Ήταν 20 Αυγούστου του 2011 στο Terra Vibe στη Μαλακάσα. Είχα πάει κατευθείαν απ’ το γραφείο, μαζί με τους τότε συναδέλφους μου, και περίμενα ώρες να εμφανιστούν οι Pulp στη σκηνή. Θυμάμαι πως ήμουν πιασμένη απ’ την ορθοστασία, κουρασμένη, εν μέσω καταθλιπτικού επεισοδίου και αβέβαιη για το μέλλον μου, αλλά τη στιγμή που άρχισε να λικνίζεται μπροστά μας ο Jarvis Cocker και να παίζουν οι πρώτες νότες του «Do You Remember The First Time?» τα ξέχασα όλα. Δεκαπέντε χρόνια μετά έχουν αλλάξει τα πάντα στη ζωή μου (ΟΚ, είμαι ακόμα πιασμένη), αλλά εκείνη η βραδιά είναι χαραγμένη στη μνήμη μου, μια λαμπερή απόδειξη πως η μουσική μπορεί να γίνει το μαγικό ξόρκι που χρειαζόμαστε.
Φυσικά, οι μαγικές ιδιότητες της μουσικής όσον αφορά τη διάθεσή μας, το πώς μπορεί να μας ανυψώσει το ηθικό ή να μας βοηθήσει να χαλαρώσουμε μετά από μια δύσκολη μέρα, είναι καλά τεκμηριωμένο πολιτισμικό φαινόμενο – από την αρχαιότητα ακόμα. Οι Σειρήνες με το τραγούδι τους μπορούσαν να πείσουν τους ναυτικούς να πέσουν στη θάλασσα, οι σωστές νότες από τη σωστή λύρα του Ορφέα μπορούσαν να κάνουν ακόμα και τον άγριο Κέρβερο να κοιμηθεί σαν κουτάβι. Σε κάπως πιο σύγχρονα παραδείγματα, πολιτικοί, ποδοσφαιρικές ομάδες και διαφημιστικές εταιρείες χρησιμοποιούν ξεσηκωτικούς ύμνους, εθιστικά ρεφρέν και jingles για να κερδίσουν το κοινό και να δημιουργήσουν παβλόφειες αντιδράσεις στους καταναλωτές.
Και ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν. Ολο και περισσότερες επιστημονικές μελέτες βρίσκουν συνδετικούς κρίκους ανάμεσα στο μαγικό ξόρκι που λέγεται μουσική και το ανθρώπινο σώμα.
Νότες για το νευρικό μας σύστημα
Ο πρώτος κρίκος βρίσκεται στην εξελικτική βιολογία: για τα πρώτα θηλαστικά η ακοή ήταν ένας μηχανισμός άμυνας που προειδοποιούσε για κινδύνους που πλησίαζαν. Μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Harvard Medicine Journal δείχνει πως η σύγχρονη εμπειρία της ακρόασης μουσικής μπορεί να θεωρηθεί κατάλοιπο εκείνου του μηχανισμού. Ακουστικά ερεθίσματα μεταδίδονται μέσω του αυτιού στον κροταφικό λοβό, ο οποίος αναλύει το ηχητικό τοπίο, αναγνωρίζει τους ήχους και τους βάζει σε διαφορετικά κουτάκια ανάλογα με το αν είναι οικεία ή όχι. Από κει παίρνει τη σκυτάλη το αυτόνομο νευρικό μας σύστημα (που ελέγχει ορισμένες ακούσιες λειτουργίες, όπως η αναπνοή και ο καρδιακός ρυθμός), αυξάνοντας, π.χ., τον καρδιακό μας ρυθμό όταν ακούμε το μουσικό intro από μια ταινία τρόμου. Ή, αν είστε εγώ το 2011 στη Μαλακάσα, το μουσικό intro του «Common People». Αν τώρα ο ήχος δεν είναι οικείος, μπορεί να μας προκαλέσει ακόμα και σωματική δυσφορία, κάτι που εξηγεί γιατί δεν μπορώ να ακούσω τζαζ όσο και να προσπαθεί να με πείσει ο σύντροφός μου για τη μεγαλοφυΐα του John Coltrane.
Αν έχετε πιάσει τον εαυτό σας να δακρύζετε με τραγούδια σε γλώσσες που δεν καταλαβαίνετε καν, ή να μην μπορείτε να συγκεντρωθείτε αν δεν παίζει ένα συγκεκριμένο τραγούδι στο repeat ενώ δουλεύετε, ούτε αυτό είναι τυχαίο. Η μουσική φωτίζει σχεδόν ολόκληρο τον εγκέφαλό μας, συμπεριλαμβανομένων του ιππόκαμπου και της αμυγδαλής (που πυροδοτούν συναισθηματικές αντιδράσεις), του μεταιχμιακού συστήματος (που ρυθμίζει την ευχαρίστηση, τα κίνητρα και την επιβράβευση) και του κινητικού συστήματος του σώματος που μας κάνει να κουνάμε τα πόδια μας με το ρυθμό. Τα μελαγχολικά τραγούδια μπορεί να φέρνουν μια κάποια κάθαρση, αλλά μπορούν και να μας παγιδεύσουν σε μια λούπα θλίψης, λένε οι ειδικοί.
Τα καλά νέα είναι πως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη γνωστική, κινητική και συναισθηματική απόκριση για θεραπευτικούς σκοπούς. Παθήσεις και ασθένειες, από τη Νόσο Πάρκινσον και την κατάθλιψη έως τη Νόσο Αλτσχάιμερ, μπορούν να επωφεληθούν από συγκεκριμένα είδη μουσικής όπως η κλασική μουσική ή μουσική με την οποία είναι ιδιαίτερα οικείος ο ασθενής, βοηθώντας την αποκατάσταση, τη βελτίωση ή την αντιστάθμιση της διαταραγμένης εγκεφαλικής λειτουργίας. Η ακρόαση της Σονάτας για δύο πιάνα σε Ρε μείζονα του Μότσαρτ συγκεκριμένα φαίνεται να μπορεί να μειώσει τη συχνότητα των επιληπτικών κρίσεων σε ορισμένα άτομα με επιληψία. Δεν έχω ιδιαίτερη άποψη για το Μότσαρτ, αλλά αν με δείτε να ξεχνάω πού βρίσκομαι ή πώς με λένε, παίξτε μου Pulp.

Απ’ το αυτί κατευθείαν στην καρδιά
Περαιτέρω έρευνες στο King’s College του Λονδίνου εξετάζουν την επίδραση της μουσικής στην καρδιαγγειακή υγεία: ο καρδιακός μας ρυθμός και η αρτηριακή μας πίεση συγχρονίζονται με τις αλλαγές στην ένταση του ήχου κατά τη διάρκεια ενός μουσικού κρεσέντο. Πρόκειται για μίνι συσσωρεύσεις έντασης που απελευθερώνονται σταδιακά, σαν να κάναμε ήπια γυμναστική, αφήνοντας το σώμα μας σε πολύ καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι ήταν αρχικά. Οι συγκεκριμένες έρευνες είναι σε αρχικό στάδιο, οπότε μην κόψετε ακόμα τελείως την αεροβική από το πρόγραμμά σας για να την αντικαταστήσετε με το νέο άλμπουμ των Florence and The Machine. Αλλά η ιδέα είναι πως οι σωστές μουσικές επιλογές θα μπορούσαν να έχουν θεραπευτική λειτουργία για τη μείωση της αρτηριακής πίεσης ή για τη βελτίωση των καρδιακών παθήσεων. (Πάντα ήξερα πως η Florence σώζει ζωές.)
Φαίνεται μάλιστα πως τα σωστά beats μπορούν να απελευθερώσουν ντοπαμίνη και πως το σωστό τέμπο -η ταχύτητα του κομματιού σε παλμούς ανά λεπτό (BPM)- βοηθά στη ρύθμιση των συναισθημάτων. Τα πιο αργά κομμάτια προκαλούν κύματα χαμηλότερης συχνότητας που σχετίζονται με τη χαλάρωση και τη μειωμένη διέγερση, εξ ου και μπορούν να μας νανουρίσουν. Ερευνες στο Johns Hopkins University δείχνουν ακόμα πως η μουσική μπορεί να έχει επίδραση στα επίπεδα πόνου που βιώνουμε, καθώς και να βελτιώσει την ποιότητα του ύπνου μας.
Τα ταχύτερα τέμπο, αντίθετα, αυξάνουν τη φυσιολογική διέγερση: τα 115 έως 130 BPM της house μουσικής αντανακλούν περίπου το ρυθμό ενός σώματος εν κινήσει, κάνοντάς μας να νιώθουμε συγκεντρωμένοι, ορεξάτοι και ίσως λιγάκι ανίκητοι. Μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Scientific American καταλήγει πως το σωστό τέμπο στη μουσική μπορεί να παίξει μεγάλο ρόλο στο πόση όρεξη για γυμναστική έχουμε. Το ανθρώπινο είδος φαίνεται να έχει μια έμφυτη προτίμηση σε ρυθμούς συχνότητας 2 Hertz, που αντιστοιχεί σε 120 χτύπους ανά λεπτό ή δύο χτύπους ανά δευτερόλεπτο, αλλά όταν τρέχουμε στο διάδρομο ή στο ελλειπτικό, προτιμάμε μουσική με ρυθμό γύρω στα 160 BPM. Αν και δεν νιώθουμε όλοι εξίσου την ανάγκη να τρέχουμε ή να κινούμαστε ακριβώς στο ρυθμό της μουσικής, χρησιμοποιώντας τη ως μετρονόμο μπορεί να βοηθήσει το σώμα μας να αξιοποιήσει την ενέργεια πιο αποτελεσματικά. Μελέτη στο Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ διαπίστωσε ότι οι συμμετέχοντες που έκαναν ποδήλατο στο ρυθμό της μουσικής χρειάζονταν 7% λιγότερο οξυγόνο σε σύγκριση με τους ποδηλάτες που δεν συγχρόνιζαν τις κινήσεις τους με τη μουσική υπόκρουση.
Η μουσική φωτίζει σχεδόν ολόκληρο τον εγκέφαλό μας, συμπεριλαμβανομένων του ιππόκαμπου και της αμυγδαλής (που πυροδοτούν συναισθηματικές αντιδράσεις), του μεταιχμιακού συστήματος (που ρυθμίζει την ευχαρίστηση, τα κίνητρα και την επιβράβευση) και του κινητικού συστήματος του σώματος που μας κάνει να κουνάμε τα πόδια μας με το ρυθμό
Συναυλίες για συλλογική ζωντάνια
Και κάπου εδώ ερχόμαστε ξανά στη Μαλακάσα, για μένα, και στην όποια συναυλία έχετε προγραμματίσει να πάτε εσείς αυτό το καλοκαίρι. Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε πέρυσι στο Personality and Social Psychology Bulletin διαπίστωσε ότι οι εμπειρίες ζωντανής μουσικής καλλιεργούν τη «συλλογική ζωντάνια»: μια βαθιά χαρά και αίσθηση του «ανήκειν» που δημιουργείται όταν νιώθουμε σε αρμονία μέσα σε ένα γκρουπ, ζωντάνια που μπορεί να διαρκέσει ακόμα και μία εβδομάδα μετά το συμβάν. Ή, στη δική μου περίπτωση, 15 χρόνια.
Σύμφωνα με το Harvard Medicine Journal, υπάρχει ένα απίστευτα σύνθετο ηχητικό αποτύπωμα γύρω μας στους συναυλιακούς χώρους. Ο εγκέφαλός μας καλείται να διαχωρίσει τους ήχους μέσα στο θόρυβο του περιβάλλοντος, φέρνοντας την όλη εμπειρία ακρόασης πολύ πιο κοντά στους προγόνους μας, οι οποίοι ακροάζονταν προσεκτικά τις νύχτες για θηρία απ’ ό,τι, π.χ., όταν ακούμε μουσική στο γραφείο με τα ακουστικά μας. Τα ουρλιαχτά των γύρω μας και μόνο όταν ο αγαπημένος μας καλλιτέχνης κοιτά προς το μέρος μας προσθέτουν στην όλη ατμόσφαιρα.
Ακόμη και εκτός του πλαισίου μιας συναυλίας, όμως, η ακρόαση μουσικής με παρέα είναι πιο απολαυστική. Σύμφωνα με έρευνες στο Πανεπιστήμιο της Παβία στην Ιταλία, καταγράφοντας την εγκεφαλική δραστηριότητα ζευγαριών που άκουγαν μουσική παρέα, οι ερευνητές διαπίστωσαν μεγαλύτερο «συναισθηματικό συγχρονισμό» – μια εναρμόνιση που μπορεί να μετρηθεί από το συγχρονισμένο κούνημα του κεφαλιού μέχρι τους καρδιακούς ρυθμούς και τις κινήσεις του σώματός γενικά. Ανθρωπολογικά μιλώντας, ενδέχεται η μουσική να πρωτο-εφευρέθηκε ως ένα μέσο σύσφιξης των κοινωνικών δεσμών. Το τραγούδι σε ομάδες μπορεί να βελτιώσει τη διάθεση και τις κοινωνικές σχέσεις, και αν δεν σας βρίσκεται πρόχειρη μια συναυλία ή μια χορωδία φέτος το καλοκαίρι, στην ανάγκη κι ένα καραόκε κάνει τη δουλειά. Αν παίξει Pulp, φωνάξτε με.



