Η καλλιτεχνική διαδρομή της Hannah Murray ξεκίνησε με πολλές υποσχέσεις: μόλις σε ηλικία 17 ετών έπαιξε στην τηλεοπτική σειρά «Skins», για να ακολουθήσει ένας ρόλος (της Gilly) στο «Game of Thrones». Σήμερα όμως, μόλις στα 36 χρόνια της, έχει αποσυρθεί από την υποκριτική και δηλώνει «ανακουφισμένη» για αυτό. Σε μια νέα συνέντευξη που έδωσε στην Guardian, με αφορμή την κυκλοφορία του αυτοβιογραφικού βιβλίου της «The Make-Believe: A Memoir of Magic and Madness», μιλάει για την τραυματική εμπειρία της από μια αίρεση «ευεξίας», όπου έζησε για έναν χρόνο, και για τις ψυχικές δοκιμασίες της.
Ως νέα, ανερχόμενη σταρ, ήρθε σε επαφή με ένα έντονο λαϊφστάιλ, με αλκοόλ, ναρκωτικά και πολύ ευκαιριακό σεξ, όπως αφηγείται σήμερα στη βρετανική εφημερίδα. Πίσω από όλα αυτά, όμως, υπήρχε μια βαθιά προσωπική ανασφάλεια: «Όταν σε επιλέγουν για έναν ρόλο, σε κάνουν να νιώθεις ξεχωριστή. Αλλά αυτό διαρκεί όσο και το συγκεκριμένο πρότζεκτ. Αναρωτιόμουν λοιπόν συνέχεια: “Τι είναι αυτό που θα κάνει το συναίσθημα ότι είμαι ξεχωριστή να κρατήσει για πάντα;”». Δοκίμασε βιβλία αυτοβελτίωσης, διαλογισμό, ημερολόγια ευγνωμοσύνης και δύο διαφορετικούς ψυχαναλυτές μέχρι που, στα 27 της, βρέθηκε στους κόλπους μιας αίρεσης «ευεξίας», όπως την αποκαλεί, χωρίς να αποκαλύπτει το όνομά της.
Δοκίμασε βιβλία αυτοβελτίωσης, διαλογισμό, ημερολόγια ευγνωμοσύνης και δύο διαφορετικούς ψυχαναλυτές μέχρι που, στα 27 της, βρέθηκε στους κόλπους μιας αίρεσης «ευεξίας», όπως την αποκαλεί, χωρίς να αποκαλύπτει το όνομά της.
Εκείνη η αίρεση τής κόστισε ακριβά – όχι μόνο οικονομικά αλλά, κυρίως, ψυχικά. Βίωσε ένα τόσο έντονο ψυχωσικό επεισόδιο, που χρειάστηκε να εισαχθεί σε ψυχιατρική κλινική. Αργότερα, ένας ψυχίατρος διέγνωσε διπολική διαταραχή.
Η συγγραφή του βιβλίου της ήταν ένας τρόπος με τον οποίο προσπάθησε να κατανοήσει ό,τι τής είχε συμβεί. Στο μεταξύ, απομακρύνθηκε από τη βιομηχανία της ευεξίας. «Τώρα συνειδητοποιώ πόσο διάχυτη είναι παντού. Συχνά άνθρωποι που δεν ξέρεις θα σου την προσφέρουν σαν θεραπεία. Τους λες, δεν κοιμάμαι καλά και θα απαντήσουν, έχεις δοκιμάσει να κάνεις διαλογισμό; Είναι παντού, σαν μια εγγενώς θετική λύση. Υπάρχουν και ακίνδυνες ή θετικές εκδοχές της. Αλλά στην περίπτωσή μου, που αναζητούσα ένα μαγικό ραβδί για να με θεραπεύσει εντελώς, οι υποσχέσεις της ήταν σαγηνευτικές και εθιστικές» λέει στην Guardian.
Δεν πίστευε ποτέ ότι θα βρισκόταν μπλεγμένη σε μια αίρεση, μέχρι που της συνέβη. «Δεν είχα ιδέα ότι μου συνέβαινε ό,τι περιγράφω στο βιβλίο. Νόμιζα ότι ήμουν ασφαλής. Ήμουν μορφωμένη, προερχόμουν από μια οικογένεια της μεσαίας τάξης. Όλα θα έπρεπε να πάνε καλά. Σκεφτόμουν, είμαι έξυπνη, κάνω καλές επιλογές. Ε, λοιπόν, έκανα απαίσιες επιλογές. Είναι σημαντικό όμως να καταλάβουμε τους λόγους για τους οποίους ο κόσμος κάνει τέτοια πράγματα, αντί να πούμε απλά, “πρέπει να είναι χαζοί”».
«Υπάρχουν και ακίνδυνες ή θετικές εκδοχές της βιομηχανίας της ευεξίας. Αλλά στην περίπτωσή μου, που αναζητούσα ένα μαγικό ραβδί για να με θεραπεύσει εντελώς, οι υποσχέσεις της ήταν σαγηνευτικές και εθιστικές»
Όλα ξεκίνησαν από τη γνωριμία της με μια «ενεργειακή θεραπεύτρια» στο σετ των γυρισμάτων της ταινίας «Detroit», που σκηνοθετούσε η οσκαρική Kathryn Bigelow. Υποδυόταν μια 18χρονη που δεχόταν σεξουαλική επίθεση από την αστυνομία. Κάθε φορά που έπρεπε να γυρίσει μια σκηνή όπου «το στήθος μου έμενε εκτεθειμένο στις κάμερες», την έπιανε τρέμουλο και ταχυπαλμία. Άρχισε να υποφέρει από εφιάλτες. Τις νύχτες, ξυπνούσε και πήγαινε να κάνει εμετό.
Η σχέση εμπιστοσύνης που ανέπτυξε με τη «θεραπεύτρια», την οποία αποκαλεί «Grace», την οδήγησε σε μια σειρά από αποκαλούμενες «θεραπείες» κόστους εκατοντάδων δολαρίων, που στην αρχή νόμισε ότι τη βοηθούσαν.
Στη συνέχεια γνώρισε μια ακόμα γυναίκα, τη λεγόμενη «Siobhan», που φορούσε το ίδιο, συμβολικό κολιέ με την «Grace». Η «Siobhan» άρχισε να της παραδίδει «μαθήματα» που υποτίθεται πως θα τη βοηθούσαν να προστατευτεί από την αρνητική ενέργεια των άλλων. Η πρώτη δόση διδάκτρων ξεπερνούσε τις 700 λίρες Αγγλίας. Η Siobhan άρχισε να της μιλάει για τελετές σαμάνων, τσάκρα και μαγικούς κύκλους. Έπεισε τη Murray, η οποία ήθελε να γίνει «Πολεμίστρια», να ανεβεί επίπεδο.
Την είχαν συνεπάρει τόσο όλες αυτές οι εμπειρίες, που δεν μπήκε καν στη διαδικτυακή πλατφόρμα της αίρεσης (ή «οργάνωσης», όπως την αποκαλεί), η οποία ήταν γεμάτη με μαρτυρίες ανθρώπων που υποστήριζαν ότι είχαν πέσει θύματα απάτης.
Η «Siobhan» άρχισε να της παραδίδει «μαθήματα» που υποτίθεται πως θα τη βοηθούσαν να προστατευτεί από την αρνητική ενέργεια των άλλων. Η πρώτη δόση διδάκτρων ξεπερνούσε τις 700 λίρες Αγγλίας.
Καθώς «ανέβαινε» επίπεδο, έχανε την επαφή της με την πραγματικότητα. «Ζούσα ένα ψυχωσικό επεισόδιο και στο μυαλό μου υπήρχε μια μείξη ιστοριών, η ιδέα ότι είχα ανακαλύψει την αλήθεια, ότι είχα μια απίστευτη μοίρα, να σώσω τον κόσμο, ότι μπορούσα να πετάξω».
Στην ανώτερη ιεραρχία ήταν ένας άντρας, ο «Steve», «ένας μεσήλικας με γκρίζα μαλλιά και γενειάδα». Φορούσε το ίδιο κολιέ με τις άλλες «δασκάλες» της.
Σταδιακά, η Murray άρχισε να παρατηρεί κάποια ύποπτα σημάδια. Για παράδειγμα, οι περισσότερες γυναίκες της οργάνωσης φορούσαν φούστες. Ή, όταν ο Steve ήταν επικεφαλής των συναντήσεών τους, «ακόμα και αν επρόκειτο να κάνουμε cardio προπόνηση», εκείνος άνοιγε τη συζήτηση με «αστεία» για το σεξ.
Παρόλο που δεν έζησε κάποιο χειροπιαστό περιστατικό σεξουαλικής εκμετάλλευσης η ίδια, «υπήρχε αυτή η ενέργεια στον χώρο, που πιστεύω ότι υπάρχει συχνά σε πνευματικές οργανώσεις με ιεραρχία. Μου φαινόταν ενδιαφέρον το ότι ήταν ένα γυναικοκρατούμενο περιβάλλον αλλά όταν έμπαινε μέσα εκείνος ο άντρας, ξαφνικά απέπνεε σιγουριά και μαγνητισμό».
«Υπήρχε αυτή η ενέργεια στον χώρο, που πιστεύω ότι υπάρχει συχνά σε πνευματικές οργανώσεις με ιεραρχία. Μου φαινόταν ενδιαφέρον το ότι ήταν ένα γυναικοκρατούμενο περιβάλλον αλλά όταν έμπαινε μέσα εκείνος ο άντρας, ξαφνικά απέπνεε σιγουριά και μαγνητισμό».
Ακόμα και τότε, αναρωτήθηκε αν είχε μπλεχτεί σε μια «σεξουαλική αίρεση». Όταν όμως μοιράστηκε την ανησυχία της με τις δασκάλες της, της απάντησαν: «Θεέ μου, αυτό είναι πολύ αστείο. Όχι, απλά προσπαθεί να σπάσει τον εγωισμό σου και έρχονται στην επιφάνεια πολλά σεξουαλικά θέματα».
Βρέθηκε σε ένα πενθήμερο σεμινάριο σε ξενοδοχείο του Λονδίνου, όπου άρχισε να χάνει τον έλεγχο. Με ελάχιστο ύπνο, το μυαλό της έβλεπε παντού σύμβολα και συνδέσεις. Ένα βράδυ, ενώ έκανε μπάνιο με άλατα «που έδιωχναν τα κακά πνεύματα», άρχισε να ακούει στο μυαλό της τη φωνή του Steve. Νόμιζε ότι εκείνος την αγαπούσε, ότι θα την παντρεύονταν, ότι ο Steve έλεγχε τον καιρό και ότι εκείνη είχε ειδικές δυνάμεις. Μέχρι το επόμενο μεσημέρι, είχε παραισθήσεις: νόμιζε ότι έβλεπε διαγράμματα στον λαιμό των άλλων, που της έδειχναν πώς θα μπορούσε να τους «θεραπεύσει». Σκέφτηκε: «Ο Steve είναι ο πατέρας μου, θέλω να τον γ***σω» (επηρεασμένη ίσως από τον χαρακτήρα της στο «Game of Thrones», που υφίσταται σεξουαλική κακοποίηση από τον πατέρα της).
Αναζήτησε καταφύγιο σε μια τουαλέτα, ενώ ο πόνος στο κεφάλι της ήταν τόσο έντονος «λες και γεννούσα μέσα από το κρανίο μου» και απέξω είχαν συγκεντρωθεί μέλη της αίρεσης και προσπαθούσαν να διώξουν τα «κακά πνεύματα». Τελικά, διακομίστηκε σε ψυχιατρείο, όπου νοσηλεύτηκε σχεδόν για έναν μήνα.
Αναζήτησε καταφύγιο σε μια τουαλέτα, ενώ ο πόνος στο κεφάλι της ήταν τόσο έντονος «λες και γεννούσα μέσα από το κρανίο μου» και απέξω είχαν συγκεντρωθεί μέλη της αίρεσης και προσπαθούσαν να διώξουν τα «κακά πνεύματα». Τελικά, διακομίστηκε σε ψυχιατρείο.
Στη γραπτή επικοινωνία της με τον Steve, εκείνος της έγραψε ότι στη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Detroit» είχε καταληφθεί από ένα δαιμονικό πνεύμα αλλά πλέον ήταν «ελεύθερη».
Εκ των υστέρων, τα προβλήματα ψυχικής υγείας είχαν δώσει σημάδια ήδη από την εφηβεία της, όταν αυτοτραυματιζόταν αλλά δεν το μοιραζόταν με κανέναν. Σήμερα θυμάται να παρακολουθεί ένα ντοκιμαντέρ για τη διπολική διαταραχή και να ταυτίζεται με τις περιγραφές του. Η αναγνώριση που συνόδευσε ήδη τον πρώτο της ρόλο έφερε νέες δοκιμασίες στην ψυχική υγεία της, που εκδηλώθηκαν και μέσα από διατροφικές διαταραχές, παρόλο που, όπως εξηγεί σήμερα, δεν διαγνώστηκε με «ανορεξία».
Μετά τη διάγνωση της διπολικής διαταραχής, «όλα άρχισαν να βγάζουν περισσότερο νόημα. Οι διαγνώσεις είναι περίπλοκες, αλλά τουλάχιστον για εμένα ήταν μια μεγάλη ανακούφιση το ότι καταλάβαινα το συναισθηματικό τοπίο μου μέσα από αυτή την οπτική». Και ένας λόγος που αποφάσισε να μιλήσει και για αυτό ήταν για να αντιμετωπίσει το στίγμα που συνοδεύει μέχρι σήμερα την πάθηση. «Ένιωσα ότι ήταν πραγματικά σημαντικό να πω: εγώ το πέρασα αυτό. Πολλοί το περνούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι “κακοί” ή “κατεστραμμένοι” για πάντα».



