Στο θέατρο Σταθμός, ανεβαίνει για τρίτη χρονιά η παράσταση “Η απολογία της Μαρί Κιουρί”  με την Πέγκυ Τρικαλιώτη στον ομώνυμο ρόλο. Μια ηθοποιός που βρίσκεται αδιάκοπα στο θεατρικό σανίδι τα τελευταία 27 χρόνια και μάλιστα σε ρόλους πολύ απαιτητικούς. Έχει μάθει όμως να κάνει ζωή πρωταθλητή. Έχει τρομερή πειθαρχεία, είναι τελειομανής και δίνει πάντα παραπάνω από το 100% του εαυτού της. Είναι μια γυναίκα που έχει πάρει άπειρη αγάπη και έχει μάθει ότι αυτό είναι φυσιολογικό να συμβαίνει για αυτό την επιστρέφει απλόχερα. Στην 7χρονη κόρη της Φραντζέσκα, στον άντρα της ζωής Θανάση Δόση, στους συναδέλφους της, στο κάθε διπλανό της. Για εκείνη, το φυσιολογικό είναι να απλώνουμε ο ένας το χέρι στον άλλον. Έχει μάθει να λειτουργεί ως ομάδα σε όλα.

“Χωρίς ομάδα δεν πας πουθενά. Σε κανένα επίπεδο, σε καμία δουλειά. Ούτε καν μέσα στην ίδια σου την οικογένεια. Για να λειτουργήσει μια οικογένεια χρειάζεται να γίνετε ομάδα. Ο καθένας να έχει το ρόλο του. Να είναι συγκεκριμένα τα πράγματα, συγχρόνως ελεύθερα αλλά ο ένας να βοηθάει τον άλλο. Έτσι νομίζω ότι είναι όλα σε αυτή τη ζωή. Για να πάει οτιδήποτε μπροστά, για να προχωρήσει, για να είναι λειτουργικό, πρέπει η ομάδα από την οποία απαρτίζεται να είναι δεμένη” λέει στο Marie Claire.

Και συνεχίζει, σε σχέση με το θέατρο και τη δική της δουλειά: “Το θέατρο είναι καθαρά ένα ομαδικό άθλημα. Όχι μόνο οι ηθοποιοί που είναι πάνω στη σκηνή και ο σκηνοθέτης αλλά και όλο το θέατρο: ο χώρος που είσαι, οι άνθρωποι που λειτουργούν στον χώρο. Αν δεν υπάρχει αυτό, αν δεν είσαι δεμένος, είναι σίγουρο ότι με κάποιο τρόπο θα μειώσει την απόδοση του έργου. Στο όλον του αλλά και στον καθένα ξεχωριστά.”

Η αποτυχία μιας παράστασης έχει να κάνει με μία ομάδα που δεν έχει δέσει;

Συνήθως έτσι είναι. Σε όλες τις παραστάσεις, ακόμα και τους σούπερ ηθοποιούς να έχεις ή τον καλύτερο σκηνοθέτη, αν δεν κινηθούν όλοι πάνω στον ίδιο άξονα και ο ένας να κρατήσει το χέρι του άλλου αυτό θα είναι αποτυχία ή θα είναι μια μέτρια παράσταση.

Τι γίνεται όμως με την ανάγκη του ηθοποιού να δείξει ότι είναι καλός ή και καλύτερος από τους άλλους;

Για να είσαι καλός και για να το δείξεις, πρέπει ο διπλανός σου να σε υποστηρίξει. Δεν παίζεις μόνος σου. Εκτός κι αν είναι μονόλογος, αλλά και πάλι κι εκεί θα πρέπει να σε έχουν υποστηρίξει διάφοροι άλλοι από γύρω. Αν εγώ έχω έναν πρώτο ρόλο και δίπλα μου έχω έναν άνθρωπο που έχει ένα δεύτερο ρόλο, αν εγώ δεν υποστηρίξω σωστά αυτόν τον άνθρωπο που είναι δίπλα μου και δεν με υποστηρίξει κι αυτός δεν θα μπορέσω να δείξω αν είμαι καλή και πόσο καλή είμαι. Ο ένας βοηθάει τον άλλον. Στην παράσταση “Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν” ήμασταν τόσοι άνθρωποι επάνω στη σκηνή κι ένα από τα βασικά πράγματα που μας λέγανε είναι ότι ήμασταν ένα. Ότι ο ένας υποστήριζε τον άλλο ανά πάστα στιγμή, τόσο πολύ, που δεν υπήρχε ούτε ένα κενό. Το ίδιο συμβαίνει και με την “Μαρί Κιουρί”. Είμαστε τρεις άνθρωποι επάνω στη σκηνή, συν το υπέροχο αγόρι που βάζει τις μουσικές και μετράει τις ανάσες μας για να δει που θα ανοίξει και που θα κλείσει το φως και που θα βάλει τη μουσική ή όχι -γιατί κι αυτός ο άνθρωπος είναι μέρος ενός συνόλου. Συν η Κίρκη Καραλή που έχει κάνει όλη την ιστορία πριν, συν η Ευσταθία που έχει γράψει όλο το έργο.

Πρέπει να κρατάμε ο ένας το χέρι του άλλου. Αν εγώ κοιτάξω μόνο  τον εαυτό μου θα χαντακωθώ. Είναι χαζό εκ μέρους μου.

Δεν είναι ότι εγώ θα κοιτάξω τον εαυτό μου και θα γίνω καλύτερη, δεν είναι έτσι. Όποιος δεν το έχει συνειδητοποιήσει αυτό έχει πολύ δρόμο ακόμα μπροστά του να κάνει.

Αυτή η σεμνότητα, έτσι εγώ την αντιλαμβάνομαι, είναι μία στάση που πρέπει ένας ηθοποιός να κουβαλάει γενικότερα στη ζωή του;

Όλοι οι άνθρωποι, οποιαδήποτε δουλειά κάνουν ή θέση έχουν, οφείλουν απέναντι σε αυτό που κάνουν να είναι σεμνοί και ταπεινοί. Κανονικά θα έπρεπε να είναι δεδομένο. Συζητάμε καμιά φορά για κάποιες λέξεις όπως σεμνότητα, ταπεινότητα λες κι αυτά δεν είναι αυτονόητα. Όχι, αυτό είναι το δεδομένο. Το άλλο είναι λάθος. Οφείλουμε όλοι, από τη δική μας θέση, να κοιτάμε τη θέση του διπλανού μας, να κοιτάμε και τις ανάγκες και τα θέλω του διπλανού μας. Άσχετο αν αυτός έχει δύο ατάκες στο έργο κι εσύ έχεις δεκαπέντε. Δεν έχει καμία σημασία. Αν αυτές τις δύο ατάκες εγώ δεν τις υποστηρίξω, θα κάνω κακό στις δεκαπέντε δικές μου.

Αυτή τη στάση την έχεις από την αρχή που ξεκίνησες να κάνεις αυτή τη δουλειά;

Νομίζω ναι, απλώς τώρα μου είναι πολύ ξεκάθαρο. Ίσως λόγω ηλικίας, λόγω όλων αυτών των χρόνων, λόγω εμπειρίας. Επειδή το έχω δει πολλές φορές να συμβαίνει δίπλα μου, κάποιος να θεωρεί τον εαυτό του πολύ πιο σημαντικό από τον άλλον -σε όλα τα επίπεδα- κι αυτό να είναι καταστροφικό για τον ίδιο. Και πάνω από τη σκηνή και κάτω από αυτήν. Κακά τα ψέματα, όσοι κάνουμε αυτή τη δουλειά έχουμε ματαιοδοξία. Μας αρέσει να μας βλέπουν, να μας χειροκροτούν, θέλουμε να αρέσουμε. Όμως, δεν μπορείς να είσαι μόνος σου σε αυτό. Δε γίνεται,  εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να συμβεί. Πρέπει να είσαι ένα με όλους για να μπορέσει το δικό σου κομμάτι, μέσα από αυτή την υποστήριξη, να λάμψει.

Είναι όμως μια περίεργη ισορροπία. Η ματαιοδοξία δεν είναι απαραίτητη για να προχωράς;

Αυτό υπάρχει αλλά από εκεί και πέρα πρέπει να μην παίρνεις τόσο σοβαρά τον εαυτό σου. Να θες να προχωρήσεις, να θες να αρέσεις, να θες κάθε μέρα να είσαι καλύτερος από την προηγούμενη χωρίς να θεωρείς ότι είσαι εσύ πιο σημαντικός από αυτόν που είναι δίπλα σου.

Το να θες na κοιτάς και τον διπλανό έχει να κάνει με το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσες;

Αυτό είναι αλήθεια, το είχανε και το έχουν ακόμα πολύ οι γονείς μου. Είμαι από μια μεσοαστική οικογένεια, πολύ κανονική. Η μαμά μου ήταν σχεδιάστρια και ο πατέρας μου ιδιωτικός υπάλληλος σε μία εταιρία. Όποτε τους έπαιρνες τηλέφωνο, για το οτιδήποτε, τρέχανε πρώτοι να βοηθήσουν. Οπότε ναι, έχω μεγαλώσει σε μία πολύ δοτική και γενναιόδωρη οικογένεια που για χρόνια μου φαινόταν φυσιολογικό. Τώρα, χρησιμοποιώ τις λέξεις γενναιόδωρη και δοτική γιατί βλέπω το γύρω ότι δεν είναι τόσο, οπότε, καταλαβαίνω ότι αυτό μπορεί να τους προσδώσει αυτές τις δύο λέξεις. Επίσης, ο άνθρωπός μου, ο άνθρωπος που βρήκα στη ζωή μου κι έχω κάνει οικογένεια μαζί του, τη δική μου οικογένεια, το δικό μου παιδί, είναι δέκα φορές έτσι. Συναντηθήκαμε μεγάλοι στη ζωή μας, δεν ήμασταν από πιτσιρίκια μαζί. Μέχρι τότε κι αυτός είχε άλλες σχέσεις, μεγάλες. Κι εγώ το ίδιο, σχέσεις έντονες και δυνατές. Σκεφτόμουν ότι δεν προχώρησαν τελικά γιατί δεν είχαμε αυτή την κοινή αξία με αυτούς τους ανθρώπους. Μπορεί να ερωτεύτηκα -και να ερωτεύτηκε, δεν μπορώ βέβαια να μιλήσω για αυτόν- να αγάπησα κάποιους ανθρώπους, να έχουν υπάρξει στη ζωή μου και να τους σκέφτομαι και να τους θυμάμαι με πολλή αγάπη αλλά η βάση αυτού που έχω με τον Θανάση, -πέρα όλων των άλλων, ότι μου αρέσει, ότι τον αγαπάω, ότι τον θέλω, ότι είναι  πατέρας του παιδιού μου- που μας κρατάει δεμένους, είναι αυτή η κοινή αξία, ότι είμαστε και οι δύο πολύ γενναιόδωροι. Πώς να στο πω; Είμαστε εκεί. Και πάλι το ότι αυτό το λέω με ενοχλεί. Γιατί για μένα δεν θα έπρεπε να λέγεται, θα έπρεπε να εννοείται. Δεν θα έπρεπε να αναφέρεται ως κάτι σημαντικό. Θα έπρεπε να είναι μέσα στη ζωή αυτό το πράγμα αλλά δεν είναι.

Για να λειτουργήσει μια σχέση χρειάζεται, λοιπόν, ένα κοινό σημείο;

Παραπάνω από ένα. Οι βασικές αξίες να είναι κοντινές. Αλλιώς πετιέται η δοτικότητα, η καλοσύνη, η γενναιοδωρία, το ότι είμαι εγώ εδώ για σένα. Είναι κάποια πράγματα που αν δεν υπάρχουν κοινά δεν μπορεί να λειτουργήσει σε βάθος χρόνου μία σχέση. Έτσι νομίζω.

Είμαι με τον Θανάση 9 χρόνια. Όλες οι σχέσεις περνάνε τα  πάνω τους και τα κάτω τους αλλά δεν έχω σκεφτεί ποτέ, δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς τον Θανάση.

Εύχομαι να συνεχίσει να γίνεται αυτό γιατί έχω και μία τάση απίστευτης ελευθερίας και δεν θέλω να νιώθω δεσμευμένη. Αυτό επίσης το έχει και ο Θανάσης, οπότε το δίνει ο ένας στον άλλο. Επίσης, αυτό είναι κοινό που έχουμε. Δεν είμαστε ένα ζευγάρι που είμαστε κάθε μέρα με τα μηνύματα ή που μιλάμε 15 φορές τη μέρα. Μπορεί να περάσει μια ολόκληρη μέρα που να μην έχουμε μιλήσει κι αυτό να είναι οκ. Δεν ξέρω πού είναι αυτή τη στιγμή, δεν ξέρει πού μπορεί να είμαι. Κατάλαβες πώς το λέω το δεν ξέρω. Υπάρχει μια πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη και μία πολύ μεγάλη ελευθερία μεταξύ μας.

Η σχέση σου με τον Θανάση σε έχει κάνει καλύτερη ή απλά σε βρήκε στην καλύτερή σου εκδοχή;

Ήμουν σε μια πολύ δύσκολη φάση. Και ο Θανάσης επίσης ήταν σε μία πολύ δύσκολη φάση. Δεν ξέρω για τον Θανάση αλλά εγώ νομίζω ότι ενηλικιώθηκα με αυτή τη σχέση. Κατάλαβα τι σημαίνει συμβίωση, κανονικότητα. Μέχρι τότε, όλα τα πράγματα στη ζωή μου ήταν extreme. Οι σχέσεις μου ήταν στα άκρα. Για αυτό σου λέω ενηλικιώθηκα. Δέχτηκα κι έμεινα ευτυχισμένη μέσα σε μία σχέση η οποία ήταν ήρεμη και δεν χρειαζόντουσαν φωνές ή κάθε μέρα να πλακωθούμε για κάτι κι αυτό ήταν τόσο οκ που κάθε μέρα μας έδενε τόσο πολύ.

Αυτό σου έδωσε και τον χώρο να ασχοληθείς με πράγματα που κάνουν καλό σε εσένα;

Φυσικά! Και ήρθε και η Φραντζέσκα. Οι δύο άνθρωποι που φέρνουν ένα παιδί στον κόσμο έχουν πια, εκτός όλων των άλλων, έναν απόλυτα κοινό στόχο. Την ευτυχία αυτού του παιδιού. Να προσπαθούν όσο το δυνατόν πιο πολύ για αυτό το παιδί, ακόμα κι αν δεν είναι μαζί.

Μου αρέσει που βλέπω ζευγάρια που αποφασίζουν κάποια στιγμή να μην είναι μαζί και δεν αλλάζει τίποτα σε σχέση με το παιδί.

Που δεν υπάρχει αυτό το μίσος, δεν υπάρχει αυτός ο αλληλοσπαραγμός και το παιδί αυτό δεν το εκλαμβάνει ως χωρισμό, απλώς ως δύο διαφορετικά σπίτια.  Έχω φίλους που το έχουν κάνει. Είναι δύσκολο, σπάνιο αλλά είναι υπέροχο.

Δεν είναι σκληρό να βλέπεις τον άνθρωπο που ήσουν μαζί να είναι με κάποιον άλλο;

Αν τελειώσει μία σχέση ξέροντας γιατί τελείωσε και καταλαβαίνοντας ότι αν ήσουν μαζί με αυτόν τον άνθρωπο δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να είσαι καλά -γιατί έχετε κάποιες δυσκολίες, έχετε κάποιες διαφωνίες- μετά είναι πιο εύκολο να καταπατήσεις τον εγωισμό σου, όταν τον δεις με κάποιον άλλο άνθρωπο. Αλλά πρέπει να ξέρεις γιατί δεν είσαι με τον άλλον μαζί, να είναι ξεκάθαρο αυτό. Αρχικά να είναι μια κοινή απόφαση. Γιατί καμία φορά μπορεί να μην είναι, κι ένας από τους δύο να ερωτευτεί και να φύγει. Αν είναι μία κοινή απόφαση, αν είσαι σίγουρος γιατί δεν είσαι με τον άλλο άνθρωπο μαζί, τι ήταν αυτό το μεγάλο που σας χωρίζει και δεν μπορείτε να συνεχίσετε, νομίζω ότι μετά είναι πολύ εύκολο να πεις μακάρι να είσαι καλά.

Βλέποντας το Θανάση πώς κινείται, ήσουν σίγουρη ότι θα είναι…

…ο τελειότερος πατέρας του παιδιού μου!

Αυτός ήταν κι ένας λόγος που το αποφάσισες;

Ναι, ήταν ο πατέρας των παιδιών μου. Νομίζω ότι είναι ο καλύτερος πατέρας που έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Είναι σχεδόν ίδιος με τον μπαμπά μου. Τόσο καλός! (Γελάει.) Θεωρώ ότι και ο πατέρας μου ήταν και είναι ένας υπέροχος πατέρας. Είχα την τύχη οι γονείς μου να είναι με το μέρος των παιδιών τους και όχι απέναντι. Είχα πολύ καλή παιδική ηλικία, με πολύ μεγάλη αγάπη. Μου έδωσαν πολύ μεγάλη αγάπη. Οπότε θα έπρεπε να βρω κάτι αντίστοιχο για να προχωρήσω στο να κάνω ένα παιδί.

Τυχερή η μικρή.

Εμείς είμαστε τυχεροί που την έχουμε. Τώρα είναι 7 χρονών πια οπότε έχει αρχίσει και παίρνει ένα δρόμο δικό της. Είναι πια ένας άνθρωπος κανονικός, με το χαρακτήρας της. Έχει το χαρακτήρα που θα έχει και είναι τόσο καλή, είναι τόσο ευαίσθητη, έχει τέτοια ενσυναίσθηση που καμία φορά μένω με το στόμα ανοιχτό. Εντάξει, έχει και αρνητικά, όλοι οι άνθρωποι έχουμε αρνητικά αλλά θέλω να πω… θα γίνει καλός άνθρωπος. Το βλέπω από πολύ μικρά πράγματα πάνω της, είναι καλή. Η ψυχή της είναι καλή. Και συγκινούμαι πάρα πολύ για αυτό κι αν έχω συμβάλει έστω και λίγο είμαι πολύ περήφανη.

Βλέπεις κομμάτια σου σε εκείνη;

Ναι. Βέβαια έχει κι άλλα, όπως κι εγώ. Είναι νευρική, είναι το ένα, το άλλο. Στη βάση της όμως είναι καλή (σ.σ.λεει με τεράστιο χαμόγελο).

Νιώθεις ότι έχεις ανταποκριθεί στις προσδοκίες που είχες από τον εαυτό σου ως μητέρα;

Καθόλου. Δεν είμαι εκεί σχεδόν καθόλου. Είμαι πολύ λίγο -υπερβάλλω τώρα. Είμαι πολύ λίγο σε σχέση με το πόσο θα έπρεπε να είμαι, όπως κάθε εργαζόμενη μητέρα. Υπάρχουν περίοδοι που είμαι περιοδεία όλο το καλοκαίρι. Ας πούμε, φέτος δεν έκανα διακοπές μαζί της. Ήταν με τον πατέρα της. Ήρθαν στην Επίδαυρο, είδαν την παράσταση μαζί και μετά έφυγαν, πήγαν διακοπές. Με έπαιρνε και μου λέει ενώ εγώ ήμουν περιοδεία σε όλη την Ελλάδα: “Είναι άλλες μαμάδες εδώ, εσύ δεν είσαι”. Κι αυτό είναι πολύ… Ή μου λέει: “Μαμά γιατί κάθε φορά που είναι Σαββατοκύριακο και γιορτές εσύ δουλεύεις και δεν σε έχω κοντά μου;” Υπάρχει πολύ έντονο αυτό. Δεν μπορώ να τη βάλω εγώ για ύπνο το βράδυ. Στις 20:30 είμαι στο θέατρο. Οπότε προσπαθώ να ξεκλέψω άλλες στιγμές και έχω φοβερές ενοχές.

Θα το καταλάβει μεγαλώνοντας γιατί δεν υπάρχει καμία γυναίκα πλέον που να μη δουλεύει.

Της έλεγα τις προάλλες “συγγνώμη αγάπη μου που δεν ήμουν εκεί” και τα σχετικά και μου απάντησε: “Δε φταις εσύ μαμά, δε φταις που σου άρεσε τόσο πολύ το θέατρο και έπρεπε να κάνεις αυτή τη δουλειά”. (Γελάει). Δεν υπάρχει!

Και το ακούς από ένα 7χρονο.

Τι έχω να ακούσω στην εφηβεία, Χριστέ μου! Προετοιμάζομαι ψυχολογικά.

Θέλει θυσίες. Δε είναι πρωταθλητισμός το θέατρο;

Για μένα είναι. Ο τρόπος που εγώ το αντιλαμβάνομαι το θέατρο είναι εντελώς πρωταθλητισμός. Δουλεύω 27 χρόνια στο θέατρο. Αυτά τα 27 χρόνια δεν έχω δουλέψει μόνο δύο χρονιές, τη μία χρονιά που ήμουν έγκυος και άλλη μία μετά που ήμουν με το παιδί. Το έλεγα στο Θανάση αυτό. Δεν έχει υπάρξει μία μέρα από αυτά τα 27 χρόνια που ζω στο θέατρο -γιατί ζω περισσότερα χρόνια στο θέατρο παρά εκτός, από όταν ξεκίνησα μέχρι τώρα είναι περισσότερα τα χρόνια που είμαι μέσα από τα πριν- ούτε μία παράσταση που να μην δίνω το 150% μου. Ότι έχω εκείνη την ημέρα, όπως και να είμαι. Γιατί 27 χρόνια έχεις παίξει άρρωστος, έχεις παίξει στα καλά σου, έχεις παίξει στα κακά σου, έχεις παίξει χωρίς φωνή, έχεις παίξει με τη μέση σου, έχεις τσακωθεί με το γκόμενο, δεν έχεις βρει να παρκάρεις, έχει πλακωθεί με το σκηνοθέτη, δεν είσαι στις καλές σου, είσαι στις καλές σου, κάνεις πάρτι, έχεις γενέθλια και πρέπει να κλαις. Δεν έχει υπάρξει μία μέρα -και για αυτό νιώθω πολύ καλά με τον εαυτό μου, του λέω μπράβο- που να έχω πει ότι σήμερα θα δώσω λίγο λιγότερο. Ποτέ, ούτε μία μέρα. Ό,τι έχω το δίνω και με το παραπάνω.

Πώς ξαναγεμίζεις μετά από όλο αυτό;

Με έναν τρόπο ανατροφοδοτούμαι από αυτό το άδειασμα. Δίνω πάρα πολύ αλλά παίρνω πίσω. Με τα χρόνια αυτό είναι όλο και πιο δύσκολο. Φέτος ανακάλυψα επειδή δεν έχω κάνει διακοπές -κι αυτό έχει συμβεί πάρα πολλές φορές- ότι δουλεύω σερί από πέρυσι τον Αύγουστο. Δεν έχω κάτσει δευτερόλεπτο και δεν προβλέπεται να κάτσω μέχρι και αρχές Ιουνίου  έτσι όπως είναι τα πράγματα. Μετά μπορεί να έχω κι άλλα, να έρθουν κι άλλα, να ξαναδουλέψω το χειμώνα, το καλοκαίρι. Ξέρω ότι μέχρι και αρχές Ιουνίου δεν υπάρχει χώρος. Μεγαλώνοντας, γεμίζω όλο και λιγότερο. Αρχίζω να έχω κάποια κενά. Λέω περισσότερες φορές μέσα στη μέρα:”θεέ μου, πώς θα το κάνω, πώς θα το βγάλω τώρα αυτό” . Το λέω πιο συχνά από ότι το έλεγα. Πριν ξεκινήσει η παράσταση ξέρω ότι θα ανέβω ένα Έβερεστ κι ότι έχω να βγάλω ένα πολύ μεγάλο πράγμα και υπάρχουν στιγμές που ακούω τον κόσμο να μπαίνει και λέω “πώς θα το κάνω αυτό”, “πώς γίνεται να το κάνω εγώ αυτό τώρα”, “δεν έχω τίποτα να δώσω”.

Και υπάρχει ένα μαγικό πράγμα, με το που ξεκινάει η μουσική του έργου είναι σαν να γίνεσαι ένας άλλος άνθρωπος.

Ξέρεις, το θέατρο αν το αγαπάς, το εμπιστευτείς και του δώσεις χωρίς να κρατάς, σου δίνει 100πλάσια πίσω. Αλλά πρέπει να το αγαπάς. Επίσης, το θέατρο θέλει πειθαρχία. Μου είπες ένας φίλος μου προχθές: “Κάνεις cross fit εσύ παιδί μου, κάθε μέρα”. Πολλά χρόνια,  παίζω σε παραστάσεις που χρειάζομαι το 100% του σώματός μου, το 100% της φωνής μου, του νοητικού μου κομματιού και του συναισθήματός μου. Αυτό όπως καταλαβαίνεις επί καθημερινή βάση είναι πολύ δύσκολο. Πρέπει να υπάρχει πειθαρχεία: τι ώρα θα φάω, τι ώρα θα κάνω τη γυμναστική μου. Εγώ δεν βγαίνω τα βράδια έξω. Δεν πάω για έναν καφέ. Δεν υπάρχει αυτό σε εμένα. Θα πάω για έναν καφέ μαζί σου για να σου δώσω μια συνέντευξη, αλλιώς δεν βγαίνω έξω. Γυρνάω σπίτι μου, κάνω τις δουλειές του σπιτιού μου το βράδυ. Γιατί έχω πρόβλημα με τον ύπνο, από μωρό. Όλες τις δουλειές μου τις κάνω το βράδυ. Γυρνάω, βάζω πλυντήρια. Μέχρι τις 4-5 το πρωί είμαι σε ένταση και μετά κοιμάμαι. Έχω μία πειθαρχία. Ζω ζωή, όλα αυτά τα χρόνια, πρωταθλητισμού.

Με την Μαρί Κιουρί έχεις κοινά;

Πολλά. Ταυτίζομαι σε πολλά μαζί της. Ήταν αδιανόητα πειθαρχημένη. Ζούσε επίσης μια ζωή αντίστοιχη με αυτή ενός αθλητή σε σχέση με αυτό που έκανε. Ο στόχος της ήταν ένας: η επιστήμη της. Όλα τα άλλα ερχόντουσαν παράλληλα, μαζί της. Γι’ αυτό και πάντα είχε ενοχές και με τα παιδιά της. Για αυτό και όταν μεγάλωσε πια, μετά τον θάνατο του Πιερ Κιουρί που ήταν η μεγάλη της αγάπη, ένιωσε για πρώτη φορά ότι ερωτεύεται. Γιατί για πρώτη φορά μετά άφησε τον εαυτό της ελεύθερο, στα 40 της. 40 χρονών περίπου τότε, μια γυναίκα  η οποία είχε γεννηθεί το 1867 ήταν σαν να λέμε σήμερα 65αρα. Ήταν γρια για εκείνη την εποχή.

Έχει σπουδαία ζωή αυτή η γυναίκα. Την ιστορία αυτής της γυναίκας, για μένα, πρέπει να την δουν και οι άντρες αλλά κυρίως όλες οι γυναίκες.

Ειδικά τώρα τα τελευταία χρόνια που υπάρχει αυτό το κίνημα #MeToo των γυναικών που προσπαθούν να βγουν μπροστά και γιατί παίρνουν λιγότερα λεφτά από τους άντρες και γιατί δεν έχουν ισάξιες και ισότιμες θέσεις και γιατί και γιατί… Αυτή η γυναίκα ήτα ναπό τις πρώτες σουφραζέτες. Ήταν μια γυναίκα η οποία πήγε ενάντια στα πάντα. Μπήκε μέσα σε μία πανεπιστημιακή κοινότητα η οποία ήταν εντελώς ανδροκρατούμενη. Έφυγε από μία χώρα, από την Πολωνία, που ήταν υπό σοβιετική κατοχή -απαγορευόταν να μιλάνε τη γλώσσα τους, να ακούν τις μουσικές τους, να τραγουδούν τα τραγούδια τους, δεν τους επιτρέπανε να σπουδάσουν, οι γυναίκες δεν επιτρεπόταν να μπουν στις ανώτερες σχολές. Δούλεψε βοηθώντας την αδερφή της να γίνει γιατρός, δούλευε και της έστελνε λεφτά. Όταν τελικά κατάφερε να πάει στο Παρίσι μπήκε στη Σορβόνη και πήρε πτυχία Μαθηματικών, Φυσικής και Χημείας. Γυναίκα, από τη Σορβόνη. Δεν υπάρχει αυτό. Παντρεύτηκε αυτόν τον άντρα. Είχε ερωτευτεί πριν ένα αγόρι το οποίο την εγκατέλειψε. Βρήκε τον άντρα της, παντρεύτηκε, πήραν Νόμπελ, έκανε δύο παιδιά, πέρασε από κατάθλιψη, ξαναβγήκε στην επιφάνεια, είχε απώλειες, πολλές απώλειες στη ζωή της. Έπεφτε συνέχεια κάτω και πάντα ξανασηκωνόταν όλο και πιο δυνατή. Είναι τέτοια η δύναμη που μου δίνει αυτή η γυναίκα όποτε σκέφτομαι τη ζωή της που λέω ναι, μπορείς, μπορείς κι άλλο. Για μένα αυτή η γυναίκα πρέπει να είναι σημαία. Δεν υπάρχει άλλη γυναίκα που να πήρε δύο Νόμπελ.

Παραλίγο το ένα να της το στερήσουν.

Λόγω αυτού του σκανδάλου, επειδή τα έφτιαξε με αυτόν τον άνθρωπο που ήταν 6 χρόνια μικρότερος της -μετά τον θάνατο του Πιερ. Πρώην μαθητής του άντρα της, παντρεμένος με παιδιά ο οποίος ήταν σε διάσταση με τη γυναίκα του. Η γυναίκα του το κατάλαβα, τους έπιασε βρίσκοντας τα γράμματα και τους ξεμπρόστιασε. Βγήκε στις εφημερίδες. Η Μαρί Κιουρί κυκλοφορούσε στο δρόμο και τη φτύνανε, τη βρίζανε και θυμηθήκαν ξαφνικά ότι είναι μετανάστης και δεν είναι Γαλλίδα. Και η ίδια στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, που από αυτό θεωρείται ότι πέθανε τελικά, πήγε κι έστηνε μηχανήματα για ακτινογραφίες. και τα έστηνε μόνη της στην πρώτη γραμμή. Για τους Γάλλους. Από εκεί αρρώστησε και πέθανε. Και δεν υπήρχε αυτό που της κάνανε, την φτύνανε, τη βρίζανε και της πετούσαν πέτρες στα παράθυρα. Είναι πολύ σκληροί οι άνθρωποι με τις γυναίκες. Δεν έπαθε το αντίστοιχο ο άντρας αυτός. Δεν τον έφτυνε κανένας στο δρόμο ούτε του πέταγε πέτρες.

Συνεχίζουν να είναι σκληροί με τις γυναίκες, δεν έχουν αλλάξει πολλά.

Δυστυχώς όχι. Για αυτό νιώθω ότι πρέπει τέτοιες ιστορίες να λέγονται. Πραγματικές ιστορίες, όχι μυθοπλασία. Είναι ένα έργο μιάμισης ώρας που είμαι εγώ πάνω στη σκηνή, η Αγγελική Πασπαλιάρη -η οποία παίζει όλους τους άλλους ρόλους με ένα παράξενο τρόπο- κι ένας χορευτής με τον οποίο χορεύω συνέχεια. Είναι όλο χορογραφημένο και έχει πάρα πολύ κίνηση, είναι πολύ σωματικό χωρίς όμως να χάνει τίποτα από τον ρεαλισμό του -σχεδόν νατούρα πολλές φορές- όπου μέσα από αυτό περνάει όλη της η ζωή. Για μένα, αυτές οι πραγματικές ιστορίες των γυναικών πρέπει να ακούγονται και να λέγονται. Και να τις θυμόμαστε. Γιατί ξέρεις, ξεχνιέσαι.

Καμία φορά μένεις με αυτό που σου έχει δώσει ο άλλος και νομίζεις ότι μόνο αυτό σου πρέπει. Ότι δεν μπορεί να έχεις και το διπλανό που μπορεί ο άλλος να έχει και λες εντάξει. Και δεν είναι έτσι.

Για να πάμε μπροστά, αφού είμαστε περισσότερες στον κόσμο θα πρέπει να είμαστε περισσότερες και σε θέσεις και σε χρήματα και σε όλα. Αντίθετα είμαστε πιο κάτω ακόμα. Δε γίνεται αυτό. Πρέπει πολύ σύντομα αυτό να αλλάξει. Πρέπει να ισοτιμηθεί. Δεν είμαι φεμινίστρια για για να είμαι φεμινίστρια. Δεν μιλάω για φεμινισμό, μιλάω για ισότητα. Είμαι γυναίκα και είσαι άνδρας και φυσικά είμαστε τελείως διαφορετικοί σε σχέση με αυτό, αλλά σε μία θέση απέναντι είμαστε ισότιμοι. Στα χρήματα που  θα πάρουμε για την ίδια δουλειά, θα πρέπει να είμαστε ισότιμοι.

Έχει χρειαστεί να το διεκδικήσεις αυτό;

Έχει τύχει να παίρνω πολύ λιγότερα λεφτά από τον συμπρωταγωνιστή μου ο οποίος έπαιζε έναν ίδιο -ίσως και μικρότερο- ρόλο. Το ανακάλυψα πολύ αργότερα που δεν μπορούσα πια να κάνω κάτι, είχα ήδη υπογράψει συμβόλαιο.Κι έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Γιατί δεν καταλάβαινα πώς μπορούσε να συμβεί αυτό και για ποιο λόγο συμβαίνει. Ξέρεις, το αντιμετωπίζεις καθημερινά αυτό. Από την οδήγηση μέχρι τα πάντα. Είναι σαν να σου κάνουν τη χάρη καμιά φορά. Είναι τόσο άσχημο αυτό. Εγώ έχω φτάσει στο σημείο να μην καταλαβαίνω καν γιατί το συζητάμε. Και δυστυχώς πρέπει να το συζητάμε και δυστυχώς πρέπει να φωνάξουμε σε σχέση με αυτό. Και δεν κάνει να φωνάζεις. Στο Χόλιγουντ, ας πούμε, συνέχεια το λένε και το ξαναλένε και κάποιοι έχουν αρχίσει να λένε ότι έχει καταντήσει γραφικό. Έχουν γίνει γραφικοί και καλά κάνουν γιατί αν δε ξεκινήσει από εκεί που είναι μια παγκόσμια πλατφόρμα κι αν εκεί δε λέγεται συνέχεια, πάλι θα ξεχαστεί αυτό το πράγμα.

Αυτό δεν είναι και το πρόβλημα; Μέσα στο ρυθμό της ζωής ξεχνάμε και μετά πρέπει να επανατοποθετηθούμε.

Αυτό συμβαίνει. Δυστυχώς είμαστε μια γενιά που πρέπει να μην εφησυχαζόμαστε καθόλου σε σχέση με αυτό, το οποίο είναι πάρα πολύ κουραστικό. Πώς μπορείς να είσαι συνέχεια στην επίθεση; Δε γίνεται. Κι όμως με το που πας να μείνεις λίγο στάσιμος ή να πας στην άμυνα, αυτό ξαναγυρνάει εκεί που ήταν. Είναι τρομερά δυνατό. Δεν ξέρω πόσα χρόνια θα πάρει για να αλλάξει αυτό το πράγμα.

Ως μητέρα, δεν το βλέπεις και στο πώς λειτουργούν οι συμμαθηές της κόρης σου;

Έχει σχέση πολύ μεγάλη με το πως οι μαμάδες και οι μπαμπάδες μεγαλώνουν τα αγόρια τους. Και τα κορίτσια τους, αλλά κατά βάση τα αγόρια τους. Πόσο μαθαίνουν στα αγόρια την ισοτιμία, πόσο μαθαίνουν στα αγόρια να αγαπάνε τις γυναίκες, να είναι και τα ίδια ευαίσθητα, να μην χρειάζεται να είναι πάντα σκληρά και πάντα άγρια και να εμπιστευτούν και τς ευαίσθητες πτυχές του εαυτού τους. Να επιτρέπεται να κλαίνε, να επιτρέπεται να αποτυγχάνουν. Αυτό είναι μέρος της ισοτιμίας. Γιατί για μας πάει αλλιώς, μπορείς να κλαις γιατί είσαι κορίτσι. Μπορείς να αποτυγχάνεις, δεν πειράζει, είσαι κορίτσι. Εμείς μεγαλώνουμε δηλαδή τα κορίτσια μας ακριβώς το ανάποδο. Είναι τρέλα, είναι φαύλος κύκλος.

Διάβασε ΕΔΩ για την ζωή και το έργο της Μαρί Κιουρί, της πρώτης γυναίκας που κέρδισε Νόμπελ αλλά απασχόλησε το ίδιο έντονα και με την προσωπική της ζωή.