Καθώς ο κόσμος μας μοιάζει όλο και περισσότερο μπερδεμένος και βίαιος, το θέατρο μπορεί να αναδειχθεί όχι μόνο σε -πρόσκαιρο έστω- συναισθηματικό καταφύγιο αλλά και σε εργαλείο ερμηνείας και κατανόησης των όσων συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας.
Και τις δύο αυτές λειτουργίες επιτελούν τρεις παραστάσεις που μπορεί να μην υποστηρίζονται από μεγάλους οργανισμούς και ιδρύματα αλλά προέρχονται από ομάδες και δημιουργούς που, εδώ και λιγότερα ή περισσότερα χρόνια ο καθένας, χαράζουν με δυσκολία αλλά συνέπεια τη διαδρομή τους στον χώρο. Αξίζει να τις αναζητήσουμε – τη μία από αυτές, μάλιστα, άμεσα, γιατί ολοκληρώνει τον κύκλο της στην Αθήνα την Τρίτη 20/11.
«Οι νεκρές ψυχές» του Ν. Γκόγκολ σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη, Θέατρο Θησείον, Ένα Θέατρο Για Τις Τέχνες

Η ομάδα Gaff έχει ήδη πολλές εξαιρετικές παραστάσεις στο ενεργητικό της αλλά με το «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του Χρόνη Μίσσιου κατάφερε να αγγίξει το ευαίσθητο θέμα του Εμφυλίου με τέτοια τρυφερότητα και δύναμη, ώστε η παράστασή της εξελίχθηκε όχι μόνο σε καλλιτεχνικό αλλά και σε εμπορικό φαινόμενο.
Με τις «Νεκρές Ψυχές» αναδεικνύει τη διαχρονικότητα του εμβληματικού μυθιστορήματος του Νικολάι Γκόγκολ ενσωματώνοντας διακριτικά αναφορές στο σήμερα, για παράδειγμα στους 57 νεκρούς των Τεμπών. Ο κεντρικός χαρακτήρας του έργου, ο Πάβελ Ιβάνοβιτς, ένας φιλόδοξος κι αδίστακτος τυχοδιώκτης, πηγαίνει από πόλη σε πόλη για να εξαγοράσει σε εξευτελιστική τιμή τους δουλοπάροικους που έχουν πεθάνει στη δεκαετία που μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο απογραφές, δηλαδή τις νεκρές ψυχές που οι αφέντες τους εξακολουθούν να πληρώνουν γι’ αυτούς κεφαλικό φόρο. Σκοπός του είναι να χρησιμοποιήσει τα ονόματα των νεκρών εργατών προκειμένου να αποκτήσει μια υψηλή θέση στη ρωσική κοινωνία. Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης, που τον υποδύεται, αποδίδει στον ρόλο του μια υποδόρια ηθική αχρειότητα ενώ όλοι οι ηθοποιοί τής ξεκάθαρα πλέον σφιχτοδεμένης και καλοκουρδισμένης ομάδας, υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση της Σοφίας Καραγιάννη, ανταποκρίνονται σε μια πρόκληση λεπτής ισορροπίας: αφήνουν το κείμενο να αναπνεύσει και να ξεδιπλώσει την ομορφιά του ενώ ταυτόχρονα με ολόκληρο το σώμα τους φωτίζουν τις πολλαπλές αναγνώσεις του κειμένου και καλύπτουν σκηνικές και ηχητικές ανάγκες με τρόπο που ενισχύει το έμφυτο γκροτέσκο χιούμορ του Ρώσου συγγραφέα.
Για όσους βλέπουμε σήμερα τις νεκρές ψυχές να γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης -αν όχι για να χτίσει κάποιος ένα κοινωνικό στάτους, για πολιτικές, οικονομικές ή άλλες σκοπιμότητες- το έργο του Γκόγκολ θα λειτουργήσει ως βάλσαμο στην ψυχή μας. Και ίσως αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε λίγο ευκολότερα όσους τις αγοράζουν και τις πουλάνε χωρίς δισταγμό.
Για όσους βλέπουμε σήμερα τις νεκρές ψυχές να γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης -αν όχι για να χτίσει κάποιος ένα κοινωνικό στάτους, για πολιτικές, οικονομικές ή άλλες σκοπιμότητες- το έργο του Γκόγκολ θα λειτουργήσει ως βάλσαμο στην ψυχή μας. Και ίσως αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε λίγο ευκολότερα όσους τις αγοράζουν και τις πουλάνε χωρίς δισταγμό.
Ερμηνεύουν: Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Διονύσης Λάνης, Γιάννης Μάνθος, Χρήστος Παπαδόπουλος, Κωνσταντίνος Πασσάς. Φωνή: Γιώργος Χριστιανάκης. Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση και αγορά εισιτηρίων: www.more.com
«Σλάντεκ» του Έντεν φον Χόρβατ σε σκηνοθεσία Θάνου Νίκα, ΠΛΥΦΑ (και κεντρική φωτό)

Στην είσοδό μας στο θέατρο, αντί εισιτηρίων μάς μοιράστηκε ένα κείμενο όπου ο Ουμπέρτο Έκο παρουσιάζει τα «14 χαρακτηριστικά της φασιστικής ιδεολογίας». Η Εταιρεία Θεάτρου Ars Moriendi μετά από έναν επιτυχημένο τριπλό κύκλο παραστάσεων στη Θεσσαλονίκη, έφερε στην Αθήνα το έργο του Αυστρο-Ούγγρου θεατρικού συγγραφέα Έντεν φον Χόρβατ για λίγες παραστάσεις (ξεκίνησαν στις 29 Δεκεμβρίου 2025 και απομένουν δύο, τη Δευτέρα 19/01 και την Τρίτη 20/01), σε μετάφραση Γιώργου-Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη.
Γράφτηκε το 1929, διαδραματίζεται στη Γερμανία του Μεσοπολέμου και της Μεγάλης Ύφεσης, είναι εμπνευσμένο από την άνοδο του Ναζιστικού Κόμματος αλλά πρόκειται στην πραγματικότητα για άχρονο έργο: μια διάσταση που υπογραμμίζεται από διάφορες επιλογές σε αυτό το ανέβασμα, από τις ενδυματολογικές αναφορές σε νεότερες ακροδεξιές ομάδες μέχρι την ηχητική επένδυση, όπου το βερολινέζικο καμπαρέ εναλλάσσεται με ηλεκτρονική μουσική, και την προβολή εικόνων από την Παλαιστίνη.
Όπως σημειώνει άλλωστε ο σκηνοθέτης, η παράσταση «δεν μιλά για τον φασισμό ως ιστορικό γεγονός, αλλά ως διαδικασία. Ο Χόρβατ φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο ο φόβος, η ανάγκη του ανήκειν και η φτωχή γλώσσα μετατρέπουν τον άνθρωπο σε φορέα βίας χωρίς να το καταλαβαίνει». Σύμβολο των ανθρώπων που γίνονται φορείς βίας είναι ο Σλάντεκ, που ο ηθοποιός Θέμης Σουφτάς έχει μεταμορφώσει σε ένα πλάσμα μη ανθρώπινο, που μοιάζει να έχει καταληφθεί από μια δαιμονική δύναμη, αν και ανά διαστήματα παλεύει να ξαναβρεί την ανθρωπιά του. Κάθε ηθοποιός στην παράσταση χτίζει έναν χαρακτήρα με σάρκα και οστά, που αποδίδει επιτυχημένα τις άνισες σχέσεις εξουσίας: ανάμεσα όχι μόνο στον αρχηγό και τον στρατιώτη αλλά και τους άντρες και τις γυναίκες, με τις τελευταίες να σπρώχνονται να στριμωχτούν στους στερεοτυπικούς ρόλους είτε της μάνας ως εργαλείο αναπαραγωγής της άριας φυλής είτε της πουτάνας ως εργαλείο εκτόνωσης των στρατευμάτων, ρόλους που βλέπουμε να αναβιώνουν μαζί με την άνοδο της Ακροδεξιάς και της manosphere.
Σύμβολο των ανθρώπων που γίνονται φορείς βίας είναι ο Σλάντεκ, που ο ηθοποιός Θέμης Σουφτάς έχει μεταμορφώσει σε ένα πλάσμα μη ανθρώπινο, που μοιάζει να έχει καταληφθεί από μια δαιμονική δύναμη, αν και ανά διαστήματα παλεύει να ξαναβρεί την ανθρωπιά του.
Κάποιες παραστάσεις ξεκινούν πολλά υποσχόμενες αλλά σταδιακά εξαντλούν τη δυναμική τους, αφήνοντας το κοινό με ένα αίσθημα ανικανοποίητου. Το «Σλάντεκ», αντιθέτως, σε προσκαλεί να καταδυθείς όλο και βαθύτερα στον κόσμο του, έναν κόσμο από τον οποίο δεν βγαίνεις ούτε μετά το τέλος της παράστασης.
Ερμηνεύουν: Βύρων Αναγνωστόπουλος, Πάνος Αναγνωστόπουλος, Δανάη Κλάδη, Αλέξης Κότσυφας, Ευγενία Κουζέλη, Θέμης Σουφτάς. Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση και αγορά εισιτηρίων: www.ticketservices.gr
«Απόψε κανείς δεν πεθαίνει» της ομάδας The Young Quill σε σκηνοθεσία Αικατερίνης Παπαγεωργίου, Θέατρο Μπέλλος

Το όνομα της ομάδας σημαίνει «νεαρή πένα» γιατί από την ίδρυσή της τα μέλη της είχαν αποφασίσει να επενδύσουν σε σύγχρονα κείμενα νέων συγγραφέων, όπως είχε πει πριν από λίγα χρόνια στο Marie Claire η Αικατερίνη Παπαγεωργίου. Από τις πρώτες παραστάσεις της η The Young Quill έκανε σαφές ότι θα αφήσει το αποτύπωμά της στο θέατρο, αλλά τα ονόματα στα οποία επέλεξε να επενδύσει, όπως των Ματέι Βίζνιεκ («Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα») και Βάτσλαβ Χάβελ («Μεμοράντουμ»), πρόσφεραν, αν μη τι άλλο, ένα σταθερό πλαίσιο και ίσως έναν αρχικό πυρήνα θεατών. Ακόμα και αν η Αικατερίνη και οι συνεργάτες της τόλμησαν από την αρχή να πειραματιστούν με την ερμηνεία των κειμένων, κάνοντάς την δική τους.
Ωστόσο στη νέα τους παράσταση, «Απόψε κανείς δεν πεθαίνει», το κείμενο υπογράφεται από τους ίδιους: βασίστηκε σε μια μακρά διαδικασία έρευνας και συλλογικής δημιουργίας μέσα από αυτοσχεδιασμούς και βιωματικό υλικό. Αυτή η ιδέα μπολιάστηκε με την ξεκάθαρη άποψη της ομάδας για τη σύγχρονη πραγματικότητα και τις αυθεντικές συναισθηματικές σχέσεις που έχει χτίσει και καρποφόρησε σε μια παράσταση που, ειλικρινά, δεν θέλεις να τελειώσει. Η συγκίνηση και το χιούμορ προκύπτουν αβίαστα. Σε κάποιες στιγμές νιώθεις σαν να βρίσκεσαι μέσα σε μια παρέα και να γελάς με τα αυθόρμητα αστεία της, χωρίς την αμηχανία του outsider.
Η συγκίνηση και το χιούμορ προκύπτουν αβίαστα. Σε κάποιες στιγμές νιώθεις σαν να βρίσκεσαι μέσα σε μια παρέα και να γελάς με τα αυθόρμητα αστεία της, χωρίς την αμηχανία του outsider.
Η αφήγηση του «Απόψε κανείς δεν πεθαίνει» χωρίζεται σε σπονδυλωτές ιστορίες με επίκεντρο πέντε θεματικές-κλειδιά, το σεξ, τη βία, την εξουσία, την πίστη και την αγάπη. Οι ήρωες διανύουν ένα χρονικό διάστημα που καλύπτει περίπου την τελευταία δεκαετία, στη διάρκεια της οποίας τα μεγάλα γεγονότα μεταμορφώνουν, με έναν τρόπο, και τον μικρόκοσμό τους. Μια μεταμόρφωση που ακολουθεί και η αλλαγή σκηνικών η οποία έχει ενσωματωθεί με ασυνήθιστο τρόπο στη σκηνική δράση. Οι οθόνες τοποθετούν άμεσα τον θεατή στον εκάστοτε τόπο και χρόνο αν και θα μπορούσαν να λείπουν – ιδιαίτερα στο τέλος, που λειτουργώντας σαν εναλλακτική σκηνή διακόπτουν την ανταλλαγή ενέργειας ανάμεσα στα σώματα των ηθοποιών και των θεατών.
Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι τυχαίο το ότι στη σειρά των θεματικών που θίγονται η αγάπη έχει τον τελευταίο λόγο. Το κλείσιμό της παράστασης σε αφήνει με μια ανάσα ανακούφισης που σε βοηθάει να συνεχίσεις και την επόμενη μέρα.
Ερμηνεύουν: Αλέξανδρος Βάρθης, Νίκος Γιαλελής, Τάσος Λέκκας, Αλεξάνδρα Μαρτίνη, Φάνης Μιλλεούνης, Ελίζα Σκολίδη. Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση και αγορά εισιτηρίων: www.more.com



