Ήταν χειμώνας του 1997, όταν παρόλο που είχα ήδη στο σπίτι ένα αρσενικό καφέ poodle αποφάσισα να υιοθετήσω κι ένα αδέσποτο κουτάβι που βρήκα στη μέση του πουθενά.  Θυμάμαι ότι ήταν βράδυ και πως είχα αποφασίσει να σώσω ένα ζώο που δεν είχε και πολύ καλές προοπτικές στη ζωή του καθώς στα 90s το να έχει κανείς ημίαιμο σκύλο ήταν κάπως σπάνιο. Οι περισσότεροι άνθρωποι αγόραζαν σκυλιά από τα αναρίθμητα pet shops που τα έβαζαν στις βιτρίνες τους και τα αδέσποτα ζώα στους δρόμους ήταν πραγματικά πολλά. Βασικά ήμουν ήδη κι εγώ ένας απ’ αυτούς, καθώς το άλλο μου σκυλί δεν ήταν μόνο καθαρόαιμης ράτσας, ήταν και εξαιρετικά σπάνιου χρώματος.

Με τη μικρή Hardy όμως, όλα ήταν αλλιώς. Ήταν το τελευταίο ζωντανό κουτάβι από τη γέννα μιας αδέσποτης μάνας και είχε κουρνιάσει παρατημένο σε μια σκοτεινή γωνία. Μια γιαγιά που ζούσε εκεί κοντά όταν με είδε να το πλησιάζω μου είπε πως το σκυλάκι θα ψοφήσει όπως τα υπόλοιπα, γιατί μπορεί να είναι ήδη άρρωστο. Το πήρα αγκαλιά και το έβαλα μέσα στην κόκκινη σχολική τσάντα μου. Ανέβηκα στο μηχανάκι και πήγα στο σπίτι χωρίς να έχω πει τίποτα στους γονείς μου. Όταν ξύπνησαν το πρωί και την είδαν ήταν πολύ αργά να ρωτήσω αλλά την υπερασπίστηκα με όλη μου τη δύναμη: Ή και οι δυο μας ή καμία τους είπα, αν φύγει το σκυλί θα φύγω κι εγώ μαζί του. Υπερβολές. Οι άνθρωποι είναι απλά φιλόζωοι, δέχθηκαν το σκυλί, το αγάπησαν και κρατήσαμε τη Hardy στο σπίτι μας για τα επόμενα 17 χρόνια. Μαζί της πέρασα την εφηβεία μου, ενηλικιώθηκα και πήρα πολλά μαθήματα ζωής από τη συμπεριφορά της. Δυστυχώς αναγκάστηκα να την αποχαιρετήσω όταν το κόκκινο υγρό της ευθανασίας κύλησε μέσα της.

Η Hardy πήρε το όνομά της από το υποκοριστικό του Hard, επειδή ήταν πραγματικά σκληρό καρύδι. Επιβίωσε από τύφο που πέρασε μόλις λίγες ημέρες αφού την υιοθέτησα – εκείνη η γιαγιά μάλλον είχε δίκιο ήταν άρρωστη, μόνο που η Hardy τον νίκησε –  ενώ στην ενήλικη ζωή της χειρουργήθηκε γιατί νόσησε από καρκίνο της μήτρας. Και πάλι τα κατάφερε. Την έβλεπα να μεγαλώνει παράλληλα με εμένα, ήμασταν μαζί παιδιά, μετά έφηβες και στο τέλος γυναίκες. ‘Ηταν ήρεμη, υπάκουη και κάτι παραπάνω από έξυπνη: ήταν σοφή. Ήταν όμως και πάντοτε ευγνώμων για το ότι την μάζεψα από το δρόμο και της χάρισα ένα σπίτι και το καταλάβαινα κάθε στιγμή με κάθε έκφανση της συμπεριφοράς της. Την αγαπούσα γιατί σε αυτό μοιάζαμε: Kι εμένα με είχαν πάρει από ένα ίδρυμα και μου χάρισαν ένα ζεστό σπίτι με πολύ αγάπη και ένιωθα ακριβώς όπως κι εκείνη: Eυγνωμοσύνη. Κι όσο κι αν δεν ήθελα να νιώθει έτσι, την καταλάβαινα. Γιατί και οι γονείς μου δεν ήθελαν να νιώθω έτσι, αλλά εγώ ένιωθα. Το bonding που είχαμε με τη Hardy ήταν κάτι παραπάνω από καρμικό. Ένιωθα ώρες ώρες πως θα ήμουν αυτή αν είχα γεννηθεί σκύλος και πως εκείνη θα ήμουν εγώ αν είχε γεννηθεί άνθρωπος.

Κανείς δε σταματούσε στο δρόμο να παίξει ή να χαϊδέψει τη Hardy: ήταν πάντα ένα ημίαιμο που δεν το έβρισκε κανείς συναρπαστικό. Το έβγαζα βόλτα και όλοι με κοιτούσαν περίεργα. Σήμερα, που βγάζω έξω το τωρινό μου κατοικίδιο, ένα pug, τη Βijoux και βλέπω πάρα πολλούς ανθρώπους να κυκλοφορούν με κατοικίδια ημίαιμα ζώα χαίρομαι. Είναι μια δικαίωση για τα ημίαιμα και για τη Hardy που θα κοιτάει από εκεί ψηλά και θα χαίρεται που επιτέλους αγάπησαν τα σκυλιά για αυτό που πραγματικά είναι μέσα τους. Όταν όμως τη γνώριζαν, τους κέρδιζε όλους. Ήταν τόσο καλή, τόσο έξυπνη και τόσο χαρούμενη που τη λάτρευαν και ήθελαν να παίζουν και να τη χαϊδεύουν με τις ώρες. Όταν ήταν καλή ήταν πολύ καλή, όταν όμως έπρεπε να με προστατέψει γινόταν αμείλικτη: Κάθε φορά που αντιλαμβανόταν ότι διέτρεχα κάποιον κίνδυνο, έμπαινε μπροστά με κάθε τίμημα. Δε φοβήθηκε ποτέ και δεν υπολόγισε τίποτα: Είτε ήταν κλέφτης που σκαρφάλωνε από το μπαλκόνι, είτε περαστικός με χυδαία συμπεριφορά στο δρόμο.

Η Hardy γεννήθηκε το 1997 και μέχρι το 2014 ζήσαμε μαζί τα εύκολα, τα δύσκολα, τις χαρές, τις λύπες, τα καλά και τα κακά. Ήταν το πρώτο ζώο με το οποίο είχα δεθεί τόσο πολύ. Εγώ την επέλεξα, εγώ τη μεγάλωσα, ή μάλλον αυτή με μεγάλωσε τώρα που το σκέφτομαι. Στα 17 της πλέον χρόνια, είχε αρχίσει να έχει τόσα πολλά προβλήματα υγείας που όχι απλά δεν είχε ποιότητα ζωής, αλλά την έβλεπα να υποφέρει, να πονάει, να καταρρέει, να μη μπορεί να ανοίξει τα μάτια της να με κοιτάξει και να ξέρω πολύ καλά όπως με διαβεβαίωναν οι γιατροί ότι δεν υπήρχε γυρισμός. Δεν ήθελα να παραιτηθώ. Πίστευα πως θα μπορούσε να ησυχάσει. Όμως δεν έφευγε και κάθε μέρα που περνούσε υπέφερε όλο και περισσότερο, ενώ ήταν ανήμπορη να περπατήσει, να φάει, να πιει, με το ζόρι ουσιαστικά ανέπνεε. Η αλήθεια είναι ότι δεν της άξιζε αυτό που ζούσε: Έβλεπα ένα σκυλί σαράντα κιλών να λιώνει ώρα με την ώρα και να χάνει την υπερηφάνειά του πεσμένο στο πάτωμα ανάμεσα στις ίδιες του τις ακαθαρσίες. Την καθάριζα σα μανιακή, ξαγρυπνούσα δίπλα της, είχα γίνει η πιο ενοχλητική πελάτισσα του κτηνίατρου, η Hardy μόνο χειροτέρευε αλλά δεν έφευγε για να ησυχάσει η ψυχή και το σώμα της.

Ήταν πρώτη Απριλίου 2014 όταν κάλεσα τον κτηνίατρο στο σπίτι και του είπα ότι αποφάσισα πως θα κάνω στο σκυλί μου την ευθανασία που μου είχε προτείνει δεκάδες φορές. Κάθισα κάτω, την πήρα στην αγκαλιά μου κλαίγοντας, τη φίλησα και είδα το γιατρό να βάζει στο πόδι της το φλεβοκαθετήρα. Μου είπε ότι πρώτα θα της βάλει ένα άλλο φάρμακο για να την ηρεμήσει αν κατάλαβα καλά γιατί ήδη πνιγόμουν στα δάκρυά μου και μετά θα της κάνει την ευθανασία. Ένα κόκκινο υγρό πέρασε από τη σύριγγα μέσα στο αίμα της και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η καρδιά της σταμάτησε να χτυπάει. Ήταν η στιγμή που μίσησα τον εαυτό μου όσο καμία άλλη φορά. Με μίσησα γιατί δεν ήμουν σίγουρη αν τη λύτρωσα ή αν απλά τη σκότωσα. Όλοι μου έλεγαν το πρώτο, αλλά εγώ θα ησύχαζα μονάχα αν το άκουγα από την ίδια. Ήταν αδύνατο. Έμεινα κρατώντας την αγκαλιά μέχρι να χαθεί ο χρόνος και αρκετές ώρες μετά, κοιτώντας καθαρά την ίδια και γύρω μου κατάλαβα ότι το σκυλί μου μάλλον τελικά πρέπει να ξεκουράστηκε.

Δεν ξέρω αν το γνωρίζετε αλλά η ηλικία των σκύλων υπολογίζεται ως εξής:  Tα μικρόσωμα ζώα ενηλικιώνονται πιο γρήγορα (γύρω στους 12 μήνες), έχουν μακρά περίοδο ενήλικης ζωής (10-12 χρόνια) και ζουν μέχρι τα 13-15 έτη. Οι γιγαντόσωμοι σκύλοι από την άλλη πλευρά, έχουν μακρά περίοδο εφηβείας (μέχρι τους 18 μήνες), μικρή διάρκεια ενήλικης ζωής (γύρω στα 5-7 χρόνια) και προσδόκιμο επιβίωσης τα 8 έτη. Άρα δε θα μπορούσε μία σταθερά να ισχύει για όλα τα μεγέθη σκύλων. Ένας πιο σωστός τρόπος θα ήταν να πολλαπλασιάσουμε με το 10,5 για τα πρώτα 2 έτη ζωής του σκύλου και στη συνέχεια με το 4 για κάθε επόμενο χρόνο στα μικρόσωμα ζώα, με το 6 για τα μεγαλόσωμα και με το 8 για τα γιγαντόσωμα. Mε έναν πρόχειρο υπολογισμό λοιπόν το σκυλί μου είχε πεθάνει περίπου 110 ετών και είχε ξεπεράσει κατά πολύ το προσδόκιμο ζωής του. Και πάλι δε δικαιολογούσα την πράξη μου, αλλά άρχισα να συλλέγω μικρά ελαφρυντικά για τη συνείδησή μου. Στην πραγματικότητα, ένιωσα καλύτερα μόνο όταν η Hardy ήρθε στο όνειρό μου κουνώντας την ουρά της και κοιτάζοντάς με στα μάτια με ένα πλατύ χαμόγελο: Ακόμα και τότε όμως, ήρθε για να δει αν είμαι εγώ καλά. Εις το επανιδείν.