Eίκοσι ένα χρόνια μετά τη χρονιά που έδωσα εγώ πανελλαδικές εξετάσεις και βγήκαν οι βάσεις, αναρωτήθηκα τελικά, πόσο καθοριστικές μπορεί να είναι;

Ακόμα απορώ πως πέρασα την πρώτη χρονιά που έδωσα πανελλήνιες: Με ένα μάλλον κακό σύστημα, αυτό των τεσσάρων δεσμών, μια χρονιά πριν το κύκνειο άσμα του, που μας υποχρέωνε να αποστηθίζουμε “παπαγαλία” τα κείμενα της Ιστορίας και των Λατινικών και απαιτούσε για την εισαγωγή μας σε μια αξιοπρεπή σχολή να γράψουμε τουλάχιστον πάνω από 18 στα τρία από τα τέσσερα μαθήματα.

Θυμάμαι ότι διάβασα όλη τη χρονιά παραπάνω από τις δυνάμεις μου. Ίσως να ήταν λίγο, αλλά δεν αντέχουν όλοι οι άνθρωποι το ίδιο. Την πρώτη μέρα που η μάνα μου με ταρακούναγε να ξυπνήσω να πάω να δώσω Έκθεση, είχα πιει ένα ηρεμιστικό και έφτασα στο σχολείο μαζί με τα θέματα. Πολύ άγχος, σχεδόν καταστροφικό για την απόδοση. Τη δεύτερη μέρα, ξέχασα την ταυτότητά μου αλλά τα βόλεψα. Την τρίτη, συνειδητοποίησα ότι δε μου αρέσει αυτή η διαδικασία στην οποία υποβάλλομαι. Την τεταρτη μέρα άφησα την κόλλα μου, πήρα το σακίδιό μου και έφυγα διακοπές.

Παρακαλούσα να έχω περάσει κάπου γιατί οι γονείς μου θα απογοητεύονταν πλήρως. Εμένα δε με ένοιαζε καθόλου γιατί πίστευα πως όταν έρθει η στιγμή που θα ξέρω τι θέλω, θα το κάνω. Πρώτα βγήκαν οι βαθμοί μου. Είχα γράψει άριστα στην Έκθεση και την Ιστορία. Λατινικά που όλοι έγραφαν τέλεια, εγώ  έγραψα μέτρια και Αρχαία κανονικά έπρεπε να ξαναδώσω την επόμενη χρονιά αν ήθελα να εισαχθώ σε ΑΕΙ. Είπα όχι. Δεν αντέχω να το ξαναπεράσω αυτό το μαρτύριο.

Βγήκαν οι βάσεις. Είχα περάσει στο ΤΕΙ Αθήνας, στο τμήμα Βιβλιοθηκονομίας και Συστημάτων Πληροφόρησης. Αναρωτιόμουν τι θα μάθω εκεί πέρα. Οι γονείς μου δεν ήταν πολύ χαρούμενοι. Μάλλον είχαν καταλάβει πως δεν είμαι και τόσο ενθουσιασμένη που είχα περάσει σε αυτή τη σχολή και θεωρώ πως ούτε κι εκείνοι ήταν. Όμως πήγα. Τo τελείωσα. Και έμαθα. Πολλά και όμορφα πράγματα. Και ταίριαζαν και με την παιδεία που είχα, αφού μεγάλωσα σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία. Πλέον ήξερα πολλά γι αυτό τον μαγικό κόσμο, τον κόσμο του βιβλίου. Πως να καταλογογραφώ, την αξία της πληροφορίας, τη δύναμη της γνώσης. Θα ήταν μια υπέροχη δουλειά σε μια χώρα που ήξερε να εκτιμά τις βιβλιοθήκες και με πολίτες που τις επισκέπτονταν.

Για μένα, αυτή η σχολή, ήταν οι βάσεις. Οι δικές μου βάσεις. Μπορεί οι βάσεις να με έκαναν σπουδάστρια σε αυτή τη σχολή, αλλά οι πραγματικές μου βάσεις, ήταν αυτή η σχολή για να αποφασίσω τι θα κάνω. Αποφάσισα να ξαναδώσω εξετάσεις. Να μπω στη Φιλοσοφική Σχολή  της Αθήνας και να σπουδάσω στο τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας. Και ξαναέδωσα εξετάσεις. Και διάβασα. Πολύ. Μάτωσα. Έκλαψα. Ξενύχτησα. Προσπάθησα. Και αυτή τη φορά το ήθελα πολύ. Δεν ήπια ηρεμιστικό, ούτε ξέχασα την ταυτότητά μου και στο κάθε μάθημα έγραφα άριστα. Και πέρασα.

Ήταν η δεύτερη φορά που μπήκα σε μια σχολή και θα γινόμουν φοιτήτρια. Αυτή τη φορά όμως εκεί που πραγματικά ήθελα. Και όλα τα χρόνια που πέρασα στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο παρακολουθούσα, διάβαζα και έγραφα καλά στα μαθήματα. Και οι γονείς μου πλέον ήταν πολύ χαρούμενοι, γιατί καταλάβαιναν ότι μου αρέσει να είμαι εκεί. Και όταν τελείωσα τη Φιλοσοφική και πήρα το πτυχίο μου, ένιωσα πως τα είχα καταφέρει. Μπορεί να άργησα, μπορεί να το έκανα με τον τρόπο μου, μπορεί πολλά. Σημασία έχει ότι τα κατάφερα. Όπως ήθελα εγώ.

Και τελικά τι δουλειά κάνω; Είμαι δημοσιογράφος. Πού να φανταζόμουν, όταν καθόμουν στο μπαλκόνι 21 χρόνια πριν και έμαθα ότι σύμφωνα με τις βάσεις πέρασα στο τμήμα Βιβλιοθηκονομίας, ότι θα γινόμουν δημοσιογράφος.

Απορώ, τα παιδιά των φετινών εξετάσεων, τι θα κάνουν σε 21 χρόνια από σήμερα και πόσο σχετικό θα είναι με αυτό που θα καταφέρουν φέτος. Μακάρι, να είναι τόσο ευτυχισμένα όσο εγώ. Τις βάσεις μας τις θέτουμε εμείς και όχι οι άλλοι, αυτό κατάλαβα εγώ από αυτή τη διαδικασία.