Από την Ελευθερία Γιαννούλη

Sex & the City και η Samantha γλυκοκοιτάζει μια τσάντα Birkin στο μαγαζί της Hermès στη Νέα Υόρκη. Πότε μπορεί να την κάνει δική της; «Πέντε χρόνια» της λέει απολύτως φυσικά ο πωλητής. «Για μια τσάντα;!» αναρωτιέται εμβρόντητη η πρωταγωνίστρια. «Δεν είναι τσάντα. Είναι Birkin!», της υπενθυμίζει. (Παρεπιπτόντως, σοκαριστικό για τα σημερινά δεδομένα το γεγονός ότι η τσάντα που ήθελε η Samantha κόστιζε 4000 δολάρια, ενώ τώρα κάνει σχεδόν τα τριπλάσια).

Το συγκεκριμένο επεισόδιο βγήκε το 2001, ωστόσο περιγράφει ενίοτε και την σημερινή πραγματικότητα σε ό,τι αφορά την απόκτηση τσαντών Hermès, και ιδιαιτέρως των μοντέλων Birkin και Kelly, που έχουν ονομαστεί προς τιμήν της Jane Birkin και της Grace Kelly αντίστοιχα.

Η απόκτηση μιας τσάντας Hermès Birkin ή Kelly έχει πλέον εξελιχθεί σε μια διαδικασία σχεδόν μυθική. Η αίγλη του οίκου, η άριστη ποιότητα και η αυστηρά περιορισμένη παραγωγή τους έχουν μετατρέψει τα συγκεκριμένα κομμάτια σε παγκόσμιο σύμβολο πολυτέλειας. Αυτό όμως που καθιστά την απόκτησή τους τόσο δύσκολη δεν είναι μόνο η υψηλή τιμή. Είναι το σύστημα γύρω από το οποίο έχει δομηθεί η εμπειρία αγοράς το οποίο δεν εξασφαλίζει την απόκτηση των συγκεκριμένων κομματιών ακόμα και για όσους το ζητούμενο ποσό δεν αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα. Το να περάσει κανείς την πόρτα του καταστήματος δεν αρκεί· η διαδικασία είναι ίδια σε όλα τα καταστήματα του οίκου ανά τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένου και αυτού στην Αθήνα.

Η ενδιαφερόμενη πελάτισσα μπορεί να τηλεφωνήσει για να κλείσει ένα ραντεβού – το γνωστό και ως leather appointment. Εκεί, ένας εξειδικευμένος πωλητής αναλαμβάνει να καταγράψει την επιθυμία της: ποιο μοντέλο, ποιο χρώμα και ποιο μέγεθος τσάντας θα ήθελε να αποκτήσει. Μαζί, εξερευνούν και εναλλακτικές επιλογές, αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες να βρεθεί μια τσάντα που να ταιριάζει στις προτιμήσεις της. Φυσικά, λόγω του περιορισμένου αριθμού παραγωγής των συγκεκριμένων μοντέλων, όλα εξαρτώνται από τη διαθεσιμότητα. Η μπουτίκ καταγράφει το αίτημα -για παράδειγμα μια Birkin 30 σε navy blue με ασημένιο hardware- και ειδοποιεί την πελάτισσα όταν υπάρξει προς διάθεση το αντίστοιχο κομμάτι. Συνήθως, αν περάσουν 3–4 μήνες χωρίς διαθεσιμότητα, η μπουτίκ επικοινωνεί εκ νέου για να επιβεβαιώσει ότι το ενδιαφέρον παραμένει.

Σύμφωνα με πληροφορίες του Marie Claire, σε μια πόλη όπως η Αθήνα, ο υποψήφιος αγοραστής μπορεί να σταθεί πιο τυχερός, καθώς η ζήτηση δεν είναι τόσο υψηλή όσο σε μητροπόλεις όπως το Λονδίνο ή το Παρίσι όπου ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος. Έτσι, ο χρόνος αναμονής ενδέχεται να είναι μικρότερος. Παράλληλα, η τοπική μπουτίκ δίνει συχνά προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση της μόνιμης ελληνικής πελατείας, ως ανταπόδοση της σταθερής στήριξής της – τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την αγορά μιας Birkin ή άλλου σπάνιου αντικειμένου – έναντι της πιο ευκαιριακής τουριστικής κίνησης.

Δεν είναι τυχαίο ότι η διαδικασία αυτή έχει αποκτήσει άτυπα την ονομασία «το παιχνίδι της Hermès». Εξάλλου, ο οίκος διαχρονικά επενδύει στην προσωπική σχέση με τον πελάτη: στα επίσημα e-shops της Hermès, πολλά προϊόντα εμφανίζονται ως μη διαθέσιμα, ενθαρρύνοντας έμμεσα τους ενδιαφερόμενους να επισκεφθούν μια φυσική μπουτίκ. Εκεί μπορούν να ζήσουν την πλήρη εμπειρία, κάτι που ενισχύει το αφήγημα και τον μύθο γύρω από τον οίκο και τις αξίες που πρεσβεύει. Η αλήθεια είναι ότι η επίσκεψη σε ένα φυσικό κατάστημα δημιουργεί αναμνήσεις που η ψηφιακή αγορά δεν μπορεί να αντικαταστήσει.

 

Sotheby’s

Την ίδια στιγμή, η περιορισμένη παραγωγή των κομματιών Birkin και Kelly ενισχύει τη σπανιότητα. Όπως εξηγεί ο οίκος δημοπρασιών Sotheby’s -ο οποίος το καλοκαίρι έθεσε σε δημοπρασία την πρωτότυπη Birkin της ίδιας της Jane Birkin που πουλήθηκε για πάνω από 8.5 εκατομμύρια ευρώ-, κάθε τσάντα κατασκευάζεται από έναν και μόνο τεχνίτη, σε διαδικασία που ξεπερνά τις 18 ώρες. Κάθε κομμάτι φέρει μοναδικό κωδικό που καταγράφει το εργαστήριο, το έτος και τον δημιουργό του. Αυτή η δεξιοτεχνία, σε συνδυασμό με την αυστηρή διανομή και την τεράστια ζήτηση παγκοσμίως, έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου οι δημοφιλείς τσάντες της Hermès δεν είναι απλώς αξεσουάρ, αλλά έχουν εξελιχθεί σε επενδυτικά αντικείμενα. Αν υπάρχουν πολλοί οι οποίοι επιθυμούν να αποκτήσουν μια Birkin ή Kelly για να εμπλουτίσουν την γκαρνταρόμπα τους και να συνδυάσουν την τσάντα με τα look τους, είναι άλλοι τόσοι που αποσκοπούν στη συγκεκριμένη αγορά ώστε μετά να πουλήσουν τα κομμάτια και να βγάλουν -όχι αμελητέο- κέρδος. Εδώ είναι που μπαίνει στο παιχνίδι η δευτερογενής αγορά, η οποία κερδίζει έδαφος όσο η παραδοσιακή διαδικασία απόκτησης μιας τέτοιας τσάντας γίνεται ολοένα και δυσκολότερη.

 

View this post on Instagram

 

A post shared by Sotheby’s (@sothebys)

Πλαρφόρμες που λειτουργούν σαν διαδικτυακά μαγαζιά μεταπωλήσεων όπως το Vestiaire Collective, το The RealReal, αλλά και φυσικά καταστήματα σαν το LoveLuxury σε Λονδίνο και Ντουμπάι, που ειδικεύεται στην αγοραπωλησία ειδών πολυτελείας και ειδικά τσαντών Birkin, έχουν γίνει ένας νέος τόπος εύρεσης θησαυρών δίχως αναμονή. Ενδιαφέρουσα εξέλιξη αποτελεί το γεγονός πως, ως αποτέλεσμα της δημοφιλίας αυτών των πρακτικών έχει γεννηθεί και ένας νέος επαγγελματικός ρόλος: εκείνος που με γνώση και εξασκημένη ματιά, έχει μάθει να αναγνωρίζει ποια κομμάτια είναι αυθεντικά, ποια όχι και να τα πιστοποιεί ή να τα απορρίπτει αναλόγως.

Η πλατφόρμα WWD και η ομάδα του Love Luxury αναφέρουν ότι το resale έχει εκτοξευθεί, καθώς μια Birkin ή μια Kelly σε καλή κατάσταση μπορεί όχι μόνο να διατηρήσει την αξία της, αλλά και να την αυξήσει. Πλέον, πολλές τσάντες αντιμετωπίζονται ως «εναλλακτικά περιουσιακά στοιχεία», με σημαντική απόδοση για όσους τις μεταπωλούν. Παρ’ όλα αυτά, όπως επισημαίνει το CNBC, ενδιαφέρον αποτελεί το γεγονός ότι έχει αναπτυχθεί και μια μικρή αλλά σταθερή ομάδα αγοραστών που προτιμά pre-loved τσάντες με εμφανή σημάδια χρήσης, θεωρώντας ότι μεταφέρουν μια αίσθηση «διαγενεακού πλούτου».

Το Sotheby’s έχει πουλήσει σχεδόν 100 εκατομμύρια δολάρια σε τσάντες Hermès από το 2021: μια απτή ένδειξη του πόσο μεγάλη είναι η διεθνής ζήτηση για τα συγκεκριμένα κομμάτια. Οι τσάντες που είναι φρέσκες από το κατάστημα ή σε άριστη κατάσταση, συχνά φτάνουν σε τιμές πολλαπλάσιες της λιανικής, ενώ limited editions ή κομμάτια σε εξωτικά δέρματα μπορούν να αγγίξουν εξωφρενικά ποσά. Με βάση τις αναλύσεις του Sotheby’s και τα δεδομένα της αγοράς, τα πιο περιζήτητα μοντέλα στη δευτερογενή αγορά αυτή τη στιγμή είναι η Birkin 25 και η Birkin 30, που θεωρούνται οι «βασίλισσες» της ζήτησης και συχνά πωλούνται έως και 2,5 φορές πάνω από την τιμή λιανικής. Το 2026, σε ένα επίσημο κατάστημα της Hermès στην Ευρώπη, η Birkin 25 κοστίζει περίπου 9.600€, ενώ μια Birkin 30 φτάνει τα 10.600€. Στη δευτερογενή αγορά, όμως, τα ίδια κομμάτια σε άριστη κατάσταση συχνά πωλούνται μεταξύ 25.000€ και 28.000€, και ο λόγος είναι η άμεση διάθεσή τους -ως γνωστών, με τον παραδοσιακό τρόπο, αν ο επίδοξος αγοραστής πρέπει να έχει ένα χαρακτηριστικό, αυτό είναι η υπομονή. Ενώ δηλαδή σε ένα φυσικό κατάστημα πρέπει να περιμένεις χρόνια για να αποκτήσεις τη Birkin των ονείρων σου ή να συμβιβαστείς με το μέγεθος και το χρώμα που θα σου προτείνει το κατάστημα, στη δευτερογενή αγορά μπορείς να την κάνεις δική σου άμεσα.

Η τσάντα Mini Kelly 20 ξεχωρίζει επίσης ως ένα από τα πιο σπάνια και ταχύτερα ανερχόμενα μοντέλα στην αγορά resale. Παράλληλα, κομμάτια που ανήκουν σε περιορισμένες συλλογές, όπως Faubourg, Picnic, Cargo και Shadow, εξαντλούνται σχεδόν αμέσως μόλις εμφανιστούν ως ευκαιρία σε πλατφόρμες ή καταστήματα, εκτοξεύοντας την τιμή τους στα ύψη. Τα εξωτικά δέρματα, κυρίως το κροκό, φτάνουν σε αξίες που συγκρίνονται με επενδυτικά έργα τέχνης, καθιστώντας τα ιδιαιτέρως περιζήτητα. Ενδεικτικά, τσάντες σε exotic ή limited editions κυμαίνονται μεταξύ 35.000–150.000€, ενώ ιδιαίτερα σπάνια μοντέλα μπορούν να φτάσουν ακόμη και πολύ υψηλότερα ποσά, αποδεικνύοντας την επενδυτική τους δυναμική. Η αξιολόγηση μιας τσάντας στη δευτερογενή αγορά εξαρτάται κυρίως από την κατάσταση, το μέγεθος, το υλικό, το χρώμα και την ημερομηνία παραγωγής. Τα άθικτα νέα κομμάτια βρίσκονται στην κορυφή του ενδιαφέροντος, ενώ εμφανείς φθορές μπορούν να μειώσουν την αξία της τσάντας έως και 30%.

Σε πρόσφατο άρθρο της, η Wall Street Journal αντλεί στοιχεία από την εταιρεία χρηματοοικονομικών αναλύσεων και επενδύσεων Bernstein, και παρατηρεί κάτι περαιτέρω. Παρότι οι τσάντες Birkin και Kelly μεταπωλούνται σε τιμές πολλαπλάσιες της λιανικής, το φαινόμενο αυτό ωφείλεται κυρίως στη δημοφιλία της Mini Kelly η οποία ανεβάζει τον μέσο όρο. Τα κομμάτια σε μεγαλύτερα μεγέθη, όπως η Birkin 40 που είναι και το πρωτότυπο μοντέλο της σειράς, ή η Kelly 40, μεταπωλούνται σε τιμές σχεδόν ίσες με αυτές τις λιανικής αν λάβουμε υπόψη τις προμήθειες δημοπρασιών ή μεσαζόντων. Ο άγραφος κανόνας «μικρή Kelly, μεγάλη Birkin» φαίνεται να ισχύει κατά το ήμισυ πλέον.

 

View this post on Instagram

 

A post shared by Sotheby’s (@sothebys)


Κι όμως, η αξία και η ζήτηση των Hermès τσαντών δεν περιορίζεται μόνο στα νέα ή σε εκκεντρικά κομμάτια. Τα vintage μοντέλα, όπως οι Kelly bags της περιόδου 1950-1990, αποδεικνύουν εξαιρετική ανθεκτικότητα και ποιότητα κατασκευής, με προσεκτική λεπτομέρεια και χρήση των καλύτερων δερμάτων της εποχής. Μία box calf Kelly του 1950 που κόστιζε περίπου 700€ τότε, σήμερα αξίζει γύρω στις 10.000€, επιβεβαιώνοντας ότι οι Hermès τσάντες διατηρούν και αυξάνουν την αξία τους με την πάροδο του χρόνου, όπως αναφέρει το Love Luxury σε δημοσίευσή του με τίτλο ”Which Hermes handbags make a good investment?”.

Getty Images

Η ίδια πηγή υπογραμμίζει ότι αυτό που εξασφαλίζει την αυθεντικότητα μιας τσάντας και την κάνει να ξεχωρίζει δεν είναι κάποια απόδειξη ή πιστοποιητικό τα οποία μπορούν και να πλαστογραφηθούν, αλλά η χειροτεχνία πίσω από το κάθε κομμάτι. Η προσοχή στη λεπτομέρεια, η διαδικασία κατασκευής και η υπογραφή του τεχνίτη είναι που ολοκληρώνει την τσάντα. Αυτή η δεξιοτεχνία είναι που μετατρέπει την κάθε Birkin ή Kelly σε συλλεκτικό αντικείμενο και πραγματικό επενδυτικό asset. Στην Αυστραλία, το κατάστημα με αυθεντικά luxury κομμάτια pre-loved, JK Store, έφτασε στο σημείο να συγκρίνει την επένδυση σε Birkin με αυτήν σε χρυσό, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι στο σημερινό περιβάλλον οι τσάντες μπορεί και να υπερέχουν σε αξία αποτελώντας εξυπνότερη επενδυτική επιλογή.

Από τη σύλληψη των σχεδίων για τις διασημότερες τσάντες του οίκου Hermès, μέχρι την εκτενή, σχεδόν εμμονική συλλογή της Victoria Beckham με Birkin, κάποια κομμάτια αποτελούν τον ορισμό αυτού που ονομάζουμε διαχρονικό. Η απόκτησή τους είναι πιο δημοφιλής από ποτέ και, ενώ επίσημα ο οίκος διατηρεί την μακρά διαδικασία αναμονής που ενισχύει την αξία των τσαντών και τον μύθο που τις περιβάλλει, οι καταναλωτές στρέφονται σε εναλλακτικούς τρόπους αγοράς ακόμα και αν αυτό σημαίνει υψηλότερο κόστος.

Ο γαλλικός οίκος, που είναι όσο ελάχιστοι συνυφασμένος με την πολυτέλεια και την αδιαπραγμάτευτη ποιότητα και τεχνική, έχει καταφέρει να δημιουργήσει προϊόντα- φαινόμενα που συνδέουν γενιές και γενιές τόσο συναισθηματικά και στυλιστικά όσο και επενδυτικά. Με την απενοχοποίηση του vintage και second-hand, το «παιχνίδι της Hermès» επεκτείνεται και αλλού, και το σύμπαν που έχει χτίσει η εταιρεία δεν δείχνει ιδιαίτερα σημάδια πτωτικής πορείας. Άλλωστε, δεν πρόκειται για τσάντα. Πρόκειται για Birkin.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below