Η Eva Louisa Gemmer δούλευε ένα podcast για τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών και νέων όταν παρατήρησε ένα μοτίβο: σε συνεντεύξεις με επιζήσαντες, πολλοί αναφέρονταν στο σχολικό μάθημα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Έλεγαν, «αν είχα μάθει νωρίτερα για το σώμα μου και τα όριά του, μπορεί να είχα μιλήσει νωρίτερα». Όπως πρόσθεσε η Γερμανίδα σκηνοθέτρια στο Marie Claire: «Στη Γερμανία μάς παίρνει κατά μέσο όρο 30 χρόνια να μοιραστούμε ένα περιστατικό κακοποίησης που ζήσαμε ως παιδιά».
Αυτή η εμπειρία την οδήγησε στο ερώτημα: πόσο έχει εξελιχθεί η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση στα σχολεία από την εποχή που ήταν η ίδια μαθήτρια, πριν από περίπου 15 χρόνια; Άρχισε να το ψάχνει, και το υλικό που συγκέντρωσε εξελίχθηκε στο ντοκιμαντέρ μικρού μήκους της «It’s always ever about the Conservation of the Species», όπου επέλεξε να δώσει τον λόγο στους έφηβους μαθητές. Η νέα της ταινία προβλήθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Beyond Borders 2026 στο Καστελλόριζο.
Πριν από τις συνεντεύξεις, πέρασε με το συνεργείο της πολλούς μήνες σε ένα σχολείο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που είχαν επιλέξει, στην περιοχή της Βαυαρίας, και συγκεκριμένα στο μάθημα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης που υποτίθεται ότι θα γινόταν στο πλαίσιο της βιολογίας. Παρόλο που, όπως είχε διαπιστώσει στην έρευνά της, υπάρχουν πλέον πολλοί οργανισμοί και ομάδες που διοργανώνουν σχετικές δράσεις σε σχολεία, και παρά την πληροφορία που παίρνουν σήμερα τα παιδιά από τα social media, που η Eva αποκαλεί «ευλογία και κατάρα», στο μάθημα της βιολογίας είδε απλά να εκτυλίσσεται ένας μονόλογος από τον καθηγητή, κυρίως γύρω από την αναπαραγωγή των ειδών -εξ ού και ο τίτλος της ταινίας, που παραπέμπει στον Κάρολο Δαρβίνο- που δεν οδήγησε ποτέ σε ουσιαστική εκπαίδευση για θέματα σεξ.

«Στην αρχή σκεφτόμουν ότι ίσως να μη χρειαζόμουν καν τις συνεντεύξεις [με τα παιδιά], ότι ίσως να ήταν αρκετή η παρατήρηση στην τάξη. Σε άλλες ταινίες με δασκάλους και μαθητές είχα παρακολουθήσει συζητήσεις μέσα από τις οποίες οι μαθητές μοιράζονταν πολλά. Αλλά όσο περισσότερο κινηματογραφούσαμε, τόσο περισσότερο καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι δεν θα βγουν πολλά έτσι, ότι ο καθηγητής δεν ενδιαφερόταν για το τι σκέφτονται τα παιδιά, απλά να βγάλει το πρόγραμμά του. Ότι είτε ήταν σεξουαλική διαπαιδαγώγηση είτε μαθηματικά είτε γερμανικά, η πληροφορία έμπαινε από το ένα αυτί των παιδιών και έβγαινε από το άλλο χωρίς να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο».
Η Eva Louisa Gemmer δούλευε ένα podcast για τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών και νέων όταν παρατήρησε ένα μοτίβο: σε συνεντεύξεις με επιζήσαντες, πολλοί αναφέρονταν στο σχολικό μάθημα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Έλεγαν, «αν είχα μάθει νωρίτερα για το σώμα μου και τα όριά του, μπορεί να είχα μιλήσει νωρίτερα».
Καθώς θεωρούσε απαραίτητη την οπτική των παιδιών, προχώρησε σε συνεντεύξεις μαζί τους. Προηγήθηκε όμως μια πολύμηνη περίοδος, στη διάρκεια της οποίας έχτισε μια σχέση εμπιστοσύνης μαζί τους, συμμετέχοντας ακόμα και σε μια διήμερη εκδρομή του σχολείου. Στις συνεντεύξεις της με τους μαθητές, που έγιναν μετά το τελευταίο μάθημα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, οι περισσότεροι ήταν πρόθυμοι να μιλήσουν στον φακό – κάποιοι, όπως θυμάται η Eva, ανυπομονούσαν κιόλας.
Μέσα από τις πληροφορίες της δικής τους σεξουαλικής ζωής που επέλεξαν ή δεν επέλεξαν να μοιραστούν στην ταινία, η Eva διέκρινε ένα χάσμα στον τρόπο ανατροφής από τους γονείς τους. Ένα κορίτσι, θυμάται η σκηνοθέτρια, «ήταν από τα πιο έμπειρα στο σεξ, αλλά ήθελε η μητέρα της να πιστεύει ότι δεν είχε εμπειρία. Ένα άλλο, αντιθέτως, είπε ότι η μητέρα της τής είχε μιλήσει ανοιχτά για το θέμα». Κάποιες γενικές τάσεις που παρατήρησε ήταν ότι τα αγόρια μιλούσαν πιο άνετα για τη σχέση τους με την πορνογραφία. «Η πορνογραφία, όπως και η αυτοϊκανοποίηση, θεωρούνται πιο δεδομένες για τα αγόρια. Αν είσαι αγόρι, είναι κουλ να μιλάς για αυτά, ακόμα και να καυχιέσαι. Για τα περισσότερα από τα κορίτσια, από την άλλη, αυτά τα θέματα συνοδεύονται από ντροπή».

Η Eva παρατήρησε επίσης στις συνεντεύξεις της με τους μαθητές ότι κάποια παιδιά έχουν μια «αρκετά παραδοσιακή άποψη» για το σεξ, συνδέοντάς το με τον γάμο και την τεκνοποίηση. «Στατιστικές δείχνουν ότι σε εποχές όπως αυτή, όταν μεγαλώνεις με την κλιματική αλλαγή και πολέμους και ένα τεράστιο αίσθημα αβεβαιότητας, πολλά από τα παιδιά και τους νέους επιστρέφουν σε πιο συντηρητικά μοντέλα σχέσεων, για να έχουν κάτι να πιαστούν. Αυτή είναι η δική μου ερμηνεία. Μπορεί επίσης να έχει να κάνει με τη Βαυαρία ή με τους πολιτισμούς και τις θρησκείες από τους οποίους προέρχονται οι γονείς αυτών των παιδιών. Πιστεύω ότι υπάρχουν πολλοί λόγοι, αλλά νομίζω ότι είναι και η επιθυμία τους να νιώσουν ασφάλεια».
«Στατιστικές δείχνουν ότι σε εποχές όπως αυτή, όταν μεγαλώνεις με την κλιματική αλλαγή και πολέμους και ένα τεράστιο αίσθημα αβεβαιότητας, πολλά από τα παιδιά και τους νέους επιστρέφουν σε πιο συντηρητικά μοντέλα σχέσεων, για να έχουν κάτι να πιαστούν».
Η Eva θεωρεί ότι η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση πρέπει να ξεπερνάει τα όρια του μαθήματος της βιολογίας. «Για θέματα όπως η ικανοποίηση, η συναίνεση και οι πολιτικές προεκτάσεις της, μια καλή ιδέα ίσως θα ήταν να επισκεφτούν τα σχολεία εξωτερικοί ομιλητές – συνομήλικοι των παιδιών, εκπρόσωποι οργανισμών, εθελοντές… Νομίζω ότι είναι σχεδόν αφελές, ειδικά στο πεδίο της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, να περιοριζόμαστε στη βιολογία».
Σε διάφορα σημεία της ταινίας βλέπουμε τα παιδιά να γελούν νευρικά ή να κάνουν αστεία με τους συμμαθητές τους. Η εμπειρία της Eva ωστόσο από τη γνωριμία μαζί τους ήταν ότι αυτή είναι μόνο η επιφάνεια των πραγμάτων. Στις συζητήσεις μαζί τους, «είπαμε πολύ περισσότερα, που αποφάσισα να μη συμπεριλάβω στο ντοκιμαντέρ, γιατί πρέπει πάντα να προστατεύεις τους πρωταγωνιστές σου, ειδικά αν είναι παιδιά και νέοι».

Αναρωτιέμαι αν ήρθε αντιμέτωπη με κάποια προσωπική εξομολόγηση, π.χ., για σεξουαλική παρενόχληση ή ακόμα και κακοποίηση και, αν ναι, πώς τη διαχειρίστηκε. Απάντησε αρνητικά, αλλά επιδίωξε να προετοιμαστεί επαρκώς για αυτό το ενδεχόμενο για τη νέα ταινία που ετοιμάζει αυτή την περίοδο, «για το θέμα της ντροπής. Στο πλαίσιο της διπλωματικής μου, διερευνώ το πώς αλλάζει αυτό το συναίσθημα από γενιά σε γενιά και τι σημαίνει να ντρέπεσαι στην παιδική ηλικία, στην εφηβεία και στην αρχή της ενηλικίωσής σου».
«Για θέματα όπως η ικανοποίηση, η συναίνεση και οι πολιτικές προεκτάσεις της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, μια καλή ιδέα ίσως θα ήταν να επισκεφτούν τα σχολεία εξωτερικοί ομιλητές – συνομήλικοι των παιδιών, εκπρόσωποι οργανισμών, εθελοντές… Νομίζω ότι είναι σχεδόν αφελές να περιοριζόμαστε στη βιολογία».
Στη νέα ερευνητική διαδρομή που έχει ξεκινήσει, «έχουμε περάσει εβδομάδες με παιδιά σε πολύ προσωπικούς χώρους τους, όπως σε καλοκαιρινές κατασκηνώσεις και θεατρικά εργαστήρια. Συζητήσαμε επίσης αυτό το θέμα με έναν οργανισμό παιδικής προστασίας στο Μόναχο. Αναπτύξαμε μια ολόκληρη αλυσίδα για αυτό το σενάριο [μιας εξομολόγησης παρενόχλησης/κακοποίησης].
»Τουλάχιστον θεωρητικά ξέρουμε πώς να αντιδράσουμε αν κάποιος μοιραστεί κάτι που του ή της συνέβη. Ως κινηματογραφιστής, προσπαθείς να κρατήσεις μια σχέση με τον πρωταγωνιστή ή την πρωταγωνίστριά σου που θα ξαναδείς, ας πούμε, στην πρεμιέρα της ταινίας, αλλά δεν μπορείς να είσαι υπεύθυνο για αυτούς σε βάθος χρόνου. Έτσι, συγκεντρώσαμε ονόματα [επαγγελματιών] και διευθύνσεις για παραπομπές και πάντα ξεκαθαρίζουμε στα παιδιά: παρόλο που μου λες ένα μυστικό που δεν επιτρέπεται να πω σε κανέναν, αν είναι κάτι που πρέπει να μοιραστώ, θα το πω μόνο σε κάποιον που μπορεί να σε προστατεύσει».



