Λίγες μέρες πριν ο Δημήτρης Μοθωναίος συγκλόνισε το πανελλήνιο με τη δημόσια εξομολόγησή του. αποκαλύπτοντας πως από πολύ μικρή ηλικία κακοποιούταν σεξουαλικά από άτομο του στενού οικογενειακού περιβάλλοντός του. Λίγα χρόνια πριν, το 2017 και το 2018 συζητούσε με την Αναστασία Καμβύση για το Marie Claire, περιγράφοντας τη ζωή του και όλα όσα τον απασχολούσαν.

Στο θέατρο τον είδα για πρώτη φορά στο «Cock» που σκηνοθέτησε η Κατερίνα Ευαγγελάτου και μετά στο «Αχ!» των bijoux de kant. Είναι από τους λίγους ηθοποιούς που έχω δει να μπαινοβγαίνουν με τέτοια άνεση σε ρομαντικούς, τραγικούς ή κωμικούς ρόλους. Ο Δημήτρης Μοθωναίος ανήκει στο δύσκολο είδος «ζεν πρεμιέ με χιούμορ». «Εγώ το σκέτο, το χωρίς χιούμορ, δεν το αντιλαμβάνομαι, δηλαδή “γίνε μοντέλο”», μου λέει ένα ωραίο φθινοπωρινό πρωινό στην Κολοκοτρώνη. Εχουμε συναντηθεί για να μιλήσουμε για το «Πέερ Γκυντ» του Ιψεν που ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο, αλλά ξεκινάμε την κουβέντα με τις καταπληκτικές φωτογραφίες που του έβγαλε η Δωροθέα Μερκούρη, μία από τις οποίες μας παραχώρησε η ίδια για το τεύχος Δεκεμβρίου. «Κανονικά θα έπρεπε να κάνει καριέρα φωτογράφου, φωτογραφίζει τα πάντα εκεί που κάθεται», λέει ο Δημήτρης με ενθουσιασμό.

Φωτό: Δωροθέα Μερκούρη

Πώς γνωριστήκατε με τη Δωροθέα;

Είμαστε φίλοι αρκετό καιρό, γνωριστήκαμε μέσω της αδελφής της. Τώρα πια κάνουμε και γιόγκα μαζί όταν η Δωροθέα είναι στην Ελλάδα, εδώ λίγο πιο κάτω, στο ιστορικό κέντρο. Κάνω συστηματικά δύο φορές την εβδομάδα γιόγκα και δύο με τρεις γυμναστική.

Απορώ με την πειθαρχία σου. Πρέπει να είσαι ο μόνος ηθοποιός που ξέρω που σηκώνεται νωρίς το πρωί.
Μη νομίζεις ότι δεν δίνω μάχη με τον εαυτό μου για να βγω από το κρεβάτι, αλλά δεν γίνεται αλλιώς! Η δουλειά γίνεται όλο και πιο σκληρή, δεν πληρωνόμαστε καλά, γύρω μας είναι όλοι περίεργοι. Η άσκηση κρατά το σώμα μου σε εγρήγορση και με

βοηθά να ισορροπώ και να αποβάλλω τις τοξίνες.

Από τις 23 Νοεμβρίου ως τις 4 Φεβρουαρίου γίνεσαι Νορβηγός και πρωταγωνιστείς ως (ένας από τους) Πεερ Γκυντ του Ιψεν που σκηνοθετεί ο Δημήτρης Λιγνάδης στο Εθνικό Θέατρο. Τι το ιδιαίτερο έχει αυτός ο ρόλος;
Το έργο ασχολείται με την αναζήτηση της ταυτότητας ενός ανθρώπου που έχει μεγαλώσει σε ένα νορβηγικό χωριό με τη μητέρα του. Βλέπουμε τον ήρωα σε διάφορες ηλικίες στη διάρκεια της παράστασης και τον Πέερ Γκυντ υποδυόμαστε διαδοχικά ο Γιάννης Τσουμαράκης, ο Πάνος Παπαδόπουλος, εγώ και μετά από εμένα το χάος, ο Δημήτρης Λιγνάδης. Η ιστορία ξεκινά πολύ ρεαλιστικά και καταλήγει στον απόλυτο σουρεαλισμό. Ο Πέερ φεύγει από την πατρίδα του και κάνει ένα ταξίδι ζωής. Εγώ τον υποδύομαι στη φάση που είναι πάμπλουτος, αλλά χάνει τα πάντα και πρέπει να επανεφεύρει τον εαυτό του. Αναζητά συνέχεια νέες αξίες, κάνει κέντρο της ζωής του το χρήμα, τη φύση, τη θρησκεία, τον έρωτα.


Τι κρατάς από τη συνάντησή του με τον Πέερ Γκυντ;
Μία φράση που επαναλαμβάνεται στο έργο όταν ο ήρωας συναντάει τα ξωτικά. Θα στην πω στα αγγλικά: «Το thyself be enough». Τι σημαίνει αυτό; Να είσαι αυτάρκης, να είσαι κλειστός, να είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου και να προχωράς έτσι; Η μετάφρασή μας λέει: «
Να σου είναι αρκετός ο εαυτός σου. Για όλους τους άλλους να ’σαι πάντοτε κλειστός. Τίποτε άλλο να μην έχεις στο μυαλό σου. Αυτό θα είναι ο μόνος σου σκοπός». Είναι πολύ δύσκολο να γνωρίσεις τον εαυτό σου και μετά είναι πολύ δύσκολο να τον αποδεχτείς. Είναι ένας καθημερινός δύσκολος αγώνας».

Σου αρέσουν οι προκλήσεις να υποθέσω;
Μου αρέσουν πολύ οι αλλαγές, γι’ αυτό κάνω αυτή τη δουλειά. Πρόκληση στην υποκριτική είναι ενώ έχεις βρει κάτι που σου ταιριάζει και έχεις επιτυχία σε αυτό, να το αφήνεις και προχωράς στο επόμενο. Στην Ελλάδα δεν μπορούν να προκύψουν και τόσες εκπλήξεις, είναι μικρός ο κύκλος που μπορείς να κάνεις, στενεύουν τα περιθώρια. Δεν κάνω μεγαλεπήβολα σχέδια. Αν είμαι κολλημένος σε κάτι δικό μου μακρινό και μεγάλο, δεν βλέπω αυτά που έρχονται, τα οποία μπορεί να με οδηγήσουν και κάπου πολύ πιο ωραία. Προσπαθώ να είμαι στο τώρα. Ετσι προκύπτουν συνεχώς πράγματα. Μου αρέσει πολύ να αφήνω χώρο στην ενσυναίσθηση και το ένστικτο. Κάνω απολογισμό στο τέλος της χρονιάς για να ξέρω πού βρίσκομαι, τι δούλεψε, τι δεν δούλεψε. Μπορώ να τρελαθώ από την επανάληψη του λάθους. Εντοπίζω γρήγορα τα λάθη μου, αλλά πώς σπας τη συνήθεια να τα επαναλάβεις; Με απολογισμό και προσευχή. Χα, χα, χα!

Κατεβάζεις τη θρησκεία στο τραπέζι της κουβέντας; Τολμηρό σε βρίσκω.
Οχι. Οχι τη θρησκεία, την ιδέα μιας ανώτερης δύναμης. Προσευχή για μένα είναι μια περισυλλογή, κάτι σαν αυτό που κάνεις στον διαλογισμό.

Δεν έχω κάνει ποτέ διαλογισμό. Πώς είναι;
Συγκεντρώνεσαι στον εαυτό σου, στο σώμα σου, γειώνεσαι, ακούς την ανάσα, τις σκέψεις σου, παρατηρείς, μαθαίνεις το μυαλό σου, βλέπεις πόσο εύκολα φεύγει, πού δεν συγκεντρώνεται και κλείνεις με μία ευχή – για σένα και τους ανθρώπους γύρω σου. Είναι μια καθημερινή άσκηση για 10-15 λεπτά προτού ξεκινήσει η μέρα μου. Υπάρχουν μέρες που σέρνομαι για να το κάνω, αλλά με εξισορροπεί φοβερά γιατί ξυπνάω σαν τον τρελό… Νομίζω πως με την υπερκινητικότητα που χαρακτηρίζει τον τρόπο ζωής μας χάνουμε την ηρεμία που χρειάζονται το μυαλό και το σώμα μας. Είναι θέμα εξάσκησης και διάθεσης. Εγώ μυήθηκα τυχαία όταν βρέθηκα σε ένα κέντρο διαλογισμού σε ένα ταξίδι στο Μπαλί. Αν σου τύχει μία φορά να βρεις κάτι στο διαλογισμό, είναι συγκλονιστική εμπειρία και μετά ψάχνεις να την ξαναβρείς.

Στους φίλους σου τι εκτιμάς;

Την ειλικρίνεια. Tough love, δεν μπορώ να παίξω σε κανένα άλλο σύστημα. Θέλω να καταλαβαίνω ότι υπάρχει ένα δέσιμο και ότι επικοινωνούμε. Ακόμη κι αν έχουμε τελείως άλλη καθημερινότητα, κανένα κοινό, μπορούμε να είμαστε φίλοι. Βασικό είναι να υπάρχει αγάπη, να νιώθεις ήρεμος και ότι μπορείς να τους πεις τα πάντα.

Ενώ το 2018 και την περίοδο που γυριζόταν η σειρά της ΕΡΤ “Η ζωή εν τάφω” περιέγραφε στο Marie Claire…

Του ζητάω να σκεφτεί μια σκηνή στο βιβλίο που τον συγκινεί. «Η πιο ωραία σκηνή για μένα είναι στα χαρακώματα όταν ο ήρωας που υποδύομαι, ψάχνοντας απελπισμένος μέσα στο σκοτάδι κάτω από τους στους αμμόλοφους, σκίζει κατά λάθος ένα σάκο, βλέπει μια παπαρούνα, τον πιάνουν τα κλάματα και λέει “Θεέ μου, υπάρχεις ακόμα, σε βρήκα”». Ο Θεός βρίσκει πάντα έναν τρόπο να μπαίνει στις κουβέντες μας με τον Δημήτρη. «Από την εποχή μας λείπει η πίστη», σχολιάζει ο ίδιος. «Τη θρησκεία την έχουν διεκδικήσει οι θρησκόληπτοι, την πατρίδα οι εθνικιστές, οι πολιτικές ιδεολογίες έχουν καταρρεύσει, απελπισία σκέτη. Οι άνθρωποι χρειάζεται να πιστεύουν σε κάτι».

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below