Η γυναικεία παρουσία στη μουσική, ως δημιουργική φωνή αλλά και ως εμβληματική δραματική μορφή, βρίσκεται στο επίκεντρο της συναυλίας «Γυναίκα» που παρουσιάζει η Συμφωνική Ορχήστρα Δήμου Αθηναίων, τη Δευτέρα 10 Μαρτίου, στο Ολύμπια, Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας», σε μουσική διεύθυνση της Μάτας Κατσούλη.
Το πρόγραμμα της συναυλίας «περιστρέφεται γύρω από γυναικείες μορφές που, με διαφορετικό τρόπο, συμπυκνώνουν την ένταση της εποχής τους: άλλοτε ως δημιουργοί, άλλοτε ως πρόσωπα μύθου, άλλοτε ως φωνές που αντιστέκονται» κατά τη Μάτα Κατσούλη. Aναδεικνύει τη γυναίκα στη σύνθεση μέσω της Συμφωνίας αρ. 3 σε σολ ελάσσονα της Λουίζ Φαρρένκ, αλλά και ως ηρωίδα μέσα από το μελόδραμα Μήδεια του Γίρι Άντονιν Μπέντα, που εστιάζει σε μία από τις πιο σύνθετες μορφές της παγκόσμιας μυθολογίας.
Η Τρίτη Συμφωνία της Λουίζ Φαρρένκ
«Ξεκινά σαν να αφηγείται από μέσα προς τα έξω: μια αργή εισαγωγή έξι μόνο μέτρων με το όμποε, σχεδόν σαν αναστεναγμός, ανοίγει ένα τοπίο σκοτεινής ευαισθησίας πριν η μουσική βυθιστεί στο στροβιλιστικό της Allegro» σημειώνει η μαέστρος. «Η συμφωνική γραφή της Φαρρένκ είναι στιβαρή αλλά διάφανη· αφήνει χώρο στα ξύλινα πνευστά να συνομιλήσουν με τρόπο σχεδόν “δωματίου”, ενώ τα έγχορδα σπρώχνουν μπροστά τη μουσική σαν ασταμάτητος παλμός. Στο Adagio cantabile, το κλαρινέτο τραγουδά μια μελωδία που μοιάζει να αναζητά γαλήνη, ενώ το Scherzo περνά σα νευρική λάμψη, με μια ορμή που υποβόσκει διαρκώς. Το αποφασιστικό unisono των εγχόρδων στην αρχή του Finale σηματοδοτεί την επιστροφή σε μια σκοτεινότερη, τολμηρή ενέργεια. Η μουσική προχωρά με αδιάκοπη ορμή, ακολουθώντας τη διαρκή επεξεργασία του θεματικού υλικού, ώσπου κορυφώνεται σε τρεις θριαμβευτικές καταληκτικές συγχορδίες».
«Ξεκινά σαν να αφηγείται από μέσα προς τα έξω: μια αργή εισαγωγή έξι μόνο μέτρων με το όμποε, σχεδόν σαν αναστεναγμός, ανοίγει ένα τοπίο σκοτεινής ευαισθησίας πριν η μουσική βυθιστεί στο στροβιλιστικό της Allegro»
Η Λουίζ Φαρρένκ (1804-1875) υπήρξε σημαντική Γαλλίδα συνθέτρια, πιανίστα και παιδαγωγός, όμως η συμβολή της στον κόσμο της κλασικής μουσικής παραγνωρίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το γεγονός αυτό δεν σχετίζεται με την υψηλή εκφραστική ποιότητα και την αρτιότητα του έργου της, ωστόσο γίνεται κατανοητό αν ληφθεί υπόψη η σχεδόν καθολική προκατάληψη του 19ου αιώνα απέναντι στις γυναίκες συνθέτριες – μια προκατάληψη τόσο βαθιά ριζωμένη ώστε, από τη σκοπιά του 21ου αιώνα, φαντάζει αδιανόητη. Η αντίληψη ότι μόνο ένας ανδρικός νους μπορούσε να δημιουργήσει μουσική μεγάλης κλίμακας παρέμενε σχεδόν αδιαμφισβήτητη, ακόμη και από πολλές γυναίκες.

Μήδεια του Γίρι Άντονιν Μπέντα
Στο δεύτερο μέρος, η Μήδεια του Τσέχου συνθέτη (1722-1795) είναι ένα μονόπρακτο μελόδραμα σε πέντε σκηνές. Το λιμπρέτο υπογράφει ο Γερμανός ποιητής Φρήντριχ Βιλχέλμ Γκόττερ. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την Πρωτομαγιά του 1775 στη Λειψία. Χάρη στη Μήδεια και την Αριάδνη στη Νάξο, ο Μπέντα καθιερώθηκε ως ένας συνθέτης του οποίου το έργο άσκησε ουσιαστική επιρροή στην εξέλιξη του γερμανικού μουσικού θεάτρου. Στο επίκεντρο βρίσκεται η μορφή της Μήδειας, που διχάζεται ανάμεσα στο πάθος και τη λογική, το μητρικό ένστικτο και την επιθυμία για εκδίκηση. Η μουσική του Μπέντα αναδεικνύει αυτές τις συγκρούσεις και αποδίδει τις ψυχικές μεταπτώσεις της ηρωίδας με ιδιοφυή τρόπο.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η μορφή της Μήδειας, που διχάζεται ανάμεσα στο πάθος και τη λογική, το μητρικό ένστικτο και την επιθυμία για εκδίκηση. Η μουσική του Μπέντα αναδεικνύει αυτές τις συγκρούσεις και αποδίδει τις ψυχικές μεταπτώσεις της ηρωίδας με ιδιοφυή τρόπο.
«Η Μήδεια του Μπέντα μεταφέρει την ένταση από τη συμφωνική αρχιτεκτονική στο Μelodram: εκεί όπου η μουσική δεν περιγράφει απλώς, αλλά συνοδεύει την ένταση και τις μεταπτώσεις του θεατρικού λόγου», προσθέτει η κ. Κατσούλη. «Έτσι, η βραδιά κινείται από τη δομή στη φωνή, από την ισορροπία στην έκρηξη – από το εσωτερικό πάθος προς το αναπόφευκτο. Και δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε ιδανικότερη Μήδεια από την ερμηνεία της Μαρίας Σκουλά».
Όπως καταλήγει η μαέστρος: «Για εμένα, αυτή η πορεία συνδέεται απόψε με μια βαθιά προσωπική επιστροφή. Η πρώτη φορά που ανέβηκα στη σκηνή του Θεάτρου Ολύμπια ήταν το 1991, ως νεαρή και ενθουσιώδης τραγουδίστρια. Λίγο πιο μετά επέστρεψα ως διευθύντρια της παιδικής χορωδίας, καθοδηγώντας παιδικές φωνές να αφουγκραστούν τον παλμό της μουσικής και της θεατρικής δημιουργίας. Σήμερα επιστρέφω στη σκηνή του ιστορικού αυτού θεάτρου, στο σπίτι πλέον της Ορχήστρας του Δήμου Αθηναίων, βαθιά συγκινημένη, ως Αθηναία, που η πόλη μας διαθέτει έναν χώρο που συνεχίζει να ζει, να δημιουργεί και να εξελίσσεται».

Info
Ολύμπια, Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας», Ακαδημίας 59, Αθήνα, αγορά εισιτηρίων: More.com και στο ταμείο του θεάτρου Τρίτη – Παρασκευή 11:00 -18:00 και δύο ώρες πριν την παράσταση.



