Ο Σωτήρης Τσαφούλιας σε μια νέα συνέντευξή του στον κριτικό κινηματογράφου Γιάννη Δαββέτα και στη διαδικτυακή πλατφόρμα του JohnnyAtTheMovies μίλησε, μεταξύ άλλων, για την αληθινή ιστορία που ενέπνευσε την ιστορία μυθοπλασίας της «Όλγας» (Ευαγγελία Μουμούρη) και του γιου της, «Ιάσωνα», στο «Ριφιφί».
Ήδη πριν από την πρεμιέρα αυτής της σειράς έξι επεισοδίων ήταν γνωστό ότι πηγή έμπνευσής της είχε γίνει η διαβόητη ληστεία τράπεζας που συγκλόνισε την Αθήνα το 1992 και συγκεκριμένα στην Τράπεζα Εργασίας. Υπάρχει όμως μια ακόμα αληθινή ιστορία-πηγή έμπνευσης. Όπως αποκαλύπτεται επίσης στο «Ριφιφί» (ακολουθεί spoiler), η «Όλγα» είχε χάσει τον «Ιάσωνα» από λευχαιμία, και το γεγονός ότι η τράπεζα είχε αρνηθεί να της δώσει τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει για τη θεραπεία του τού στέρησε οποιαδήποτε ελπίδα για ζωή.
Ο αληθινός «Ιάσονας» ήταν ο Παναγιώτης Βασιλέλλης από τη Μυτιλήνη: στις 22 Σεπτεμβρίου 1999, σε ηλικία ενός έτους και οκτώ μηνών, διαγνώστηκε με μια επιθετική μορφή καρκίνου: νευροβλάστωμα τετάρτου σταδίου στο δεξιό επινεφρίδιο. Οι γονείς του, ο οικοδόμος Στρατής Βασιλέλλης και η σύζυγός του, Γεωργία Πιτσιλαδή, εξάντλησαν όλες τις διαθέσιμες θεραπείες στην Ελλάδα προτού στραφούν, ως έσχατη λύση για τη σωτηρία του παιδιού τους, σε μια θεραπεία που πρόσφερε το νοσοκομείο Memorial στις ΗΠΑ. Καθώς όμως το κόστος της άγγιζε τα 300.000 ευρώ, η οικογένεια ξεκίνησε έναν έρανο ώστε να μπορέσει να το καλύψει.
Οι γονείς του Παναγιώτη άνοιξαν τραπεζικό λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα και άρχισαν να απευθύνουν εκκλήσεις για δωρεές. Για ακόμα μία φορά, η αλληλεγγύη του κόσμου έκανε το θαύμα της: το ποσό συγκεντρώθηκε μέσα σε μερικές εβδομάδες. Προτού όμως η οικογένεια αναχωρήσει για τις ΗΠΑ, τα χρήματα δεσμεύτηκαν από την τράπεζα, με την αιτιολογία ότι ο λογαριασμός δεν είχε ανοίξει ως ερανικός. Ένα μικρό ποσό των χρημάτων που κατάφεραν να αποδεσμεύσουν οι γονείς, μετά από προσωπικό αγώνα, δεν ήταν αρκετό. Όταν, τελικά, το θέμα είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις ώστε εκδόθηκε υπουργική απόφαση για την αποδέσμευση των χρημάτων, στις 2 Μαρτίου 2001, ήταν πια πολύ αργά: το αγοράκι, που είχε ήδη παρουσιάσει πολλαπλές μεταστάσεις, πέθανε μόλις δύο ημέρες αργότερα.
Οι γονείς του Παναγιώτη άνοιξαν τραπεζικό λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα και άρχισαν να απευθύνουν εκκλήσεις για δωρεές. Για ακόμα μία φορά, η αλληλεγγύη του κόσμου έκανε το θαύμα της: το ποσό συγκεντρώθηκε μέσα σε μερικές εβδομάδες. Προτού όμως η οικογένεια αναχωρήσει για τις ΗΠΑ, τα χρήματα δεσμεύτηκαν από την τράπεζα, με την αιτιολογία ότι ο λογαριασμός δεν είχε ανοίξει ως ερανικός.
«Με την οικογένεια γνωρίστηκα τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του παιδιού, όταν έμαθα ότι η εφορία βγάζει σε πλειστηριασμό το σπίτι τους στη Μυτιλήνη» εξήγησε ο σκηνοθέτης. «Με αυτή την αφορμή, να σώσουμε το σπίτι τους, γνωρίστηκα με αυτή την οικογένεια. Και ήρθα σε επαφή και έμαθα όλη την ιστορία. Ένιωσα τον πόνο τους, το ξαναβίωσα, γιατί ούτως ή άλλως αυτά τα γαλανά μάτια του παιδιού που είναι ίδια με τα μάτια του πατέρα του δεν φύγανε ποτέ απ’ το μυαλό μου. Και η αδικία ήταν πραγματικά ασύλληπτη. Να έχεις το πρόβλημα, να έχεις τη θεραπεία, να έχεις βρει το ποσό και τρεις άνθρωποι να πάρουν αυτή την απόφαση. Δεν το χωράει το μυαλό μου. Και να βγαίνει ο αρμόδιος υπουργός τότε, Παπαδόπουλος νομίζω το όνομα, να λέει, το θέμα έκλεισε, άλλη ερώτηση. Σαφώς και το θέμα έκλεισε. Το παιδί πέθανε».
«Η αδικία ήταν πραγματικά ασύλληπτη. Να έχεις το πρόβλημα, να έχεις τη θεραπεία, να έχεις βρει το ποσό και τρεις άνθρωποι να πάρουν αυτή την απόφαση. Δεν το χωράει το μυαλό μου».
Όπως πρόσθεσε ο Σωτήρης Τσαφούλιας, κάποιοι που είχαν παίξει ενεργό ρόλο σε αυτή την ιστορία σήμερα «βγαίνουν με τα κοστούμια τους και το παίζουν περίοπτοι άνθρωποι της ελληνικής κοινωνίας ή της πολιτικής σκηνής. […] Κάποια πράγματα δεν πρέπει να τα ξεχνάμε, γιατί έχουμε πολύ κοντή μνήμη σαν λαός».
Δείτε το απόσπασμα της συνέντευξης του Σωτήρη Τσαφούλια:
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.



