Το Μέκειο δεν είναι απλώς ένα κτίριο στα Γιάννενα. Είναι ένα ζωντανό αποτύπωμα γυναικείας ιστορίας και χειροτεχνικής μνήμης που ξεκινά από το 1908, όταν η πόλη βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική κατοχή. Το πρώτο γυναικείο σωματείο των Ιωαννίνων γεννήθηκε τότε από Ελληνίδες κυρίες που θέλησαν να προστατεύσουν άπορα κορίτσια, δίνοντάς τους «ωφέλιμες τέχνες» και μια πραγματική διέξοδο: μια δεξιότητα, ένα χαρτί, ένα μέλλον. Μετά την απελευθέρωση ο σκοπός άλλαξε, αλλά η ουσία έμεινε ίδια – οι γυναίκες να μαθαίνουν μια τέχνη για να μπορούν να σταθούν στη ζωή τους. Χτισμένο αρχικά ως κατοικία των αδελφών Μέκιου το 1890, το Μέκειο πήρε τη σημερινή του μορφή το 1931, όταν η οικογένεια δώρισε την οικία στην Αδελφότητα Ελληνίδων Κυριών «Ζωοδόχος Πηγή». Από τότε, όπως λένε εδώ, «δεν σταμάτησε ποτέ» – με μοναδική εξαίρεση τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, όταν το κτίριο λειτούργησε ως νοσοκομείο.



Σήμερα, το Μέκειο σε υποδέχεται μέσα στο βαθύ μπλε ενός ιστορικού κτιρίου που κουβαλά την ηλικία του χωρίς να την κρύβει. Διατηρητέο, απαιτητικό, με τις ατέλειές του εμφανείς – και ταυτόχρονα απρόσμενα ζεστό. Υπάρχουν γωνιές που θυμίζουν πως τίποτα εδώ δεν είναι αυτονόητο, πως τα έσοδα δεν περισσεύουν ποτέ, πως «τα λίγα χρήματα δεν προλαβαίνουν να γίνουν σχέδιο – γίνονται συντήρηση: μια φορά ηλεκτρολόγος, την άλλη μάστορας, την επόμενη κάτι άλλο που επείγει». Κι όμως, μέσα σε αυτή τη διαρκή ανάγκη φροντίδας, κάτι έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια: το κτίριο έχει πάρει ζωή. Στους χώρους του κυκλοφορεί χρώμα. Όχι ως διακόσμηση, αλλά ως απόδειξη ότι εδώ ξαναδουλεύουν χέρια.


Σε μια αίθουσα, οι αργαλειοί μοιάζουν να κρατούν τον ρυθμό του χώρου – ξύλο, νήμα, σιωπή, και μετά το γνώριμο «χτύπημα» που δίνει μορφή στο άμορφο. Κουβάρια, κλωστές, δείγματα, μικρά υφαντά και δοκιμές. Στους τοίχους, έργα που φωτίζουν το γκρίζο του παλιού κτιρίου: υφαντικές συνθέσεις, κεντήματα, πειραματισμοί με υλικά και μοτίβα. Το Μέκειο είναι ένα σπίτι που δεν ωραιοποιεί το παρελθόν του, αλλά το μεταφράζει στο σήμερα – με κάθε καινούρια κλωστή.



«Πήρε ζωή», λέει η Ναταλία Μαρούφωφ, γενική γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου του Μεκείου. Μιλά με τη σιγουριά ανθρώπου που κρατά ταυτόχρονα το πρόγραμμα της επόμενης εβδομάδας, το τηλέφωνο του μάστορα και τα πρακτικά του συμβουλίου. «Είναι διατηρητέο κτίριο που θέλει τα πάντα», θα πει, χωρίς ρομαντικοποίηση. Και αμέσως μετά θα εξηγήσει γιατί, παρ’ όλα αυτά, αξίζει: γιατί εδώ, «λιθαράκι-λιθαράκι», κάτι ξανανοίγει ύστερα από δεκαετίες που το Μέκειο παρέμενε ένας κλειστός, σχεδόν μυθικός χώρος για τους παλιούς Γιαννιώτες.

Η Ναταλία και η Κατερίνα, φίλες και σύμμαχοι πια σε μια εμπειρία ζωής, μιλούν στο Marie Claire για το Μέκειο – για το νήμα που ενώνει το παρελθόν με το παρόν και για όσα μπορούν ακόμα να υφανθούν.
Η Ναταλία μιλά συχνά σε πρώτο πληθυντικό. Γιατί στο Μέκειο σχεδόν τίποτα δεν γίνεται «από κάποιον», αλλά «από εμάς». «Ό,τι γίνεται εδώ είναι εθελοντικό», λέει. Και όταν φτάνει στο πιο απτό κομμάτι, δεν το ωραιοποιεί: «Τα έσοδά μας είναι 15 ευρώ τον χρόνο από κάθε μέλος». Ακόμη και τα φώτα στην αίθουσα των αργαλειών έγιναν υπόθεση χρόνων. «Έπρεπε να κάνουμε τρία μπαζάρ – να μαζέψουμε λεφτά τριών ετών για να τα φτιάξουμε». Κι όμως, αυτή ακριβώς η αίσθηση ότι τίποτα δεν χαρίζεται είναι που κάνει τον χώρο να σε κερδίζει.

Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, το Μέκειο δεν λειτουργεί απομονωμένο. «Αντίθετα, στηρίζεται σε ένα πλέγμα καλών σχέσεων και συνεργασιών που το κρατούν ενεργό μέσα στον αστικό και πολιτιστικό ιστό της πόλης. Αφορμή για μια καλύτερη γνωριμία με το Μέκειο στάθηκε ένα press trip που οργάνωσε ο Δήμος Ιωαννιτών. «Εδώ τοπικά μας βοηθούν όσο μπορούν», λέει η Ναταλία, «αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι έχουμε πολύ καλές σχέσεις – με τον Δήμο, με την Περιφέρεια, με τα Πανεπιστήμια Ιωαννίνων και Θεσσαλίας, με το Μουσείο Αργυροτεχνίας». «Πιστεύουμε στις συνέργειες», θα τονίσει. «Μόνο έτσι τέτοιοι χώροι δεν επιβιώνουν απλώς, αλλά παράγουν ξανά πολιτισμό».


Ο άξονας της αναβίωσης του Μεκείου περνά και μέσα από την εκπαίδευση. Στον χώρο υλοποιείται από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και Θεσσαλίας πρόγραμμα αναβίωσης χειροτεχνίας, με εξαιρετικά απαιτητική δομή: θεωρητικά μαθήματα, διαδικτυακές διαλέξεις από πανεπιστημιακούς καθηγητές απ’ όλη την Ελλάδα και εντατικά εργαστήρια με πολύωρη πρακτική στους αργαλειούς. Παράλληλα, το Μέκειο παραμένει ανοιχτό στην κοινότητα με έναν απολύτως προσβάσιμο τρόπο. Με περίπου 30 ευρώ τον μήνα, μπορεί κανείς σήμερα να παρακολουθήσει μαθήματα ραπτικής, πλεκτικής, μακραμέ και σταδιακά υφαντικής, σε ολιγομελή τμήματα. Και όπως λέει χαρακτηριστικά μία από τις συμμετέχουσες, «η χειροτεχνία είναι ψυχοθεραπεία» — γιατί βρίσκεσαι στο εργαλείο, ξεχνιέσαι, συγκεντρώνεσαι, κάνεις έναν αθόρυβο εσωτερικό αναλογισμό. Δεν πρόκειται για «μαθήματα χόμπι», αλλά για μια ουσιαστική εμπειρία που συνδυάζει γνώση, πειθαρχία και φροντίδα του εαυτού.

Ανάμεσα στους απόφοιτους και τις απόφοιτες του «νέου κύκλου» βρίσκεται και η Κατερίνα Γιαννακού. Μέχρι να φτάσει εδώ, η υφαντική δεν ήταν μέρος της ζωής της. «Καμία σχέση», λέει. Η χειροτεχνία υπήρχε ως γλώσσα – εργάζεται με παιδιά με αναπηρίες και η δημιουργία είναι καθημερινό εργαλείο. Η υφαντική και το Μέκειο, όμως, άνοιξε ξαφνικά για εκείνη «έναν καινούριο κόσμο».

Η υφαντική και το Μέκειο, άνοιξε ξαφνικά για εκείνη «έναν καινούριο κόσμο».
Το πρόγραμμα δεν ήταν εύκολο. Από διετές, συμπυκνώθηκε σε έναν χρόνο. «Ήταν πολύ πιεστικό», θυμάται. Μέρες που έμπαιναν πρωί και έβγαιναν βράδυ. Κι όμως, μέσα σε αυτή την ένταση γεννήθηκε κάτι σπάνιο: η εμπιστοσύνη στο χέρι σου. Το πρώτο έργο ήταν μια κλασική κουρελού στον αργαλειό. Αλλά ο ενθουσιασμός δεν ήταν μόνο το αποτέλεσμα. Ήταν ο μετασχηματισμός: «Παίρνεις το νήμα και ξαφνικά το κάνεις ύφασμα». Η υφαντική, όπως τη βιώνει, είναι μαθηματικά, προετοιμασία, ακρίβεια – οργάνωση χρόνου και σκέψης.
Αυτός ο χρόνος έγινε η βάση για το πιο προσωπικό της έργο: την πτυχιακή της. Επηρεασμένη από τη δουλειά της με ανθρώπους με οπτική αναπηρία, δούλεψε πάνω στον κώδικα Μπράιγ. Ήθελε κάτι που ένας βλέπων θα προσπερνούσε. Η φράση ήταν «απτική-οπτική». Για να αποδοθεί σωστά, απευθύνθηκε στην Ένωση Τυφλών Ιωαννίνων. Το τελικό έργο στήθηκε σε τρία επίπεδα – ύφανση, ενδιάμεση θέαση, χαρτί με τελίτσες – μια διαδρομή από το απτό στο οπτικό, από το προφανές στο αόρατο.
Για τη Ναταλία, αυτές οι ιστορίες είναι ο λόγος που το Μέκειο δεν πρέπει να γίνει μουσείο. «Η παράδοση σώζεται υπό προϋποθέσεις», λέει. «Παίρνεις την τεχνική και τη φέρνεις στο σήμερα». Το όνειρο είναι καθαρό: με τους κατάλληλους πόρους, το Μέκειο θα μπορούσε να γίνει ένας ανοιχτός πολυχώρος μάθησης και φιλοξενίας, με σεμινάρια, κοιτώνες, ανταλλαγές, ζωή.
Κι αν όλα αυτά ακούγονται μεγάλα, το Μέκειο σε επαναφέρει στην πραγματικότητα με τον πιο τίμιο τρόπο: τον ήχο του ξύλου, το βάρος της κλωστής, την επιμονή ανθρώπων που χτίζουν «λιθαράκι-λιθαράκι». Και τη βεβαιότητα ότι αυτό που υφαίνεται εδώ δεν είναι μόνο ύφασμα, αλλά τρόπος ζωής.
Το Μέκειο θα μπορούσε να γίνει ένας ανοιχτός πολυχώρος μάθησης και φιλοξενίας, με σεμινάρια, κοιτώνες, ανταλλαγές, ζωή.

Καθώς τα Γιάννενα ανοίγονται – με τη φύση, τη λίμνη, τα βουνά, τη γαστρονομία και την εύκολη πρόσβαση (Ιόνια κι Εγνατία Οδός, αεροδρόμιο) – το Μέκειο ανοίγει έναν χώρο για να ριζώσει ξανά η δημιουργία. Με ατέλειες και ανάγκες. Αλλά με χρώμα. Με έργα. Με ανθρώπους που παίρνουν νήμα – και το μετατρέπουν σε ιστορία.



