Δυο χρόνια περίπου πριν, τον Οκτώβρη του 2018, η μεγάλη συγγραφέας Άλκη Ζέη που έφυγε σήμερα από τη ζωή, είχε μιλήσει στο Marie Claire.

Τη συνάντησα ένα απόγευμα Παρασκευής στο διαμέρισμά της στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, εκεί όπου έμεναν με τον αγαπημένο της σύζυγο, τον σκηνοθέτη Γιώργο Σεβαστίκογλου, περιτριγυρισμένη από φωτογραφίες και ενθύμια. Ωστόσο η κυρία Άλκη, το Κούλι όπως τη φωνάζουν όλοι οι αγαπημένοι της άνθρωποι, δεν είναι τύπος που ζει με αναμνήσεις. Δεν προλαβαίνει. Ζει τόσο πολύ την κάθε στιγμή, το σήμερα, το τώρα, ταξιδεύει, συναντά συνέχεια παιδιά και ενδιαφέροντες ανθρώπους, τη βραβεύουν, την τιμούν, κάνουν τη ζωή της ταινία. Όλοι γύρω μου στο περιοδικό έχουν μεγαλώσει με τα βιβλία της και εκείνη συνεχίζει να μη μεγαλώνει! Όταν την επισκέφτηκα είχε μόλις έχει επιστρέψει από ένα ταξίδι στην Αλβανία, καλεσμένη του Αρσακείου στα Τίρανα, και μου μιλούσε με ενθουσιασμό για τους μαθητές («μιλούν ελληνικά καλύτερα από σένα κι από μένα»). Το «Καπλάνι της βιτρίνας» είχε ήδη μεταφραστεί στα αλβανικά και πέρσι το ακολούθησαν η «Μωβ Ομπρέλα» και «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της». «Τα παιδιά έπαιξαν μία σκηνή από τη «Μωβ Ομπρέλα» προς τιμήν μου. Να τα πιεις στο ποτήρι ήταν», μου λέει με καμάρι. Με την κυρία Άλκη μας συνδέει μεγάλη αγάπη και έχουμε φοβερές ιστορίες να θυμηθούμε από περιοδείες, αλλά και από εκείνους τους μήνες που τη συνόδευα σε ένα στούντιο ηχογραφήσεων στην Κυψέλη, εκεί όπου μισή ώρα νωρίτερα μπορεί να είχε τζαμάρει ένα εναλλακτικό συγκρότημα, για να ηχογραφήσει το audio book του «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο». Η κυρία Άλκη, που εκείνο το χειμώνα ετοιμαζόταν να σβήσει 90 κεράκια, ανέβαινε τα σκαλοπάτια στις ανηφόρες της Κυψέλης ήσυχα και με την αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που ξέρει ότι έχει ξεγελάσει το χρόνο και καταφέρει να δείχνει και να συμπεριφέρεται σαν είκοσι χρόνια νεότερη. Πού έβρισκε αναπνοή αυτή η μικροκαμωμένη γυναίκα να διαβάσει αμέσως μετά 20 και 40 σελίδες τη φορά, ακόμη αναρωτιέμαι.
  

Αφορμή για τη συνάντησή μας στο σπίτι της τον Νοέμβριο του 2017 είναι το τελευταίο βιβλίο της με τίτλο «Πόσο θα ζήσεις ακόμα, γιαγιά;» «Δύσκολος τίτλος, λένε όλοι, αλλά ωραίος. Είναι βέβαια μία ερώτηση που μου την έκαναν τα εγγόνια μου το 2000. Τώρα δεν μου την κάνουν πια. Τι φοβάσαι, Αναστασία; Εγώ δεν είμαι προληπτική. Κανείς δεν ξέρει πόσο θα ζήσει». Είναι η λέξη «γιαγιά» που κάνει τη διαφορά. Βέβαια, η Άλκη Ζέη δεν είναι η τυπική γιαγιά. Όταν της το λέω, βάζει τα γέλια. «Ούτε ο παππούς μου ήταν ο κλασικός παππούς. Όλο διάβαζε τα αρχαία του βιβλία, όλο μας μιλούσε για μύθους και θεούς. Ποτέ δεν μας έλεγε παραμύθια. Ήταν καθηγητής αρχαίων ελληνικών, αυτή ήταν η ζωή του». Της ζητάω να περιγράψει μία αγαπημένη ανάμνηση από τις εκατοντάδες που έχει, πολλές από τις οποίες βρήκαν το δρόμο τους και στα βιβλία της. Εκείνη λάμπει ολόκληρη καθώς θυμάται με καμάρι. «Αν έβλεπες την εικόνα που θα σου περιγράψω θα τον περνούσες για τρελό, αλλά τότε, στο Μαλαγάρι στην εξοχή της Σάμου, όλοι θεωρούσαν κάτι πολύ φυσικό τα καμώματα του παππού μου. Μας έβαζε να ντυθούμε όλη η πιτσιρικαρία, τα εγγόνια του, με παλιά ρούχα κι εκείνος φορούσε μια παλιά ρεντικότα και μπαίναμε με τα ρούχα μες στη θάλασσα».

Σα σκηνή από ταινία του Φελίνι ακούγεται αυτό, κυρία Άλκη. «Έτσι ακριβώς, μπρος εκείνος, πίσω εμείς, γδυνόμαστε μες στη θάλασσα και μέναμε με το βρακί για να μάθουμε αν είμαστε σε βάρκα και αναποδογυρίσει πώς να απελευθερωθούμε από τα ρούχα μας και να κολυμπήσουμε!». Γιαγιά δεν γνώρισε η κυρία Άλκη. «Η γυναίκα του παππού πέθανε νωρίς, δεν τη γνώρισα και η άλλη γιαγιά που γνώρισα, η Κρητικιά, ήταν μια κακιά γιαγιά». Ναι, υπάρχουν και τέτοιες. Όμως ο Σαμιώτης παππούς έκανε για δύο. «Ήταν αλλιώτικος. Δεν ήταν σαν τους παππούδες των φίλων μας που ήταν αστοί. Εκείνον δεν τον ένοιαζε να έχει ένα σπίτι με πορσελάνες και ασημικά, ούτε πώς θα παντρευτούν τα κορίτσια του. Εφτά κούκλες είχε ο παππούς, όλες τις πάντρεψε. «Όταν θα έρθει η ώρα τους θα υπανδρευθώσιν», έλεγε. Και ήρθε η ώρα τους και υπανδρεύθησαν! Δεν ανησυχούσε καθόλου ούτε για προίκες, ούτε μην ξεμείνει καμιά, ούτε τίποτα. Ήταν μοντέρνος παππούς για την εποχή. «Απελευθερωμένος, δεν τον ένοιαζαν τέτοια μικροπράγματα». Η ίδια μοιάζει να έχει πάρει πολλά από το χαρακτήρα του παππού της, ένα ελεύθερο πνεύμα, που κάνει πράγματα που άλλοι δεν θα τολμούσαν να κάνουν, που δεν νοιάζεται για τη γνώμη του κόσμου. «Καθόλου δεν με νοιάζει τι θα πει ο κόσμος – και αυτό το πέρασα και στα εγγόνια μου». Τα εγγόνια της, η Άννα και ο Αντουάν, στους οποίους αφιερώνει και το βιβλίο, διανύουν την τρίτη δεκαετία της ζωής τους. «Έχω διαφορετική σχέση με τον καθένα, ανάλογα με το χαρακτήρα τους. Η Άννα, ένα όμορφο κορίτσι με ξανθά σγουρά μαλλιά και πράσινα μάτια, έχει πάρει πράγματα και εμφανισιακά από το όμορφο σόι της μητέρας μου – χαρακτήρα όχι, έχει το δικό της στυλ. Μου μοιάζει ίσως στην ανεξαρτησία. Θέλει να γράψει και υπάρχει κι αυτή η παράμετρος στη σχέση μας. Ο Αντουάν, ένα ψηλό, πανέμορφο παλικάρι με μικρό μούσι και πράσινα μάτια, είναι πολύ σταθερός χαρακτήρας και θα κάνει αυτό που θέλει. Συνεργάζεται με κοινωφελείς οργανώσεις, θέλει να βοηθήσει την ανθρωπότητα. Έχει γράψει κάτι σε στυλ Κέρουακ, δεν καταλαβαίνω τις μισές λέξεις. Με τον Αντουάν κάνουμε μεγάλες πλάκες, πέφτει πολύ γέλιο».

Η Άλκη Ζέη γέννησε τα παιδιά της, την Ειρήνη και τον Πέτρο, στην Τασκένδη και στη Μόσχα, ενώ τα εγγόνια της, τα παιδιά της κόρης της, γεννήθηκαν στις Βρυξέλλες. Ήταν δίπλα τους και τα παρακολούθησε να μεγαλώνουν σχεδόν από την πρώτη στιγμή. «Άμα είσαι γιαγιά έχεις όλες τις χαρές του να μεγαλώνεις παιδιά και σχεδόν καθόλου ευθύνες. Μόνο να παίζεις μαζί τους χρειάζεται. Δεν ήμουν η γιαγιά που έλεγε παραμύθια. Ίσως έφταιγε και η εποχή. Βίντεο, τηλεοράσεις. Ήθελα όμως να ακούσουν ιστορίες από την παιδική μου ηλικία και να μάθουν μέσα από αυτές για την Ελλάδα, για τη Σάμο. Αν τους λέω ιστορίες από τα παιδικά μου χρόνια; Τους έχω φλομώσει! Το «Καπλάνι της βιτρίνας» το ξέρανε απέξω πριν το διαβάσουνε». Χτυπάει το κινητό μου και μας διακόπτει. Τρέχω να το κλείσω και προσγειώνομαι σχεδόν πάνω σε ένα παλιό ρώσικο τραπεζάκι ως άλλος Πίτερ Σέλερς. Η κυρία Άλκη βάζει τα γέλια. «Ευτυχώς δεν κάθισες πάνω στη χελώνα μου», λέει, και μου δείχνει το διακοσμητικό που της χάρισαν τα παιδιά του δημοτικού σχολείου που είχε επισκεφτεί το ίδιο πρωί. Τα παιδιά πήραν την ιδέα από τον «Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου» στον οποίο πρωταγωνιστεί με τον τρόπο της μια χελώνα. Αυτό μου θυμίζει ότι η Άλκη Ζέη δεν έχει μόνο δύο εγγόνια, αλλά είναι η γιαγιά εκατομμυρίων παιδιών σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 20 γλώσσες και η ίδια έχει ταξιδέψει σε όλη την Ελλάδα, σε σχολεία και πολιτιστικά κέντρα, για να συναντήσει μερικές χιλιάδες από τα άλλα «εγγόνια» της που είναι από 4 ως 54 χρονών πάνω-κάτω. «Οι σχέσεις των ανθρώπων με τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους είναι παντού η ίδια όπου κι αν συναντήθηκα με αναγνώστες μου, στη Γαλλία και στην Ιταλία, στην Αλβανία και τη Ρωσία. Υπάρχει ένας καρπός που είναι ίδιος μέσα σε όλα τα παιδιά».

Τι θυμάται από τα βιβλία που διάβαζε η ίδια όταν ήταν παιδί; «Τα ποιήματα από την Ανθολογία της Νεοελληνικής Γραμματείας σχεδόν απέξω. Και όλη τη Μυθολογία. Ο παππούς μάς διάβαζε αρχαίους μύθους. Ο αγαπημένος μου ήταν της Άλκηστης και του Άδμητου. Μου έκανε τρομερή εντύπωση που θυσιάστηκε στη θέση του. Κι εγώ όταν πέθανε ο παππούς -ήμουν 8- είπα στους γονείς μου “γιατί δεν πήγαινε η γιαγιά μου (η γιαγιά που δεν τη θέλαμε) να πεθάνει στη θέση του;:». Όχι πως η κυρία Άλκη αγαπάει τις θυσίες και τους ηρωισμούς. Παρόλο που είχε την ευκαιρία να κάνει πολλές ηρωικές πράξεις, καθώς έζησε τα εφηβικά της χρόνια στην Κατοχή, η ίδια δεν θα το παραδεχτεί ποτέ, θα βαφτίσει τους ηρωισμούς καθημερινότητα. «Μου λένε καμιά φορά τα λίγο πιο μεγάλα παιδιά που συναντώ στα σχολεία και έχουν διαβάσει το «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο»: “Μα εσείς ήσασταν ηρωίδα!”. Καθόλου ηρωίδα δεν ήμουν, ζούσα τη ζωή μου. Απλώς κάποιες καθημερινές πράξεις τότε μοιάζουν ηρωικές σήμερα: να γράψεις ένα σύνθημα στον τοίχο, να φτύσεις έναν ναζί. Η Αντίσταση ήταν για τα παιδιά που μεγάλωναν στην Κατοχή παιχνίδι, δεν είχαν αίσθηση κινδύνου».

Δεν γίνεται να συζητάς με την Αλκη Ζέη και να μην πάει η κουβέντα στην πολιτική. Τι θα ψηφίσουμε όταν ξαναγίνουν εκλογές; «Την προηγούμενη φορά που ψήφισα σκέφτηκα ότι θα ήταν η τελευταία. Όμως, όσες αποφάσεις και να πάρω, όταν έρθει η ώρα των εκλογών δεν θα μείνω άπραγη. Θα ξεσηκωθώ να πάω να ψηφίσω κι ας έχω ξεπεράσει προ πολλού τα ενενήντα», μου λέει πριν αποχαιρετιστούμε, με την υπόσχεση να συναντηθούμε για να πάμε να δούμε τον Φάρο με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, πριν φύγει για τις Βρυξέλλες, όπου περνάει τους χειμώνες της πλάι στην κόρη της.

Την επομένη της συνέντευξης η κυρία Άλκη μου τηλεφωνεί: «Αναστασία, μην τυχόν και ξεχάσεις να γράψεις για τις ανηφοριές της Κυψέλης!». Πώς θα μπορούσα; Είναι μία ανάμνηση που όταν αναλάβω χρέη γιαγιάς θα λέω με καμάρι στα εγγόνια μου.

* Οι φωτογραφίες της Άλκης Ζέη είναι από σκηνές από την ταινία της Μαργαρίτας Μαντά, “Ο Μεγάλος περίπατος της Άλκης” (2017).