλο και όπου μας βγάλει.

Δεν είναι κουραστικό να έχεις ανοιχτές κεραίες σε δύο πράγματα ή τα θεωρείς παντρεμένα;

Παντρεμένα δεν είναι. Παλαιότερα τα θεωρούσα αλλά δεν είναι, τελικά. Είναι όντως δύο διαφορετικοί κόσμοι που έχουν, φυσικά, πολλά κοινά. Κουραστικό είναι. Από την άλλη κι εγώ δεν είμαι άνθρωπος που κυνηγάει και πάρα πολύ τα πράγματα. Έχω πολύ μεγάλη τύχη σε σχέση με αυτό. Όντως μου έχουν έρθει δουλειές και άνθρωποι στο δρόμο μου χωρίς να το επιδιώξω και χωρίς να τους κυνηγήσω.

Και στη μουσική όμως κινείσαι σε πολύ συγκεκριμένο δρόμο: Λουδοβίκος των Ανωγείων, Σωκράτης Μάλαμας, Νίκος Κηπουργός, Κώστας Λειβαδάς, Θάνος Μικρούτσικος.

Κανέναν από αυτούς τους σημαντικότατους ανθρώπους δεν τον προσέγγισα εγώ. Έτυχε, τα έφερε έτσι η ζωή μου και με προσέγγισα αυτοί. Φυσικά, αυτό που λαμβάνεις έχει να κάνει με αυτό που εκπέμπεις και με το σε τι χώρους κινείσαι. Σε αυτούς τους χώρους κινούμαι, με αυτούς τους ανθρώπους συνδιαλέγομαι, με αυτούς θα έρθω πιο κοντά και θα δουλέψω. Αναγκαστικά γίνεται αυτό. Δεν έχει να κάνει με το να αποφασίσω, δεν είχα βάλει ποτέ στόχο ότι θέλω να δουλέψω με αυτόν. Αυτό δεν το είχα κάνει ούτε στο θέατρο ούτε στην τηλεόραση. Κάπως με πήγε ο δρόμος αλλά νομίζω έχε να κάνει με αυτό που εκπέμπεις και με αυτό που βλέπει ο άλλος από σένα. Ξέρω ότι δεν θα με διάλεγαν κάποιοι άλλοι άνθρωπο από άλλη όχθη, άλλο είδος. Ξέρω ότι δεν θα με επέλεγαν και είναι μοιραίο αυτό το πράγμα.

Όταν ήρθε στη ζωή σου ο Θάνος Μικρούτσικος, ήταν σαν δώρο;

Είναι τώρα αυτή η περίοδος που κάνω απολογισμό και σκέφτομαι κάθε μέρα τι μου έδωσε ο Θάνος. Γιατί τα βλέπω μπροστά μου, στον τρόπο που λειτουργώ πια και τώρα που έφυγε γίνεται πιο έντονα αυτό. Με τον Θάνο γνωριστήκαμε στα τέλη του 2015 που κάναμε την παράσταση στο Badminton για τη ζωή και το έργο του Καββαδία, το ¨Ταξίδι στο Σταυρό του Νότου”. Ο Θάνος είχε τύχει να με έχει ακούσει στο προηγούμενο μιούζικαλ που έπαιζα στο Badminton, στο “Βιολιστής στη στέγη” κι επειδή ήξερε ότι τραγουδάω είχε παραγγείλει να τραγουδήσω στην παράσταση για τον Καββαδία το ομότιτλο, το “Σταυρό του Νότου”. Στις πρώτες πρόβες δεν ήταν εκεί. Όταν κάνουμε μουσικά έργα συνήθως στην αρχή να κάνουμε την προετοιμασία μόνοι μας οι ηθοποιοί. Ωστόσο ήταν ο Γιάννης Τσόλκας, ο πιανίστας και κάναμε πρόβες εμείς. Μια μέρα ήρθε ο Θάνος -κι από εκεί και πέρα ερχόταν πια, τον τελευταίο μήνα- και μου λέει κοίταξε, αυτό το τραγούδι έχει μία δυσκολία και μια ευκολία: είναι 7 στροφές ίδιες. Οπότε αυτό ήταν εύκολο φυσικά αλλά ήταν και δύσκολο γιατί ήταν μονότονο. “Εγώ θέλω να σου πω δυο τρία πραγματάκια, δεν είναι τίποτα”, μου λέει, “να κάνεις κάποιες διαφοροποιήσεις και να γίνει πού ωραίο. Ξέρω ότι θα το πεις καλά. Μην αγχώνεσαι τώρα που είμαι εδώ. Θα το κάνουμε κάποια στιγμή στο σπίτι, θα πάμε να το κάνουμε μια ωρίτσα στο σπίτι μου μια μέρα και εντάξει, το’ χεις. Παίξτε το τώρα όπως το κάνετε στην πρόβα αλλά σου λέω ότι δεν το λαμβάνω υπόψιν μου αυτό που θα ακούσω γιατί θέλω να σου πω κάποια πράγματα.” Και ξεκινάμε τη σκηνή που είχε μέσα το τραγούδι. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό το στιγμιότυπο, ήταν από τις πιο συγκινητικές στιγμές στη ζωή μου: Παίζει ο Γιάννης και ξεκινάω εγώ το τραγούδι και βλέπω στην πορεία του τραγουδιού τον Θάνο, έτσι όπως ήταν και πολύ χειμαρρώδης και πολύ εκδηλωτικός, να πορώνεται. Έλεγε: Ρε δε το πιστεύω, αυτή κάνει από μόνη της αυτό που θα της έλεγα. Δίνει μια αγκωνιά,σπρώχνει τον Τσόλκα, τον διώχνει από το πιάνο και κάθεται και συνεχίζει αυτός από ένα σημείο και μετά. Ήταν μια ιερή στιγμή αυτή στην πρόβα. Είχαμε μείνει όλοι. Είναι κι από τις στιγμές που βγαίνεις από τον εαυτό σου. Λες, τώρα εγώ είμαι; Συμβαίνει κάτι. Μόλις τελείωσε αυτή η πρόβα μου λέει: κορίτσι μου, θέλω όταν κάνουμε πρεμιέρα να κάνουμε ένα μεγάλο ραντεβού γιατί θέλω να σου πω κάποια πράγματα. Μέχρι την πρεμιέρα μου έδωσε κι άλλα τραγούδια στην παράσταση, πες και λίγο από αυτό, πες κι μια στροφή από το άλλο, βάλε και μια στροφή από εκείνο. (Γελάει.) Γενικά σε όλη την πορεία μας μέχρι την πρεμιέρα άρχισε να χτίζεται μια πολύ ωραία σχέση. Μου έφερνε κάθε μέρα στο θέατρο CD. Μου χάριζε CD του να ακούσω, να μάθω κι αυτό να ακούσω κι εκείνο. Ήταν τόσο πολύπλευρος συνθέτης ο Θάνος. Μετά κάναμε αυτό το μεγάλο ραντεβού, μου είπε κάποια πράγματα τα οποία βλέπει σε εμένα αλλά μου είπε “κοίταξε να δεις, για να φτάσεις αυτό που εγώ έχω στο μυαλό μου θέλει αφοσίωση, θέλει δουλειά, πρέπει να μελετάς τόσες ώρες την ημέρα, πρέπει…πρέπει… πρέπει… Αν θέλεις να ξεκινήσουμε αυτό το ταξίδι, αυτό το πείραμα, πάμε.” Δεν το σκέφτηκα καν.

Δεν σε τρόμαξε και λίγο;

Με τρόμαξε γατί δεν τον ήξερα. Για αυτό ήμουν πολύ κρατημένη. Βλέπεις έναν άνθρωπο, που είναι αυτός ο άνθρωπος, να είναι τόσο ενθουσιασμένος και που δεν τον ξέρεις καθόλου και φοβόμουν. Λέω ντάξει οκ, μπορεί σε μια βδομάδα να αλλάξει γνώμη, εγώ θα πω ναι παρατάω όλα; Πρέπει να είμαι λίγο κρατημένη, να είμαι γειωμένη. Κατάλαβα ότι για ένα διάστημα πρέπει να μη δουλεύω στο θέατρο. Για τα επόμενα δύο χρόνια δεν έκανα καθόλου θέατρο. Έκανα ξανά μαθήματα τραγουδιού από την αρχή, δυο μέρες τη βδομάδα ήμουν στο σπίτι του Θάνου και δουλεύαμε. Μου έδινε ύλη κάθε φορά, ότι για την επόμενη φορά θέλω να μελετήσεις αυτά τα κομμάτια. Ήταν ένα ταξίδι πολύ σπουδαίο μέσα μου και σε σχέση με τα όριά μου με τη μουσική και σε σχέση με το τι μαθαίνεις για τη ζωή γενικότερα. Το να βλέπεις έναν τόσο σπουδαίο και φτασμένο άνθρωπο να κρατά αυτή τη στάση ζωής, είναι αποκαλυπτικό. Ποια ήταν η στάση ζωής; Αυτό που έλεγε ο Θάνος, να μη χάνετε δευτερόλεπτο από τη ζωή σας, το έκανε κιόλας. Έβαζε ξυπνητήρι κάθε πρωί στις 8 και καθόταν στο πιάνο για ώρες. Κια του έλεγα εγώ, μα καλά χωρίς να έχεις κάποιο project, δεν είναι ότι είχες να παίξεις εκεί ή ότι έγραφες αυτή τη στιγμή κάτι. Μου έλεγε: όχι, χωρίς να έχω. δεν είναι η δουλειά μου; δεν πρέπει να κάτσω και να ασχοληθώ και να γίνω καλύτερος; Αυτό εγώ τώρα πια το έλω και νομίζω ότι θα το λέω για πάντα μέχρι να πεθάνω. Αλήθεια. Όπου μυ δίνεται βήμα θα το λέω. Γιατί είναι μάθημα ζωής για όλους τους ανθρώπους όλων των ηλικιών. Αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν τυχαίο ότι έφτασε εκεί που έφτασε γιατί δεν επαναπαύτηκε ποτέ.

Ήταν και τρομερά γενναιόδωρος με τα νέα παιδιά.

Αυτό είναι ένα άλλο κομμάτι που είναι εξαιρετικά σημαντικό. Εγώ πολλές φορές δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που μου συμβαίνει. Όταν ο Θάνος είπε ωραία ήρθε η ώρα να κάνουμε το δίσκο, εγώ ας πούμε θεωρούσα ότι δεν είμαι έτοιμη αλλά εκείνος ήταν σίγουρος για μένα σε φάσεις που εγώ δεν ήμουν. Και  ήθελε να έχουμε τους καλύτερους συνεργάτες, τους καλύτερους ανθρώπους γύρω μας. Επέλεξε η Λίνα Νικολακοπούλου να γράψει στίχους, πήρε στίχους που είχε ήδη από τον Άλκη Αλκαίο και τον Μάνο Ελευθερίου. Επέλεξε τον Γιάννη Δούκα που είναι μια πολύ εξαιρετική περίπτωση νέου ανθρώπου. Είναι ο γιος της Μάρως Δούκα, ένας άνθρωπος στην ηλικία μου με πολύ χαρακτηριστική δική του πορεία. Είναι συγγραφέας, είναι ποιητής, ειναι ένα παιδί πολύ φωτισμένο. Όλη αυτή η διαδικασία του δίσκου ήταν πραγματικά ένα δώρο γα μένα, τρομερά γενναιόδωρο. Κι αυτό το έβλεπες στον Θάνο όταν πήγαινες να τον ακούσεις live. Ο τρόπος που μιλούσε για τους μουσικούς του, ο τρόπος που στην υπόκλιση αβάνταρε πάντα τους νέου ήταν βαθιά συγκινητικός. Αυτός ας πούμε ήταν ένας χορτασμένος άνθρωπος. Και το είπε στο τέλος, λίγο πριν φύγει: έχω χορτάσει, έχω ζήσει πάρα πολλά πράγματα, είμαι καλά. Αυτό είναι πολύ μεγάλο και πολύ σημαντικό και κάπως μαλακώνει στους δικούς του ανθρώπους τον πόνο της απώλειας. Το να φτάνει κανείς να λέει ότι έχω ζήσει ρε παιδί μου κάποια πράγματα και είμαι εντάξει με το να φύγω -κανείς δε χαίρεται που φεύγει  αλλά το να φτάσεις σε αυτό το σημείο- είναι πολύ σημαντικό.

Ακολούθησε αυτά που έλεγε μέχρι τέλους και συνέχισε να είναι ενεργός, να ονειρεύεται, να παίρνει ζωή από τα σχέδια, να κάνει συναυλίες…

…να ασχολείται με το κοινό καλό, με τη δικαιοσύνη, το να είναι ο διπλανός του καλά, να κάνει πολιτική πράξη αυτά που λέει επί της ουσίας.

Ακόμα και την περίοδο που επικοινώνησε ανοιχτά ότι είναι άρρωστος παρέμεινε δραστήριος. Αυτό είναι παράδειγμα προς μίμηση.

Είναι μεγαλειώδες. Και για αυτό νομίζω πήρε και τόσο μεγάλες διαστάσεις αυτή η απώλεια. Και οι άνθρωποι που συναντηθήκαμε μαζί του αλλά και οι άνθρωποι που δεν το γνώρισαν αλλά συναντήθηκαν μαζί του μέσα από το έργο του, κατάλαβαν αυτή τη διαφορά ανάμεσα στον Θάνο και κάποιους άλλους, σπουδαίους δημιουργούς. Ήταν ανθρώπινο όλο αυτό το πράγμα, ήταν αληθινό, είχε υπόσταση. Ήταν και στη ζωή αυτό που έλεγε κι αυτό είναι το σπουδαίο και αυτό που εγώ θα κρατήσω μέσα μου για πάντα.

Είναι μέτρο σύγκρισης για τα επόμενα; Λες, μετά τον Θάνο τι;

Αν κάτσω να σκεφτώ έτσι μάλλον πρέπει να πάω σπίτι μου. Αντίστοιχα και για τους σκηνοθέτες. Στα 22 μου ήταν ο Κούνδουρος, στα 23 ο Κακογιάννης και μετά τι; Μετά δεν πρέπει να υπάρχει τίποτα άλλο. Με όλες αυτές τις σπουδαίες προσωπικότητες αν τύχει να συναντηθείς μαζί τους, εγώ ατό είναι που σκέφτομαι τελευταία, έχεις χρέος να κάτσεις και να σκεφτείς πάρα πολύ καλά και να αφομοιώσεις το τι σου άφησε αυτή η συνάντηση. Κι από εκεί και πέρα να προσπαθείς εσύ για το καλύτερο. Αν ρωτούσε κανείς τον Θάνο, τον Κούνδουρο ή τον Κακογιάννη -αφού τώρα αναφέρουμε αυτούς τους τρεις μεγάλους- κανείς από τους τρεις δεν πίστευε ότι ήταν ο σπουδαιότερος όλων και ότι μετά από αυτούς δεν υπάρχουν συνεχιστές. Μα για αυτό είχε τόση αγάπη απέναντι στους νέους και τόση γενναιοδωρία. Γιατί ήθελε να μεταδώσει αυτή τη φλόγα και αυτό το πάθος γα τη δουλειά και την τέχνη και την ποίηση… στους νέους. Οπότε οφείλουμε να δουλέψουμε για αυτό και να το πάμε παρακάτω. Το να βρούμε τον τρόπο και να δούμε με ποιους θα συναντηθούμε από εδώ και πέρα, είναι στο χέρι μας. Εγώ νιώθω πολύ ενεργοποιημένη μετά από όλο αυτό και ότι πρέπει πια να πάρω κάποια πράγματα στα χέρια μου. Το νιώθει σαν χρέος και απέναντι στον Θάνο αλλά και απέναντι στον εαυτό μου.

Είναι ωραίο που το έχεις έτσι στο μυαλό σου.

Κι έγινε από την πρώτη στιγμή. Αυτή δεν είναι η ουσία του να συναντιέσαι με έναν τόσο μεγάλο άνθρωπο; Να γίνει κατευθείαν πράξη αυτό που πίστευε, αυτό που ένιωθε. Το ένιωσα στο πετσί μου, έζησα μαζί του τόσο καιρό. Δε γίνεται, πρέπει να το κάνω πράξη.

Πιστεύεις, μελλοντικά, θα διαχωριστεί για σένα το τραγούδι και η υποκριτική;

Δεν ξέρω. Αυτό είναι κάτι που παλεύω. Είναι μια προσωπική μάχη. Ξέρω ότι δεν με ενδιαφέρει το μιούζικαλ, που συνδυάζει και τα δύο, με τη μορφή μου ξέρουμε. Γιατί δεν συμπεριλαμβάνουν ούτε τα κείμενα ούτε και τα τραγούδια που με ενδιαφέρουν. Για αυτό προσπάθησα να φτιάξω και το μιούζικαλ Comedia D’amore με τον Θέμη Μουμουλίδη. Ήταν κάτι που διαπραγματευόταν πολύ ανθρώπινα θέματα και κυλούσε κάπως αβίαστα ο λόγος μέσα στη μουσική και η μουσική μέσα στο λόγο. Αυτό είναι κάτι που ξεκίνησε με αυτή την παράσταση και πιστεύω θα έχει συνέχεια. Γιατί είναι κάτι στο οποίο ένιωθα γεμάτη. Από εκεί και πέρα, τα έργα που με ενδιαφέρουν είναι καθαρόαιμο θέατρο και στη μουσική τα τραγούδια. Ψάχνω να δω πως θα τα παντρέψω. Αν και μπορεί και να μην χρειάζεται να τα παντρεύω πάντα, να είναι μία μαζί και μία χώρια. Εγώ βαριέμαι κιόλας εύκολα. Μου αρέσει που έχω δύο διεξόδους και μπορώ να είμαι φέτος από εκεί και του χρόνου από την άλλη. Είναι σωτήριο.

Ας ξαναγυρίσουμε στην παράσταση “Ο άλλος”. Τι βλέπουμε κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Μκρό Χόρν;

Έχουμε ένα ζευγάρι -οι ήρωες δεν έχουν όνομα, είναι ο Εκείνος, η Εκείνη και ο Άλλος- που είναι 7 χρόνια μαζί. Είναι αρραβωνιασμένοι. Τους βλέπουμε και στην αρχή πώς είναι, βλέπουμε τον ενθουσιασμό με τον οποίο ξεκινάει η σχέση, τη μεγάλη ρήξη που υπάρχει πολλά χρόνια μετά και βλέπουμε ότι αυτή η σχέση υπάρχει ακόμα κι ο καθένας έχει βολευτεί στο ρόλο του. Οι ρόλοι όμως έχουν αλλάξει. Η Εκείνη είναι ο άντρας στη σχέση. Είναι πολύ κοινωνική, πολύ δουλευταρού. Δουλεύει σε μία εταιρία, το αντικείμενό της είναι οι δημόσιες σχέσεις και η επικοινωνία. Ο Εκείνος είναι ένας wannabe συγγραφέας, ο οποίος δεν έχει και πολύ ταλέντο. Στέλνει τα βιβλία του από εδώ κι από εκεί και συνεχώς απορρίπτεται από τους εκδοτικούς οίκους και είναι ένας άντρας που είναι λίγο σε κατάθλιψη, λίγο παραπάνω ευαίσθητος. Έχει κλειστεί ο άνθρωπος αυτός μέσα στο σπίτι οπότε αντιλαμβανόμαστε από τα προφίλ τους ότι είναι ένα αταίριαστο ζευγάρι με πολλά προβλήματα. Εδώ αρχίζουν τα ερωτηματικά. Γιατί δεν χωρίζουν; Κάπου εκεί εμφανίζεται ο άλλος που είναι επιφανειακά το τρίτο πρόσωπο: βλέπουμε ότι κοιμάται με Εκείνη. Είναι ο κολλητός φίλος του Εκείνου και παίζει και πολλούς ρόλους στο έργο. Όταν βλέπουμε τον Εκείνο να είναι μόνος του και να διαπραγματεύεται θέματα όπως είναι η μοναξιά, εμφανίζεται ο Άλλος ως η συνείδησή του, ως ο άλλος του εαυτός. Πώς είναι όταν είμαστε μόνοι μας πολλές φορές και βάζουμε μόνοι μας ερωτήματα στον εαυτό μας; Πώς βλέπουμε στις ταινίες το αγγελάκι και το διαβολάκι; Είναι αυτό ο Άλλος, παίρνει πολλά πρόσωπα, πολλές μορφές μέσα στο έργο και αυτή ακριβώς είναι και η εξυπνάδα μέσα στο έργο. Αφήνει στον θεατή πολύ μεγάλη ελευθερία στο να φαντάζεται τι είναι αυτός. Είναι ένα έργο που θέτει πάρα πολλά ερωτήματα, ένα έργο που αφορά όλους. Είναι κυρίως νεανικό έργο αλλά αφορά όλες τις ηλικίες. Ο τρόπος που διαπραγματεύεται τη μοναξιά είναι πραγματικά ανατριχιαστικός και φυσικά τις σχέσεις, την καθημερινότητα, πώς να μη φθαρούμε. Το ζευγάρι αυτό είχε βάλει στην αρχή της σχέσης του κάποιους κανόνες ώστε να μη φθαρούν αλλά τελικά δεν κερδίσανε και τα λοιπά και τα λοιπά,

Παίρνεις στοιχεία για τη ζωή σου από τους χαρακτήρες που υποδύεσαι;

Το θέατρο είναι πάρα πολύ μεγάλο σχολείο. Τα αληθινά μεγάλα κείμενα μπορούν να σου αποκαλύψουν φοβερά πράγματα. Αυτό είναι αλήθεια. Φυσικά και παίρνω και φυσικά και δίνω. Η συναναστροφή ενός ηθοποιού με έναν ρόλο είναι ένα πάρε δώσε. Φυσικά και θα πάρω από το ρόλο και φυσικά και θα δώσω στο ρόλο και φυσικά αν το έργο είναι σημαντικό θα “τσιμπήσω” πράγματα για τη ζωή μου. Θα μου χτυπήσουν κάποια καμπανάκια, πιθανώς. Αυτό είναι το προχώρημα. Το να είσαι ανοιχτός να το ακούσεις αυτό, να το αφουγκραστείς και να πεις: Ώπα, μήπως κάνω κάτι λάθος; Ή να, κοίτα τώρα, αυτό το κάνω καλά και στη ζωή.

Τελικά, είναι μεγαλύτερη η μοναξιά που νιώθεις κάποιος όταν είναι μόνος του ή σε μια σχέση;

Είναι ένα θέμα που διαπραγματεύεται το έργο με πάρα πολύ ωραίο τρόπο.  Δε νομίζω ότι υπάρχει χειρότερο από τη μοναξιά ενώ νομίζεις ότι δεν είσαι μόνος σου. Μια πιάσουμε το φιλοσοφικό ότι όλοι είμαστε μόνοι μας. Το να συναντιέσαι πραγματικά με ανθρώπους είναι ευλογία και πρέπει να το αναζητάμε αυτό. Υπάρχει μια πολύ ωραία ατάκα στο έργο που λέει: δε συναντιόμαστε πια στις μέρες μας, διασταυρωνόμαστε απλώς.

Είναι δύσκολο στις μέρες μας να δημιουργηθούν σχέσεις και να κρατήσουν.

Νομίζω ότι ο κόσμος στις μέρες μας βιάζεται. Βιάζεται για το οτιδήποτε. Από τον τρόπο που θα φάμε μέχρι όλο αυτό με την ταχύτητα του ίντερνετ, τι βλέπουμε και τι περνάει μπροστά από τα ματιά μας, μέχρι και τον τρόπο που θα κάτσουμε και που θα πιούμε έναν καφέ. Βιάζονται για όλα. Δεν γίνονται όλα τα πράγματα άρπα κόλλα και ότι προλάβουμε. Δε γίνεται τίποτα με βιασύνη.