Το 2022 καταγράφηκε ως η χρονιά όπου ο χρόνος που περνάμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κορυφώθηκε· έφτασε ουσιαστικά στο «peak» του. Από τότε η χρήση ακολουθεί σταθερά πτωτική πορεία. Για πόσο ακόμη να κάνουμε scroll; Και, τελικά, τι νέο έχει απομείνει για να δούμε;

Οι millennials και οι μεγαλύτεροι της γενιάς Ζ θα θυμούνται πριν δέκα περίπου χρόνια μια εντελώς διαφορετική εποχή, τότε που το Instagram ήταν σχεδόν παιδική χαρά. Μοιραζόμασταν χωρίς ντροπή οτιδήποτε μας ερχόταν στο μυαλό: τον πρωινό καφέ μας, το νεογέννητο φυτό μας, ένα μετρίως φωτογραφημένο ηλιοβασίλεμα. Δεν υπήρχε στρατηγική, αισθητική συνοχή ή άγχος για το αν η εικόνα «ταιριάζει στο grid». Ήταν απλά στιγμές. Ήταν προσωπικό, αυθεντικό, αυθόρμητο. Φυσικά, η μανία να καταγράφουμε και να μοιραζόμαστε τα πάντα είχε ήδη αρχίσει να προκαλεί αντιδράσεις και σκεπτικισμό γύρω από το κατά πόσο είναι τελικά χρησιμότερα αντί για βλαβερά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και για το κατά πόσο είναι και όντως κοινωνικά.

Σήμερα, όλα μοιάζουν διαφορετικά. Η σχέση μας με τις πλατφόρμες έχει γίνει πιο επιφυλακτική, πιο κουρασμένη, πιο συνειδητοποιημένη. Δεν είναι μόνο ότι ξοδεύουμε λιγότερο χρόνο. Είναι ότι για πολλούς από εμάς, το ενδιαφέρον έχει μετατοπιστεί. Δεν μπαίνουμε πια για να μοιραστούμε, αλλά για να παρακολουθήσουμε. Για να καταναλώσουμε περιεχόμενο και όχι απαραίτητα για να συμμετέχουμε. Ακόμη και όσοι κάποτε ανυπομονούσαν να ανεβάσουν story, τώρα συχνά δεν δημοσιεύουν τίποτα και απλώς βλέπουν, ή δημοσιεύουν σπανιότερα, πολύ προσεγμένα και curated. Από προσωπικό ημερολόγιο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μοιάζουν να είναι πλατφόρμες εμπορευματοποίησης και συναλλαγών ή επαγγελματικά εργαλεία.

Σε αυτή τη συζήτηση έρχεται να προστεθεί και το άρθρο του New York Magazine με τίτλο «7 Reasons to Think Social Media Has Peaked», το οποίο ουσιαστικά υπογραμμίζει ότι το ενδιαφέρον για τα social media φαίνεται να έχει φτάσει στο ανώτατο σημείο του. Το άρθρο επισημαίνει ότι η κορύφωση της χρήσης το 2022 δεν ήταν συγκυριακή, αλλά αποτελεί το σημείο όπου η ανοδική πορεία σταματά και αρχίζει μια σταδιακή πτώση — με τους νεότερους μάλιστα να απομακρύνονται πρώτοι. Είναι μια ακόμη ένδειξη ότι οι πλατφόρμες δεν έχουν την ίδια γοητεία ή αναγκαιότητα που θεωρούσαμε οτι είχαν κάποτε.

 

View this post on Instagram

 

A post shared by Girls Club (@joingirlsclub)

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από τον κόσμο της μόδας είναι το brand-φαινόμενο των αδελφών Olsen, The Row. Στην περσινή Εβδομάδα Μόδας του Παρισιού, ο οίκος ζήτησε από τους καλεσμένους της επίδειξής του να μην χρησιμοποιήσουν κινητά και να μην τραβήξουν φωτογραφίες ή βίντεο. Αντί γι’ αυτά, τους μοίρασαν τετράδια και μολύβια, ώστε αν κάτι τους ενέπνεε, να το κρατήσουν με τον παλιό, αναλογικό τρόπο. Ήταν μια κίνηση που έστρεψε ξανά την προσοχή στο παρόν, στην εμπειρία, και όχι στο υλικό προς ψηφιακή κατανάλωση. Παρότι ένα από τα πιο σύγχρονα και επιδραστικά brand, η παρουσία του στο Instagram παραμένει εξίσου συγκρατημένη: μοιράζονται περισσότερο πηγές έμπνευσης παρά εικόνες προϊόντων ή στιγμιότυπα από τα show τους, σαν μια σιωπηρή υπενθύμιση ότι δεν χρειάζεται να «φωνάζεις» για να υπάρξεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, ένα μήνα πριν, το New Yorker μοιράστηκε ένα άρθρο με τίτλο «It’s cool to have no followers now». Περιγράφει ανθρώπους που πλέον δεν κυνηγούν το engagement, δεν προσπαθούν να δείχνουν «ενδιαφέροντες» στο διαδίκτυο, και θεωρούν «κουλ» το να έχουν λίγους followers. Η ανατροπή αυτής της λογικής μάς κάνει να σκεφτούμε: μήπως τελικά δεν θέλουμε πια να ασχολούμαστε τόσο; Μήπως δεν δίνουμε την ίδια αξία στους ψηφιακούς αριθμούς; Μήπως η πραγματική κοινωνική ζωή έχει αρχίσει να μοιάζει ξανά πιο ελκυστική από την ψηφιακή εκδοχή της;

Η συνεχώς εντονότερη συζήτηση για τον δραματικό αντίκτυπο των social media στην ψυχική υγεία αποτελεί ένα ακόμη βασικό σημείο αναφοράς. Το βιβλίο του Jonathan Haidt, «The Anxious Generation», έφερε στην επιφάνεια όλη τη σκοτεινή πλευρά της υπερβολικής ψηφιακής έκθεσης: το άγχος, τη σύγκριση, τον αποσπασματικό τρόπο σκέψης, αλλά και την απομάκρυνση από την πραγματική κοινωνικότητα. Για μια ολόκληρη γενιά που μεγάλωσε με το κινητό ως προέκταση του χεριού, και τις οθόνες ενσωματωμένες στη ζωή τους, οι συνέπειες δεν είναι θεωρητικές αλλά καθημερινές, περίπλοκες και ζοφερές.

 

View this post on Instagram

 

A post shared by Financial Times (@financialtimes)

Κάπως έτσι, μέσα σε αυτή την αλλαγή διάθεσης, βλέπουμε ότι τα social media πλέον δεν χρησιμοποιούνται με τον τρόπο που σχεδιάστηκαν. Δεν είναι χώροι κοινωνικής ζωής όπως υπόσχονταν κάποτε. Είναι περισσότερο βιβλιοθήκες εικόνων, μηχανές έμπνευσης, πλατφόρμες ενημέρωσης, αγορά διαφημίσεων. Το «κοινωνικό» στοιχείο ατονεί και αφήνει χώρο σε μια παθητική κατανάλωση που σπάνια μας γεμίζει πραγματικά. Πως θα μπορούσε, άλλωστε, ένα ψηφιακό περιβάλλον να καλύψει μία από τις βασικότερες ανάγκες του ανθρώπου, τη σύνδεση;

Ήρθε επιτέλους η ώρα αντί για τις οθόνες να κοιτάξουμε γύρω μας;

 

 

 

 

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below