Το 2015, στην Αργεντινή, ένα 14χρονο κορίτσι βρέθηκε θαμμένο κάτω από το σπίτι του συντρόφου της. Η Chiara Paez, όπως ήταν το όνομά της, διαπιστώθηκε ότι είχε ξυλοκοπηθεί από εκείνον μέχρι θανάτου, όταν τού είχε αποκαλύψει την εγκυμοσύνη της. Με αφορμή τη δολοφονία της, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους του Μπουένος Άιρες με το σύνθημα «Ni Una Menos», «Ούτε μία λιγότερη», ζητώντας να δοθεί ένα τέλος στις γυναικοκτονίες που μαστίζουν την Αργεντινή και όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής και ξεκινώντας ένα μεγάλο κίνημα (#NiUnaMenos) στο διαδίκτυο και στον φυσικό κόσμο.

Στην Αργεντινή, και συγκεκριμένα στην επαρχία του Έντρε Ρίος, μεγάλωσε και η Selva Almada. Τα ερεθίσματα που αποκόμισε από παιδί, σε μια κοινωνία πατριαρχίας, σεξισμού και έμφυλης βίας, τα μεταβόλισε σε μια σειρά μυθιστορημάτων («Ο άνεμος που σαρώνει», «Δεν είναι ποτάμι», «Οι πλινθοποιοί»), αλλά και σε ένα non-fiction έργο, προϊόν της προσωπικής έρευνάς της για τρεις αληθινές ιστορίες γυναικοκτονιών («Νεκρά Κορίτσια»). Τα βιβλία της μεταφράστηκαν σε δεκάδες γλώσσες και απέσπασαν σημαντικές διακρίσεις – με το «Δεν είναι ποτάμι» να φτάνει στη βραχεία λίστα για το Διεθνές Βραβείο Booker 2024.

Η Selva Almada ήρθε στο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας στην Τεχνόπολη. Με αφορμή την κυκλοφορία στα ελληνικά του «Οι πλινθοποιοί» (από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος, όπως και τα υπόλοιπα βιβλία της, σε μετάφραση Αγγελικής Βασιλάκου), μιλήσαμε για τις αληθινές συνθήκες στις οποίες γεννήθηκαν οι ήρωές της και τον ρόλο που παίζει η άνοδος της Ακροδεξιάς στη χώρα της τα τελευταία χρόνια. Γιατί όπως έχει γράψει το New Yorker σε ένα αφιέρωμά του στην Almada: «Το έργο της βρίσκεται στο επίκεντρο του αγώνα για την προστασία κάθε σκληρά κατακτημένης νίκης που ο πρόεδρος της Αργεντινής Javier Milei προσπαθεί να ανατρέψει».

Γιατί αποφασίσατε να γράψετε ένα non-fiction βιβλίο για τις γυναικοκτονίες, τα «Νεκρά Κορίτσια», και να εστιάσετε, συγκεκριμένα, σε τρεις δολοφονίες γυναικών;

«Μία από τις υποθέσεις που περιγράφονται στο βιβλίο τη γνωρίζω από τότε που συνέβη, στα 13 χρόνια μου, καθώς εκτυλίχθηκε πολύ κοντά στο χωριό μου. Ήταν ιδιαίτερα σκληρή και επώδυνη. Τότε δεν μιλούσαν για γυναικοκτονίες, ο όρος δεν υφίστατο καν, αλλά εκείνη η ιστορία επηρέασε βαθιά και εμένα και τις φίλες μου, κυρίως γιατί το κορίτσι, που ονομαζόταν Ανδρέα [Ντάνε], δολοφονήθηκε μέσα στο σπίτι του. Ήταν σοκαριστικό το να συνειδητοποιείς ότι δεν υπάρχει κανένα ασφαλές μέρος για μια γυναίκα.

»Πολλά χρόνια μετά, όταν αρχίσαμε να μιλάμε για γυναικοκτονίες, όταν ο όρος έκανε την εμφάνισή του στην ειδησεογραφία και άρχισε να συζητιέται ακόμα και σε επίπεδο κρατικής ατζέντας, θυμήθηκα εκείνη την υπόθεση, αν και στην πραγματικότητα δεν την είχα ξεχάσει ποτέ, και αποφάσισα να κάνω μια έρευνα και να γράψω ένα βιβλίο, όπως και για δύο ακόμα γυναικοκτονίες της ίδιας περιόδου, που είχαν συμπέσει χρονικά με την εφηβεία μου, δηλαδή με την είσοδό μου στον κόσμο των γυναικών. Αυτός είναι και ο λόγος που διάλεξα αυτές συγκεκριμένα τις τρεις υποθέσεις: γιατί συνέβησαν την ίδια περίοδο. Επίσης, και οι τρεις δολοφονημένες γυναίκες ήταν πάρα πολύ νέες και κανένα από τα εγκλήματα δεν έχει διαλευκανθεί».

«Μία από τις υποθέσεις που περιγράφονται στα “Νεκρά κορίτσια” τη γνωρίζω από τότε που συνέβη, στα 13 χρόνια μου, καθώς εκτυλίχθηκε πολύ κοντά στο χωριό μου. Ήταν ιδιαίτερα σκληρή και επώδυνη. Τότε δεν μιλούσαν για γυναικοκτονίες, ο όρος δεν υφίστατο καν, αλλά εκείνη η ιστορία επηρέασε βαθιά και εμένα και τις φίλες μου, κυρίως γιατί το κορίτσι, που ονομαζόταν Ανδρέα [Ντάνε], δολοφονήθηκε μέσα στο σπίτι του».

Πώς σας έκανε να νιώσετε, στο κατώφλι της εφηβείας σας, η είδηση της δολοφονίας μίας γυναίκας ελάχιστα μεγαλύτερής σας;

«Πραγματικά, η Ανδρέα θα μπορούσε να είναι η μεγαλύτερη αδερφή μου. Εκείνη ήταν 19 ετών κι εγώ 13. Και η ηλικιακή εγγύτητα, πέρα από τη χωρική, δηλαδή από το γεγονός ότι ζούσε στην ίδια περιοχή με εμένα, με ώθησε να συνειδητοποιήσω ότι θα μπορούσε να συμβεί και σε εμένα. Είκοσι πέντε, τριάντα χρόνια μετά, όταν άρχισα την έρευνα για το βιβλίο, μίλησα για εκείνη την υπόθεση με δύο φίλες μου από την εφηβεία και μου είπαν ότι τούς είχε συμβεί το ίδιο με εμένα, ότι τις είχε κυριεύσει ο ίδιος φόβος, ότι κάποιος θα μπορούσε να έρθει να τις σκοτώσει στον ύπνο τους και να μην ξυπνήσουν ποτέ ξανά. Κάθε βράδυ λοιπόν, πριν κοιμηθούν, έλεγχαν όλο το δωμάτιο, κοιτούσαν κάτω από το κρεβάτι, μέσα στην ντουλάπα. Πιστεύω ότι όλες όσες ήμασταν μικρές τότε το ζήσαμε με τον ίδιο τρόπο».

Διαβάζοντας το «Νεκρά κορίτσια» έχω την αίσθηση ότι όταν επιστρέψατε στα σπίτια των δολοφονημένων γυναικών, πολλά χρόνια μετά, τα βρήκατε ρημαγμένα, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Με αυτή την αφορμή, αναρωτιέμαι: ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες μιας γυναικοκτονίας στην οικογένεια του θύματος;

«Υποθέτω ότι είναι καταστροφικές. Ακόμα και ο θάνατος ενός γιου ή μιας κόρης κάτω από λιγότερο φρικτές συνθήκες, ας πούμε από μια αρρώστια, μπορεί να σκίσει μια οικογένεια στη μέση, να τη διαλύσει. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μια υπόθεση γυναικοκοκτονίας και ακόμα περισσότερο όταν αυτή δεν επιλύνεται ποτέ. Οι υποθέσεις του βιβλίου διερευνήθηκαν, υπήρχαν ύποπτοι, αλλά ποτέ κανένας δεν έμαθε ποιος είχε δολοφονήσει εκείνες τις γυναίκες.

»Φαντάζομαι λοιπόν ότι η ατιμωρησία μπορεί να διαλύσει μια οικογένεια. Από την άλλη όμως μπορεί και να την ενώσει, ώστε να διεκδικήσει την απονομή δικαιοσύνης. Μερικά χρόνια μετά την υπόθεση της Ανδρέα, στη δεκαετία του ’90, μια άλλη υπόθεση πήρε μεγάλη διασημότητα σε ολόκληρη την Αργεντινή, για τη δολοφονία ενός κοριτσιού 17 χρονών, στον βορρά. Ήταν η πρώτη περίπτωση γυναικοκτονίας που προβλήθηκε από κανάλια εθνικής εμβελείας και που ολόκληρη η χώρα παρακολούθησε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μιλάμε για την υπόθεση της Maria Soledad Morales, στην οποία η οικογένειά της είχε παίξει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο: Οι δικοί της είχαν διεκδικήσει απονομή δικαιοσύνης διοργανώνοντας πορείες στην επαρχία Καταμάρκα, όπου είχε συμβεί το έγκλημα. Οι αρχές εντόπισαν τους ενόχους και τους συνέλαβαν. Εμπλέκονταν παιδιά υψηλά ιστάμενων, πολιτικών προσώπων. Ο ανιψιός του κυβερνήτη, ο γιος ενός βουλευτή. Μετά από αυτή την αποκάλυψη, ενώ οι κυβερνήτες στις επαρχίες της Αργεντινής προέρχονται διαχρονικά από τις ίδιες οικογένειες, οι εμπλεκόμενοι εξαφανίστηκαν από το προσκήνιο.

«Στην υπόθεση της Maria Soledad Morales, οι δικοί της είχαν διεκδικήσει απονομή δικαιοσύνης. Οι αρχές εντόπισαν τους ενόχους και τους συνέλαβαν. Εμπλέκονταν παιδιά υψηλά ιστάμενων, πολιτικών προσώπων. Ο ανιψιός του κυβερνήτη, ο γιος ενός βουλευτή. Μετά από αυτή την αποκάλυψη, ενώ οι κυβερνήτες στις επαρχίες της Αργεντινής προέρχονται διαχρονικά από τις ίδιες οικογένειες, οι εμπλεκόμενοι εξαφανίστηκαν από το προσκήνιο».

»Υπάρχουν, φυσικά, και περιπτώσεις όπου οι οικογένειες του θύματος ίσως να μην έχουν τη δυνατότητα για διεκδικήσεις. Μπορεί να μην έχουν καμία υποστήριξη ή πρέπει να προχωρήσουν με τη ζωή τους, με κάποιον τρόπο».

Photo: Penguin Productions/Xenia Tsilochristou

Γιατί χρειάζεται, κατά τη γνώμη σας, η αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία»;

«Το σημαντικότερο για μένα είναι να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι μια ακόμα δολοφονία. Ότι είναι ένα έγκλημα μισογυνισμού. Στην Αργεντινή, στις ειδήσεις, στην τηλεόραση, στον Τύπο, περίπου μέχρι τις αρχές του 2000 μιλούσαν για “εγκλήματα πάθους”. Όταν αρχίζουμε λοιπόν να εξοικειωνόμαστε με τον όρο “γυναικοκτονία”, προσδιορίζουμε ένα έγκλημα με άλλο τρόπο. Επισημαίνουμε ότι η δολοφονία μιας γυναίκας στα χέρια ενός άντρα δεν έχει καμία σχέση, για παράδειγμα, με μια δολοφονία σε ένοπλη ληστεία».

«Το σημαντικότερο για μένα είναι να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε ότι η γυναικοκτονία δεν είναι μια ακόμα δολοφονία. Ότι είναι ένα έγκλημα μισογυνισμού. Στην Αργεντινή, στις ειδήσεις, περίπου μέχρι τις αρχές του 2000 μιλούσαν για “εγκλήματα πάθους”».

Οι αντρικοί χαρακτήρες στα βιβλία σας γίνονται βίαιοι και ανταγωνιστικοί, και προς τις γυναίκες και μεταξύ τους. Θεωρείτε αυτές τις συμπεριφορές προϊόν βιολογικής προδιάθεσης ή κοινωνικών συνθηκών;

«Πιστεύω ότι η βία είναι προϊόν μιας κοινωνίας. Ότι δεν είμαστε από τη φύση μας βίαιοι. Οι χαρακτήρες στα μυθιστορήματά μου προέρχονται από το περιθώριο. Σε γενικές γραμμές είναι φτωχοί και με χαμηλή μόρφωση, δεν είχαν πολλές ευκαιρίες στη ζωή τους. Μεγάλωσαν σε σεξιστικά περιβάλλοντα, γιατί η κουλτούρα της Αργεντινής είναι έντονα σεξιστική. Πιστεύω λοιπόν ότι όλο αυτό τούς ωθεί διαρκώς προς τη βία».

image description

Αυτούς τους ήρωες, ή αντιήρωες, των βιβλίων σας πόσο εύκολο είναι να τους αντιμετωπίσετε με κατανόηση και επιείκεια ως συγγραφέας; Στους «Πλινθοποιούς», ας πούμε.

«Όταν τουλάχιστον μιλάμε για τους χαρακτήρες στους “Πλινθοποιούς”, η ιδέα του βιβλίου προήλθε από μια αληθινή ιστορία που μου αφηγήθηκαν, δύο οικογενειών που για πολύ καιρό είχαν έχθρα μεταξύ τους και που όταν συναντήθηκαν σε ένα λούνα παρκ η βία κλιμακώθηκε. Όταν την άκουσα, μου φάνηκε ενδιαφέρον να γράψω κάτι, γιατί είχε και ένα σαιξπηρικό στοιχείο – μου θύμισε τους Μοντέγους και τους Καπουλέτους [στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα»].

»Δεν ήξερα πώς είχε ξεκινήσει το μίσος εκείνων των οικογενειών, αλλά εμπνευσμένη από τον Σαίξπηρ αποφάσισα να διερευνήσω το ερώτημα: τι θα συνέβαινε αν ερωτεύονταν οι γιοι δύο αντίπαλων οικογενειών και ήθελαν να ζήσουν τον έρωτά τους, ειδικά σε ένα περιβάλλον όπου επικρατούν πολλές προκαταλήψεις και η βία είναι τρόπος επικοινωνίας;».

«Η ιδέα των “Πλινθοποιών” προήλθε από μια αληθινή ιστορία που μου αφηγήθηκαν, δύο οικογενειών που για πολύ καιρό είχαν έχθρα μεταξύ τους και που όταν συναντήθηκαν σε ένα λούνα παρκ η βία κλιμακώθηκε».

Η Ακροδεξιά, που έχει γνωρίσει μεγάλη άνοδο και στην Αργεντινή, πώς συνδέεται με φαινόμενα όπως η τοξική αρρενωπότητα και ο σεξισμός;

«Όχι μόνο συνδέεται στενά, αλλά αυτές οι συμπεριφορές ενθαρρύνονται ακόμα και από την ίδια την κυβέρνηση, η οποία μάλιστα αρνείται την ύπαρξη του όρου “γυναικοκτονίες” με το επιχείρημα ότι “δολοφονούνται περισσότεροι άντρες παρά γυναίκες”. Πράγματι, σύμφωνα με τις ετήσιες στατιστικές δολοφονούνται περισσότεροι άντρες παρά γυναίκες. Με αυτό τον τρόπο όμως δεν αναγνωρίζεται ένας συγκεκριμένος τύπος βίας, η έμφυλη. Από την ίδια την κυβέρνηση ξεκινάει ένα ολόκληρο κίνημα ενάντια στον φεμινισμό και στις μέχρι τώρα κατακτήσεις του. Τις συνεχείς επιθέσεις που εξαπολύει τις αποκαλεί “πολιτισμική μάχη”. Αλλά στην πραγματικότητα επιτίθεται σε όλα όσα έχουμε πετύχει, μέσα στα τελευταία δεκαπέντε, είκοσι χρόνια, σε επίπεδο δικαιωμάτων και ισότητας. Ζούμε σε μια πολύ σκοτεινή εποχή».

Σε μια συνέντευξη που είχα πρόσφατα με μια άλλη δημιουργό από τη Λατινική Αμερική, είχε αναφέρει ότι έχει αντιμετωπίσει στερεότυπα και λόγω της καταγωγής της (για παράδειγμα, ότι κάποιοι περιμένουν από εκείνη να γράφει μόνο για όπλα, βία και ναρκωτικά). Εσείς τα έχετε βιώσει ποτέ;

«Ναι, μου συνέβη όταν το βιβλίο μου “Ο άνεμος που σαρώνει” μεταφράστηκε στα γαλλικά και με προσκάλεσαν σε ένα Φεστιβάλ Βιβλίου στο Παρίσι όπου η Αργεντινή ήταν τιμώμενη χώρα. Εκεί με ρώτησαν σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη: Γιατί δεν γράφετε για τη δικτατορία στην Αργεντινή; Καθώς έχουμε έναν σημαντικό όγκο λογοτεχνικών βιβλίων που καταπιάνονται με αυτό το θέμα, τους έκανε εντύπωση που το δικό μου μυθιστόρημα δεν μιλούσε για τη δικτατορία. Από την άλλη, πιστεύω ότι όσες σύγχρονες συγγραφείς είμαστε περισσότερο γνωστές εκτός Λατινικής Αμερικής γράφουμε για θέματα βίας, καθεμία από τη δική της οπτική και με το δικό της στυλ».

 

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below