Το Χόλιγουντ έχει πλέον αρχίσει να προσέχει αυτό που το ευρωπαϊκό σινεμά γνωρίζει εδώ και χρόνια: η Σάντρα Ούλερ δεν χωρά εύκολα σε ένα μόνο ρόλο.
Η Γερμανίδα ηθοποιός διανύει μια τόσο εντυπωσιακή χρονιά που θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργήσει στο μέλλον ως αναδρομή στην καριέρα της. Εκείνη, ωστόσο, δεν την αντιμετωπίζει έτσι. Εχοντας αναδειχθεί μία από τις πιο αναγνωρίσιμες διεθνώς ηθοποιούς του ευρωπαϊκού κινηματογράφου χάρη στις ταινίες «Τόνι Ερντμαν», «Ανατομία μιας πτώσης» και «Ζώνη ενδιαφέροντος», η Ούλερ κινείται φέτος σε ριζικά διαφορετικούς κόσμους. Υποδύεται την Ερικα Μαν, κόρη του περίφημου Γερμανού συγγραφέα Τόμας Μαν, στην ταινία «Πατρίδα» του Πάβελ Παβλικόφσκι (η οποία διακρίθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών).
Νωρίτερα μέσα στη χρονιά είχε τιμηθεί στο Φεστιβάλ Βερολίνου με την Αργυρή Αρκτο Καλύτερης Ερμηνείας για την ταινία «Rose», ενώ την είδαμε στο μπλοκμπάστερ «Αποστολή “Χαίρε Μαρία”» με τον Ράιαν Γκόσλινγκ. Μέχρι το τέλος του έτους αναμένεται και το επίσης χολιγουντιανό και άκρως απόρρητο «Digger» με τον Τομ Κρουζ. Ωστόσο, πιο ενδιαφέρον κι από τη διαδρομή που έχει διανύσει η Γερμανίδα ηθοποιός είναι το στοιχείο που ενώνει με έναν τρόπο τις γυναίκες που υποδύεται: το ερώτημα του ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για την ταυτότητα μιας γυναίκας.
Στο επερχόμενο «Rose» υποδύεται μια γυναίκα που μεταμφιέζεται σε άντρα προκειμένου να ορίσει τη μοίρα της. Στην «Πατρίδα» ενσαρκώνει τη δυναμική κόρη του Τόμας Μαν, Ερικα, σε μια στιγμή που εκείνη καλείται να κάνει μια πολύ διαφορετική επιλογή. Η ταινία δεν ασχολείται με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως ιστορικό γεγονός, αλλά με το αποτύπωμά του: κατεστραμμένες πόλεις, χαμένες ταυτότητες και άνθρωποι που προσπαθούν να ξαναβρούν μια αίσθηση νοήματος μέσα από το συλλογικό πένθος. Η Έρικα έχει ήδη διαγράψει πορεία ως ηθοποιός, συγγραφέας και πολιτικό πρόσωπο. Τώρα, επιλέγει να σταθεί στο πλευρό του πατέρα της βοηθώντας τον στα κείμενα και τις ομιλίες του, καθώς εκείνος έρχεται αντιμέτωπος με τη διαλυμένη μεταπολεμική Γερμανία. Η μία γυναίκα αποδρά από μια ταυτότητα που της είχε επιβληθεί, ενώ η άλλη επιλέγει πώς θα διαχειριστεί την ταυτότητα που κληρονόμησε.

Για την Ούλερ, η ιστορία που περιβάλλει την «Πατρίδα» δεν είναι τόσο μακρινή όσο φαίνεται. Γεννήθηκε δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ωστόσο οι συνέπειές του είχαν αντίκτυπο και στη δική της οικογένεια.
Μιλώντας στο ελληνικό Marie Claire λίγο μετά την πρεμιέρα της ταινίας στο Φεστιβάλ των Καννών η Ούλερ αναφέρθηκε στο κληρονομικό τραύμα. «Είμαι απόγονος τρίτης γενιάς ανθρώπων που έζησαν και επέζησαν από τον πόλεμο, οπότε κομμάτια του, ψήγματα από τις συνέπειές του, υπάρχουν μέσα στο σώμα και το σύστημά μου. Αυτό είναι πολύ ξεκάθαρο για μένα. Το σενάριο αποτυπώνει αυτό το παράξενο κενό στο οποίο βρίσκονται όλοι και την ανάγκη να ξαναχτίσουν κάτι χωρίς να ξέρουν πραγματικά πώς. Κάποιοι είναι σίγουροι ότι ένας δρόμος είναι ο σωστός, άλλοι πιστεύουν το αντίθετο».
Διευκρίνισε μάλιστα ότι προσέγγισε τον ρόλο λιγότερο μέσα από την ιστορική έρευνα και περισσότερο μέσα από ένα είδος συναισθηματικής κληρονομιάς. Για εκείνη, η «Πατρίδα» είναι ουσιαστικά μια ταινία για το πένθος και την επιβίωση.
«Το πώς συνεχίζεις να ζεις με αξιοπρέπεια και το τι αξίζει να διατηρήσεις από τον κόσμο πριν από τον πόλεμο και τι ενδέχεται να πρέπει να αφήσεις πίσω», όπως το θέτει η ίδια. «Εδώ ασχολούμαστε με την απώλεια, τη θλίψη και το πώς μπορείς να συνεχίσεις να ζεις με αξιοπρέπεια». Παράλληλα, αποκαλύπτει πόσο βαθιά επηρέασε το συνεργείο το γεγονός ότι τα γυρίσματα έγιναν στην Πολωνία. «Δεν βρισκόμασταν σε μια κατεστραμμένη Γερμανία, βρισκόμασταν σε μια κατεστραμμένη Πολωνία και παίζαμε σαν να ήταν Γερμανία. Αυτό επηρέασε βαθιά όσα συζητούσαμε, όσα νιώθαμε, τις μεταξύ μας συζητήσεις και τελικά την ίδια τη δουλειά μας». Επί της οθόνης, η ταινία μοιάζει στοιχειωμένη όχι μόνο από την Ιστορία, αλλά και από τη συναισθηματική γεωγραφία της Ευρώπης, με την ερμηνεία της να ξεχωρίζει και πάλι.
«Είμαι απόγονος τρίτης γενιάς ανθρώπων που έζησαν και επέζησαν από τον πόλεμο, οπότε κομμάτια του, ψήγματα από τις συνέπειές του, υπάρχουν μέσα στο σώμα και το σύστημά μου. Αυτό είναι πολύ ξεκάθαρο για μένα. Το σενάριο αποτυπώνει αυτό το παράξενο κενό στο οποίο βρίσκονται όλοι και την ανάγκη να ξαναχτίσουν κάτι χωρίς να ξέρουν πραγματικά πώς».
Η «Πατρίδα» αφηγείται την ιστορία μιας χώρας που ανασυγκροτείται, αλλά ταυτόχρονα και μιας κόρης που καλείται να αποφασίσει τι οφείλει στο πρόσωπο που αγαπάει. Τα επιτεύγματα της ίδιας της Ερικα Μαν θα μπορούσαν κάλλιστα να την είχαν καταστήσει το επίκεντρο μιας άλλης ταινίας. Εδώ, όμως, η Ερικα στέκεται στο πλευρό του πατέρα της. Η Ούλερ εντυπωσιάστηκε από την ιδιαίτερη ευθύνη που συνεπάγεται ο ρόλος της ξεχωριστής κόρης. «Μου έχουν πει ότι ήταν το αγαπημένο του παιδί. Και ανακάλυψα, καθώς προετοιμαζόμασταν για την ταινία, ότι αυτός ο ρόλος εμπεριέχει πράγματι μεγάλη ευθύνη. Δεν απογοητεύεις τον άνθρωπο που σου έχει χαρίσει τόση αγάπη και σου έχει ανοίξει τόσες πόρτες».
Η ερμηνεία της φανερώνει μια διαφορετική αντίληψη για τη γυναικεία αυτονομία. Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε ιστορίες όπου οι γυναίκες ανακαλύπτουν τον εαυτό τους φεύγοντας, προβάλλοντας αντίσταση ή επιλέγοντας το χωρισμό. Η Ερικα, όμως, δείχνει ότι η ελευθερία μπορεί να βρίσκεται και στην αντίθετη κατεύθυνση: στο να επιλέγεις συνειδητά να μείνεις. Η Ούλερ δεν θεωρεί ότι η Ερικα εγκατέλειψε το άτομο που ήταν κάποτε. «Ήξερα λίγο πολύ τι είχε κάνει στη ζωή της, αλλά ένιωθα ότι αυτό είναι κάπως αποθηκευμένο στην προσωπικότητα και το σώμα της. Ταυτόχρονα, έκανε αυτή την επιλογή και εγώ οφείλω να τη σεβαστώ».
Η Έρικα Μαν ήταν έντονα πολιτικοποιημένη και ο Τόμας Μαν υπήρξε μία από τις σημαντικότερες γερμανικές φωνές που αντιτάχθηκαν στο ναζισμό. Στη σημερινή εποχή, και ειδικά στην ψηφιακή σφαίρα, οι καλλιτέχνες δέχονται πίεση να παίρνουν θέση για σοβαρά κοινωνικοπολιτικά ζητήματα και μεγάλη μερίδα του κοινού το θεωρεί υποχρέωσή του; Η ίδια η Ούλερ έχει ξεκάθαρη στάση πάνω σε αυτό.
«Δεν νομίζω ότι ένας καλλιτέχνης οφείλει να κάνει το οτιδήποτε. Κανένας καλλιτέχνης δεν έχει υποχρέωση να κάνει κάτι. Μπορώ να αποφασίζω εγώ για ποια θέματα θα μιλήσω ή αν θέλω να μιλήσω. Αυτό είναι το βασικότερο. Πιστεύω ότι όλοι πρέπει να σέβονται αυτή την επιλογή και τη σέβομαι κι εγώ». Ωστόσο, πιστεύει ότι η τέχνη μπορεί να δημιουργήσει ένα χώρο για δύσκολες συζητήσεις, ακριβώς επειδή ο δημόσιος διάλογος έχει γίνει τόσο εχθρικός. «Θεωρώ καλό να συζητάμε για αυτά τα θέματα, καθώς ορισμένες συζητήσεις έχουν πάρει πολύ βίαιη τροπή, ενώ εμείς μπορούμε να συνομιλούμε με ηρεμία».
Η ίδια, πάντως, δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει την τέχνη ως κάτι που απαιτεί μια ατέρμονη σοβαρότητα. Και ίσως αυτό να είναι μέρος της γοητείας της: μέσα στην ίδια σεζόν μπορεί να περάσει από το ολοκληρωτικό πένθος σε ένα εντελώς διαφορετικό είδος κινηματογραφικής ενέργειας.

Στο «Αποστολή “Χαίρε Μαρία”», άλλωστε, έκλεψε την παράσταση σε μια σκηνή καραόκε τραγουδώντας το «Sign of the Times» του Harry Styles. Η εικόνα της με ένα μικρόφωνο στο χέρι απέχει αρκετά από την αυστηρότητα της Έρικα Μαν. Και είναι μια χρήσιμη υπενθύμιση ότι η Ούλερ δεν ενδιαφέρεται να επαναλαμβάνει τον εαυτό της ούτε στην οθόνη ούτε απαραίτητα έξω από αυτή. Όταν μιλάει για την υποκριτική, αποφεύγει την ιδέα ότι ένας ρόλος κατασκευάζεται με ακρίβεια από πριν. «Δεν είμαι άνθρωπος που κατασκευάζει ιδιαίτερα τους ρόλους. Αντιδρώ πολύ σε αυτό που συμβαίνει τη συγκεκριμένη μέρα. Το κάδρο υπάρχει και όλα τα υπόλοιπα πρέπει επίσης να υπάρχουν μέσα σε αυτό. Δεν μπορείς να αγγίζεις το πρόσωπό σου, δεν μπορείς να χρησιμοποιείς τεχνάσματα για να βρεις ένα συναίσθημα, απλώς πρέπει να υπάρχει». Ισως αυτή η σπιρτάδα να είναι τελικά το μυστικό της υποκριτικής της δεινότητας.



