Δεν είναι μόνο η καλλιτεχνική αξία του «The Pitt», πιστοποιημένη από πλήθος βραβείων, όπως της Καλύτερης Δραματικής Σειράς στις Χρυσές Σφαίρες 2026, ένας καλός λόγος να το παρακολουθήσουμε. Είναι και το γεγονός ότι αποτελεί έναν τρομακτικό αντικατοπτρισμό του αμερικανικού συστήματος υγείας, όπως γράφει, μεταξύ άλλων, η Adrian Horton σε νέο άρθρο της στην Guardian.
«Αν βρισκόσασταν κολλημένοι στην αίθουσα αναμονής των επειγόντων του φανταστικού ιατρικού κέντρου του Πίτσμπουργκ, που είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα σήμαινε, όπως και στις πραγματικές αίθουσες, ώρες αναμονής (εκτός αν πεθαίνατε, αλλά ίσως ακόμα και τότε), τουλάχιστον θα είχατε πολλά να διαβάσετε» γράφει η Horton στην εισαγωγή του άρθρου της. «Φόρμες εισαγωγής και ιατρικά έγγραφα, καταρχήν. Επιγραφές που προειδοποιούν ότι “επιθετικές συμπεριφορές δεν θα γίνουν ανεκτές”, μια απάντηση στην πραγματική έξαρση βίας κατά των επαγγελματιών υγείας. Μια αναμνηστική πλάκα για τα θύματα του μαζικού πυροβολισμού στο PittFest, στο οποίο είχε βουτήξει η μισή πρώτη σεζόν, σαν ένα απίστευτα τρομακτικό, αιματοβαμμένο και πολύ αμερικανικό τραύμα. Ετικέτες ομοιοπαθητικών θεραπειών, μέσα σε τσάντες Ziploc, στα χέρια κάποιου επίδοξου ασθενή με βαθιά δυσπιστία απέναντι στη δυτική ιατρική και τις μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες. Διαφημιστικό υλικό για ολόκληρο το νοσοκομειακό σύστημα, για το οποίο το “The Pitt” λειτουργεί σαν μια φτωχή, ξεβαμμένη, διαρκώς πολιορκημένη κύρια είσοδος».
«Αν βρισκόσασταν κολλημένοι στην αίθουσα αναμονής των επειγόντων του φανταστικού ιατρικού κέντρου του Πίτσμπουργκ, που είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα σήμαινε, όπως και στις πραγματικές αίθουσες, ώρες αναμονής (εκτός αν πεθαίνατε, αλλά ίσως ακόμα και τότε), τουλάχιστον θα είχατε πολλά να διαβάσετε».
Με αυτό τον τρόπο η αρθρογράφος μάς δίνει μια γενική εικόνα του αμερικανικού συστήματος υγείας, στο οποίο η τηλεοπτική σειρά επέστρεψε με έναν δεύτερο κύκλο επεισοδίων που «με κάποιον τρόπο, φαίνεται ακόμα πιο ανανεωμένος». Άλλωστε η σειρά έχει χαρακτηριστεί πολλάκις ως το πιο ακριβές ιατρικό δράμα που αναπτύχθηκε ποτέ για την αμερικανική τηλεόραση, «το οποίο σε μεγάλο βαθμό δεν θυσιάζει τον επιστημονικό ρεαλισμό χάριν της ψυχαγωγίας».
Και άλλες σειρές έχουν τιμήσει τον ηρωικό αγώνα των γιατρών, αλλά η συγκεκριμένη στρέφει τους προβολείς και στους μέχρι σήμερα αφανείς ήρωες ενός νοσοκομείου, από τους νοσηλευτές και το διοικητικό προσωπικό μέχρι τους κοινωνικούς λειτουργούς και τους τραυματιοφορείς. Αναδεικνύει τις εύθραυστες ισορροπίες ενός περιβάλλοντος όπου ανά πάσα στιγμή «κάτι μπορεί να κλιμακωθεί σε καταστροφικό βαθμό, όπως συμβαίνει συχνά». Και μπορεί αυτή να είναι μια καλή συνταγή για τηλεοπτικό σασπένς, αλλά οι δημιουργοί του «The Pitt» «γνωρίζουν ότι αυτή είναι και η πραγματική κατάσταση του αμερικανικού συστήματος υγείας, όπου η συστημική βαρβαρότητα συνυπάρχει με τον ατομικό ηρωισμό».
Οι δημιουργοί του «The Pitt» «γνωρίζουν ότι αυτή είναι και η πραγματική κατάσταση του αμερικανικού συστήματος υγείας, όπου η συστημική βαρβαρότητα συνυπάρχει με τον ατομικό ηρωισμό».
Κάποιες καταστάσεις που απεικονίζει η σειρά υπερβαίνουν εθνικά σύνορα, όπως είναι το ψυχικό βάρος της φροντίδας ενός άλλου ανθρώπου ή ο θάνατος ως διαρκή παρουσία. Σκιαγραφεί όμως επίσης τις ιδιαιτερότητες του αμερικανικού συστήματος, που παραμένει μια επιχείρηση. Ενός συστήματος όπου, όπως γράφει στην Guardian, «δαπανάται διπλάσιο από το κατά κεφαλήν εισόδημα συγκριτικά με άλλες χώρες, από το οποίο αποκλείονται εκατομμύρια άνθρωποι και που υποφέρει, σε όλα τα επίπεδα εισοδήματος, από υψηλότερα ποσοστά ασθενείας και θανάτων. Είναι ένα σύστημα όπου εταιρείες και αδιανόητα πλούσιοι CEOs ξοδεύουν χρήματα σε τεχνολογίες παράτασης της ζωής -περίπου 12,5 δισεκατομμύρια δολάρια μέσα στα τελευταία 25 χρόνια- ενώ η πλειοψηφία των Αμερικανών δεν μπορεί να ανταπεξέλθει οικονομικά σε μια επίσκεψη στα επείγοντα περιστατικά. Σε μια χώρα όπου το μέσο προσδόκιμο ζωής είναι σήμερα μικρότερο από ό,τι ήταν το 2010. Που αντιμετωπίζει ένα κύμα αναστολών λειτουργίας νοσοκομείων στην περιφέρεια και όπου τα νοσοκομεία στις πόλεις, που λειτουργούν σαν δικλείδες ασφαλείας, υφίστανται οικονομικές πιέσεις».
«Είναι ένα σύστημα όπου εταιρείες και αδιανόητα πλούσιοι CEOs ξοδεύουν χρήματα σε τεχνολογίες παράτασης της ζωής -περίπου 12,5 δισεκατομμύρια δολάρια μέσα στα τελευταία 25 χρόνια- ενώ η πλειοψηφία των Αμερικανών δεν μπορεί να ανταπεξέλθει οικονομικά σε μια επίσκεψη στα επείγοντα περιστατικά».
Ακόμα και ο τίτλος του έχει διττή ανάγνωση, καθώς αναφέρεται στα υπόγεια ενός νοσοκομείου, μπορούμε όμως παράλληλα να τον δούμε σαν το επίπεδο ενός ιατρικού συστήματος που πέφτει όλο και πιο χαμηλά. Κι, αν μη τι άλλο, το να παρακολουθείς μια τηλεοπτική σειρά που επιχειρεί να προσεγγίσει αυτό το «κολοσσιαίο χάος» όπως το αποκαλεί η αρθρογράφος, είναι λυτρωτικό. Ειδικά ή ακόμα και αν η προεδρία του Donald Trump δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας για οποιαδήποτε θετική αλλαγή – το αντίθετο μάλιστα.



