Μετά από μια σειρά επιτυχιών όπως το Δεσποινίς Τζούλια του August Strindberg (4 χρόνια) – Κουαρτέτο του Heiner Müller (2 χρόνια) – Σαλώμη του Oscar Wilde (ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ REX – Μάιος 2018) σε flamenco εκδοχή, ο χορογράφος και σκηνοθέτης Σταύρος Λίτινας καταπιάνεται με το αριστούργημα του F. G. Lorca Το σπίτι της Bernarda Alba (1936). Ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, το βλέπουμε στη σκηνή του Arroyo Nuevo.

Ο Σταύρος Λίτινας μιλά στο Marie Claire για τoν χορό, την flamenco εκδοχή του θεατρικού έργου, την ελευθερία στην τέχνη αλλά εξηγεί και γιατί αξίζει να παρακολουθήσει κανείς τη συγκεκριμένη παράσταση.

Χορός, σκηνοθεσία, αρχιτεκτονική. Είναι ένας αρμονικός συνδυασμός ή δύσκολος;

Ανάλυση, σύνθεση, δόμηση, αποδόμηση, αναδόμηση, περιγραφή, επεξήγηση, αληθές και ψευδές είναι κάποιες από τις έννοιες που συγκροτούν ένα κοινό τόπο στον οποίο επιστρέφω ελλειπτικά με ότι και αν καταπιάνομαι. Η αρχιτεκτονική είναι μια επιστήμη-τέχνη που δεν παύεις ποτέ να ασχολείσαι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Είναι τρόπος σκέψης και αντίληψης, μια προσωπική ματιά που θέτει συνεχώς ερωτήματα. Ο χορός είναι μια τέχνη που ανασύρει βουβά το ανθρώπινο συναίσθημα από την απόλυτη ακινησία μέχρι την πιο ξέφρενη εκτόνωση, σε ατομικό ή σε συλλογικό επίπεδο. Απολλώνιο και Διονυσιακό σε ένα αρμονικό συνδυασμό. Για μένα η αρχιτεκτονική είναι χορός και ο χορός αρχιτεκτονική με βασική διαφορά ότι το πρώτο αφήνει ανεξίτηλα ίχνη.

Αρχείο Εθνικού Θεάτρου – Φωτό: Μιχάλης Αναστασίου

Ο χορός και ιδιαίτερα το φλαμένκο πώς ήρθαν στη ζωή σας;

Μεγάλωσα σε μια οικογένεια που η λεκτική συναισθηματική έκφραση ήταν απούσα. Οι γονείς μου ήταν επιστήμονες, παρά τις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες, και ο δρόμος μου προδιαγεγραμμένος. Έτσι ο χορός από την παιδική μου ηλικία ήταν για μένα μια εκφραστική διέξοδος, μη λεκτική, μια φυγή! Διαμόρφωσα την προσωπικότητα μου μέσα από αυτόν και είναι δύσκολο να φανταστώ τον εαυτό μου δίχως αυτόν. Μέσα από τον ελληνικό χορό, με τον οποίο ξεκίνησα, έμαθα να είμαι μέλος ενός συνόλου, να συνυπάρχω και να συντονίζομαι με μια ομάδα, διαμόρφωσα δηλαδή μια ομαδική ταυτότητα. Με τα χρόνια αισθάνθηκα την ανάγκη να ορίσω τον εαυτό μου, ως άτομο, μέσα στο σύνολο και αναζήτησα κάτι πιο προσωπικό όπως το flamenco, όχι από εγωισμό αλλά από μια διάθεση απελευθερωτική. Οι δημιουργικές σχέσεις φυσικά που αναπτύσσεις με τους συνεργάτες σου πάντα υπάρχουν, δεν είσαι ποτέ μόνος. Το επόμενο στάδιο ήταν να χρησιμοποιήσω αυτή τη γνώση-εμπειρία για να μπορέσω να συνθέσω, να μιλήσω και να επικοινωνήσω. Έχοντας διαμορφώσει ήδη μια αρχιτεκτονική αντίληψη πέρασα στο χορογραφικό πεδίο. Ξεκίνησα να χορογραφώ αρχικά με την ασφάλεια μιας δεδομένης φόρμας, ελέγχοντας τα πράγματα καθαρά συνθετικά και πολύ αργότερα αποφάσισα να αναμετρηθώ με την νοηματική ανασύσταση λογοτεχνικών και θεατρικών έργων με εργαλείο το σώμα.

Γιατί πιστεύετε ότι στο έργο του F.G.Lorca, ““Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα, ταίριαζε η flamenco εκδοχή;

Το συγκεκριμένο έργο του F.G. Lorca είναι γραμμένο πάνω σε “flamenco” καμβά. Ορατό και αόρατο σε ένα πύρινο μπλόκο. Οι χαρακτήρες του έργου, από τη δεσποτική μάνα μέχρι την επαναστάτρια κόρη και την έγκλειστη γιαγιά, δονούνται σε εκρηκτικές μεσογειακές συχνότητες, από την απόλυτη σιωπή στην πιο αγωνιώδη κραυγή σαν ήχος του αίματος που αναβλύζει, όπως λέει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας. Από την επιβεβλημένη ακινησία, που κρατά δέσμια τη στοιβαγμένη τους ζωτικότητα, στην πιο σφοδρή σύγκρουση που οδηγεί στη λύτρωση μέσα από μια, δίχως κατακάθια, καθαρή φωτιά…

Είναι επίκαιρο το συγκεκριμένο έργο και γιατί;

Είναι ένα έργο πολιτικό που, με αλληγορική ματιά, αντικατοπτρίζει τη σηπτική κοινωνικοπολιτική δομή του φασιστικού καθεστώτος. Όπως αποδεικνύεται στις μέρες μας η μάχη κατά του φασισμού δεν έχει ακόμη κερδηθεί. Βρισκόμαστε σε μια διαρκή πάλη με πολλά πισωγυρίσματα και αυτό από μόνο του καθιστά το έργο εξαιρετικά επίκαιρο.

“Πάσχουμε” από ελευθερία στις μέρες μας;

Προσωπικά αντιλαμβάνομαι την ελευθερία ως δυνατότητα κίνησης, ως ικανότητα μετακίνησης, κυρίως εσωτερικής. Σίγουρα ζούμε στιγμές που νιώθουμε ελεύθεροι, ακόμη και με την επίγνωση της ψευδαίσθησης. Ως μέλη ενός κοινωνικού συνόλου, όπως λέει ο S.Freud, καλούμαστε να θυσιάσουμε μέρος της ατομικής μας ελευθερίας, με αντάλλαγμα την ασφάλεια της κοινωνίας και των νόμων. Αυτό φυσικά προϋποθέτει μια καλά οργανωμένη και δίκαιη κοινωνία ώστε να αξίζει αυτή η θυσία και όχι μια κοινωνία αποκλεισμών. Καλώς ή κακώς ανήκουμε σε μια χειραγωγούμενη αδρανοποιημένη μάζα μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας και με την ιστορική απογοήτευση που κουβαλάμε γύρω από τις κοινωνικές επαναστάσεις, η ατομική επανάσταση προβάλει αναγκαία, ακόμη και αν συμβαίνει στη σιωπή.

Η τέχνη είναι αρκετά ελεύθερη;

Η τέχνη έχει υποκύψει στους κανόνες του εμπορίου και της κατανάλωσης. Φράσεις όπως: “αυτό πουλάει” ή “μου αρέσει”-“δεν μου αρέσει” έχουν κατακλείσει ολοσχερώς το τοπίο δημιουργώντας έναν, όλο και απαιτητικότερο, πλην όμως ασφυκτικότερο, κλοιό παραγωγής της τέχνης. Ο χρόνος ωρίμανσης, που προσωπικά θεωρώ απαραίτητο στοιχείο της ουσιαστικής τέχνης, τείνει να εκμηδενιστεί, στο βωμό του γρήγορου κέρδους, οδηγώντας την κατάσταση σε πεδία παρακμής. Η τέχνη μπορεί, παρ’ όλ’ αυτά, να είναι αντισυμβατική αρκεί να φέρει μια ιδέα, ικανά τεκμηριωμένη, ή μια βιωμένη αλήθεια. Η τέχνη πάντα θα είναι ένα παράθυρο ελευθερίας, όσο αυτή πηγάζει απ’ την ανθρώπινη ψυχή και στοχεύει σε αυτήν. Όσο αυτή μπορεί να ενεργοποιεί και να απελευθερώνει το πνεύμα. Το ερώτημα είναι κατά πόσο εμείς είμαστε σε θέση να αποδράσουμε…

Αρχείο Εθνικού Θεάτρου – Φωτό: Ελίνα Γιουνανλή

Γιατί μας προτείνετε να δούμε τη συγκεκριμένη παράσταση;

Η πρόσληψη του έργου γίνεται από μια άλλη οδό. Εκείνη της φαντασίας και των αισθήσεων, που ενεργοποιούν το σύνολο της αντίληψής μας. Με τη χρήση της λογικής, ακολουθώντας τους διαλόγους, χάνουμε πάντα ένα μεγάλο μέρος της πραγματικότητας των προσώπων. Αφαιρώντας όμως τους διαλόγους με άξονα τις ιδιότητες των προσώπων, τις δράσεις και τις αντιδράσεις τους ενεστωτικά, ανακαλύπτουμε ένα μεγάλο κομμάτι της αλήθειας τους. Το flamenco, λόγω της κρουστής του ιδιαιτερότητας, έχει την ικανότητα να αναπαράγει τη δυναμική των διαλόγων και έτσι το κείμενο ανασυστήνεται νοηματικά.

Τι νέο κι εξίσου διαφορετικό να περιμένουμε από εσάς;

Δεν βιάζομαι να κάνω την επόμενη επιλογή μου. Δεν μπαίνω στο ψυχοφθόρο κυνήγι του χρόνου και δεν αγωνιώ για την περιοδικότητα της παραγωγής του καλλιτεχνικού μου έργου. Μένω ανοιχτός στην πραγματικότητα που ζούμε μέχρι να μου δοθεί το κατάλληλο ερέθισμα και να αισθανθώ την ανάγκη να μιλήσω γι’ αυτό.