Η εμμονή μου με την ορθογραφία μας έφερε αμέσως πιο κοντά, όπως μου εξήγησε τα τελευταία χρόνια γράφει επίτηδες το όνομά της με γιώτα. Για την ιστορία, η Γιασεμί Κηλαηδόνη πήρε το όνομα της γιαγιάς της Ιάσμης που καταγόταν από το μικρασιατικό Τσεσμέ και κατά πάσα πιθανότητα κληρονόμησε και τη ζεστασιά για την οποία φημίζονταν οι άνθρωποι των παραλίων· μου ζήτησε επί τόπου να της μιλάω στον ενικό, έσπασε με μιας τον πάγο και ανακουφισμένη ξεκίνησα να τη βομβαρδίζω με ερωτήσεις αρχικά για «Το Θαύμα της Άννυ Σάλιβαν» την παράσταση στην οποία πρωταγωνιστεί δηλαδή – που παρεμπιπτόντως τα πάει θαυμάσια από άποψη προσέλευσης κόσμου. Αβίαστα καταλήξαμε στον ρεαλιστικό ρόλο της ζωής της, αυτόν της μητέρας, στο μήλο που θέλοντας και μη έπεσε κάτω από τη μηλιά, αλλά και στους δικούς της γονείς, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη και την Άννα Βαγενά που της επέτρεψαν να είναι ο εαυτός της. Η Γιασεμί – όπως κι αν προτιμά να γράφεται στα χαρτιά.

Αρχικά θέλω να μου πεις λίγα λόγια για την παράσταση και κατ’ επέκταση για το ρόλο της Άννυ Σάλιβαν.
Είναι η πρώτη φορά στα 20 χρόνια μου στο θέατρο που ενσαρκώνω ένα υπαρκτό πρόσωπο, μια γυναίκα που έζησε το 1887. Τότε ήταν περίπου 22 ετών η Άννυ Σάλιβαν. Είναι ένας ρόλος που βασίζεται στο κομμάτι της θέλησης, της πίστης, της αυτοπεποίθησης, είναι ένα πολύ δυναμικό πρόσωπο. Υπήρξε και η ίδια τυφλή και όχι μόνο κατάφερε να το ξεπεράσει, αλλά και να γίνει η γυναίκα που δημιούργησε το θαύμα στο οποίο αναφέρεται ο τίτλος του έργου. Μπόρεσε με το πείσμα και την υπομονή της να μεταμορφώσει την Έλεν Κέλερ από αγρίμι, ένα τυφλό και κωφό παιδί σε μία από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του προηγούμενου αιώνα στην Αμερική. Αν δεν είχε βρεθεί η μία στον δρόμο της άλλης, αυτό το θαύμα δεν θα είχε συμβεί.

Έκανες υποθέτω μαθήματα νοηματικής γλώσσας;
Ναι, έκανα κάποιες συναντήσεις με έναν δάσκαλο για το δακτυλικό αλφάβητο και ευτυχώς δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο φανταζόμουν, ίσως επειδή όταν καταπιάνομαι με κάτι μ’ αρέσει να ασχολούμαι πολύ. Παράλληλα, επικοινώνησα με το ίδρυμα Perkins, το πρώτο ίδρυμα για ανθρώπους με μειωμένη όραση στην Αμερική και εκείνο που έστειλε την Άννυ Σάλιβαν στην οικογένεια Κέλερ. Η Σάλιβαν αλληλογραφούσε τους πρώτους μήνες με τον δάσκαλό της στο ίδρυμα, ο οποίος ήταν Έλληνας, ζητώντας τη στήριξη και τη γνώμη του. Μας έστειλαν αυτές τις επιστολές και ήταν για μένα ένα πολύ καθοριστικό σημείο για να μελετήσω καλύτερα τον ρόλο.

Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Και πολύ συγκινητικό φαντάζομαι.
Αυτό που λες, πάρα πολύ συγκινητικό. Πιάνεις το αυθεντικό νήμα της ιστορίας. Διαβάζεις πράγματα που έχει γράψει αυτή η κοπέλα 200 χρόνια πριν πάνω στην προσπάθειά της να βγάλει το παιδί από το σκοτάδι και να το οδηγήσει στο φως, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Μπόρεσε να μιλήσει, να γράψει, να γίνει μία πεφωτισμένη προσωπικότητα που έγραψε βιβλία, έδωσε διαλέξεις, αφιέρωσε τη ζωή της μιλώντας για τους ανθρώπους με αναπηρίες, φοίτησε σε πανεπιστήμια.

Τρομερό που ο δάσκαλος ήταν Έλληνας.
Ήταν Ηπειρώτης, καταγόταν από το Πάπιγκο. Το όνομά του ήταν Μιχάλης Ανάγνος. Την καθοδήγησε, γιατί πέρασε κι αυτή από πολλές αμφιβολίες για το πώς θα μπορέσει να βοηθήσει αυτό το παιδί. Έτσι, η Σάλιβαν σεβάστηκε την προσωπικότητα του κοριτσιού -γιατί ουσιαστικά το έργο μιλάει και για τον ρόλο του εκπαιδευτικού- λέει μία πάρα πολύ ωραία φράση μέσα στο έργο: «Πρέπει να καταφέρω να την κάνω να πειθαρχήσει χωρίς να φυλακίσω το πνεύμα της».

Πιστεύεις πως κάποια πράγματα «είναι για να γίνουν;»
Πιστεύω απόλυτα σε αυτό που λες. Εντάξει, συν Αθηνά και χείρα κίνει, χρειάζεται και προσωπική βούληση, αλλά κάποια πράγματα όπως το είπες, είναι για να συμβούν. Αυτές οι δύο γυναίκες ήταν γραφτό να συναντηθούν.

Έχεις ζήσει αντίστοιχες καταστάσεις που σε κάνουν τόσο σίγουρη;
Είμαι πολύ τυχερή π.χ με τη σχέση μου με τον σύντροφό μου που είναι και πατέρας του παιδιού μου, έχω μία κόρη τριών χρόνων. Νομίζω πως με τον Γιάννη ήταν γραφτό, ήταν καρμικό να συναντηθούμε. Επίσης, αισθάνομαι πως τα παιδιά με κάποιον τρόπο επιλέγουν σε ποια οικογένεια θα γεννηθούν. Είναι κάπως μεταφυσικό αυτό που λέω, αλλά το έχω σκεφτεί αρκετά. Και η οικογένεια διαμορφώνει το παιδί προφανώς, αλλά τα παιδιά δεν έρχονται τυχαία στους γονείς που έρχονται. Το βίωσα κι εγώ ως παιδί της συγκεκριμένης οικογένειας που έχω την απίστευτη τύχη να είμαι παιδί του Λουκιανού και της Άννας, αλλά βλέπω και το δικό μου παιδί να μεγαλώνει και σκέφτομαι ότι πάντα ένα τέτοιο παιδί ονειρευόμουν να έχω. Αυτή είναι μια δική μου θεωρία…

Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Δεν ξέρω βέβαια πώς ακούγεται αυτό σε εκείνους που έχουν βιώσει δύσκολες καταστάσεις.
Το αναγνωρίζω, δεν είναι όλα ιδανικά. Θυμάμαι στο σχολείο, μία φράση ενός παιδαγωγού ότι «η κάθε οικογένεια έχει τον έφηβο που της αξίζει». Αυτό δε σημαίνει ότι αφηνόμαστε σε ό,τι λέγεται μοίρα ή τύχη. Ο καθένας πάντως, αν θέλει να βρει την άκρη του θα τη βρει.

Ποια στοιχεία των γονιών σου έχεις υιοθετήσει κι εσύ στον τρόπο διαπαιδαγώγησης της κόρης σου;
Τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη στο παιδί -σου θυμίζω τη φράση της Σάλιβαν. Αυτά τα είχαν πολύ έντονα και οι δύο γονείς μου. Έβλεπαν τα παιδιά τους σαν ξεχωριστές οντότητες, φυσικά μετέδωσαν τα πιστεύω τους αλλά μας άφησαν να αναπτυχθούμε ανεξάρτητα από αυτούς. Υπάρχουν γονείς πολύ παρεμβατικοί και ευνουχιστικοί απέναντι στα παιδιά τους. Θέλει δουλειά να μην κάνεις τις δικές σου προβολές πάνω στα παιδιά σου.

Μεγαλώνοντας επίσης, συχνά γινόμαστε οι γονείς μας, είναι ένα είδος παγίδας.
Είναι και πολύ μεγάλη παγίδα και μεγάλη αλήθεια. Εγώ γίνομαι και ο μπαμπάς μου και η μαμά μου, χρειάζεται πολλή δουλειά με τον εαυτό μας. Μπορεί κάποιος να μην κάνει παιδιά και να είναι εξίσου ευτυχισμένος, όμως οφείλει να το δουλέψει αυτό το κομμάτι. Τους κατανοούμε μεγαλώνοντας, χωρίς να σημαίνει ότι συμφωνούμε μαζί τους. Εγώ ας πούμε τώρα τη μητέρα μου την καταλαβαίνω, κάτι που πάντα μου ακουγόταν πολύ cliche. Ή αντίστοιχα στην Άνι Σάλιβαν που ως ρόλος έχει μητρική χροιά διακρίνω μία πολύ μεγάλη ευαισθησία ταυτόχρονα με μία μεγάλη σκληρότητα, τις έχω κι εγώ. Βλέπω ότι στη Μαρίνα είμαι και πάρα πολύ τρυφερή μαζί της, αλλά υπάρχουν φορές που με επιμονή προσπαθώ να της δείξω κάτι. Εσύ έχεις παιδιά;

Δεν έχω παιδιά, όχι.
Την αντιστοιχία όμως με τη μαμά σου τη βλέπεις;

Πολύ έντονα! Και δικαιολογώ συμπεριφορές εννοείται. Αν κάνω παιδιά όμως, φοβάμαι! (γέλια)
Το ότι το συνειδητοποιείς ήδη είναι ένα μεγάλο βήμα. (γέλια) Το ότι αναγνωρίζεις τη μητέρα σου σε κάποιες συμπεριφορές είναι κλασσικό, μη φοβάσαι! Θα κάνεις κάποια, δεν θα τα κάνεις όλα… Θα κάνεις άλλα, δικά σου και το παιδί σου μετά θα λέει «έγινα σαν τη μαμά μου κι εγώ» και θα διαιωνιστεί η ίδια ιστορία… (γέλια)

Στη συμπεριφορά σου ποια στοιχεία αναγνωρίζεις ότι είναι του πατέρα σου και ποια της μητέρας σου;
Ευτυχώς έχω το χιούμορ του Λουκιανού που ήταν χαρακτηριστικό του, την τελειομανία και την πειθαρχία, ενώ από τη μητέρα μου… Έχει ένα πάθος απέναντι στα πράγματα και αντίστοιχα κι εγώ όταν καταπιάνομαι με κάτι παθιάζομαι, αγαπώ πολύ τα ταξίδια και τη δουλειά μου όπως κι εκείνη.

Κι από τα αρνητικά τους;
Νομίζω έχω το πείσμα τους, αλλά είναι και για καλό αυτό. Βέβαια, καταλαβαίνεις, ενέχει και κάποιον εγωισμό, αλλά νομίζω πως οι καλλιτέχνες γενικά δε γλιτώνουν εύκολα από αυτό. Κυρίως δικά μου αρνητικά έχω, από μόνη μου.

Τα οποία είναι;
Αυτή η τελειομανία που λέγαμε, τείνει να φαίνεται ως εμμονή. Ο καλός μου λέει επίσης ότι γκρινιάζω πολύ, αλλά οφείλεται στο ότι δεν είμαι εύκολα ευχαριστημένη με κάποια πράγματα. Εκείνος το λέει χαριτολογώντας.

Μεγαλώνοντας σε τί έχεις γλυκάνει;
Η μητρότητα με γλύκανε σίγουρα σε σχέση με το πως αντιλαμβάνομαι συμπεριφορές γύρω μου. Είμαι πιο ελαστική αναφορικά με κάποιες προτεραιότητες που είχα στη ζωή μου… Και με τον εαυτό μου έχω γλυκάνει. Τον καλοπιάνω περισσότερο, ειδικά από όταν βίωσα την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα, γιατί εκτός από πλούσια, είναι απαιτητική περίοδος.

Φωτο: Αν. Σιμόπουλος

Δεν αυτομαστιγώνεσαι δηλαδή τόσο.
Ναι και έχω περισσότερη υπομονή απέναντι στα πράγματα για το πότε και αν θα συμβούν. Έχει να κάνει πια και με την ηλικία, είμαι 42 χρόνων και βλέπω ότι κάποια από αυτά μπορεί και να μη γίνουν. Δεν έχω ούτε την ίδια απογοήτευση ούτε την ίδια αγωνία όπως δέκα χρόνια πριν.

Μεγάλο προσόν η στωικότητα.
Στη μαθαίνουν τα παιδιά. Προχθές το συζητούσα με μια φίλη μου. Είναι ένα τεράστιο μάθημα που παίρνεις, γιατί τη χρειάζεσαι οπωσδήποτε απέναντί τους.

Οι γονείς σου είπες ότι δεν ήταν παρεμβατικοί. Ωστόσο, ήταν και είναι σαρωτικές προσωπικότητες. Πόσο δύσκολο ήταν να διεκδικήσεις και να κατακτήσεις τον δικό σου χώρο στο καλλιτεχνικό στερέωμα;
Ήρθε με τον χρόνο, δε γινόταν να συμβεί αμέσως. Κάθε καλλιτέχνης χρειάζεται τον χρόνο του, πόσω μάλλον όταν είναι παιδί επώνυμων γονιών, με όση αμφισβήτηση μπορεί να δέχεσαι από τον χώρο και το κοινό. Παίρνει χρόνο αυτή η ιστορία.

Έχει τελειώσει όμως;
Αυτό που βλέπω στα 20 χρόνια που δουλεύω είναι ότι πρόκειται για αντίστροφη πορεία. Αυξάνει περισσότερο στους ανθρώπους του σιναφιού, για τον κόσμο δεν έχω καμία αμφιβολία ότι με έχει αποδεχτεί. Δεν είναι εύκολος ο χώρος του θεάτρου στο να αποδεχτεί κάποιον, και όσο καλύτερα πηγαίνει τόσο δυσκολότερο γίνεται. Δεν το έχω ανάγκη όμως να σου πω την αλήθεια. Πατάω γερά στα πόδια μου, πάνε καλά τα πράγματα που επιλέγω , έχω αποδείξει στον εαυτό μου όσα ήθελα και έτσι δε με ενδιαφέρει πια αυτή η ιστορία.

Πώς το είχες βιώσει στην αρχή;
Το περίμενα, δεν ήμουν ένα παιδί που δεν προερχόταν από καλλιτεχνική οικογένεια και απλώς θα ασχολούνταν με το θέατρο. Ήξερα τι σημαίνει και η δυσπιστία και η σκληρότητα και πόσο γερά νεύρα χρειάζονται για να γίνεις ηθοποιός. Κάποιες στιγμές απογοητευόμουν, αλλά αναγνώριζα πως ήταν κομμάτι της διαδικασίας. Δυστυχώς.

Λογικά έχεις κουραστεί να σε ρωτάνε για τον πατέρα σου.
Ναι και χαίρομαι που δε με ρώτησες τα κλασσικά μέχρι τώρα. Δεν είναι ακριβώς ότι έχω κουραστεί… απλώς ναι, μπορείς να κάνεις αναφορά σε εκείνους, αλλά νομίζω πως είναι πολλά τα χρόνια στα οποία έχω δουλέψει και άρα κάπως χαζό να μένει κάποιος μόνο εκεί. Αν κάποιος κάτσει και διαβάσει συνεντεύξεις μου -όχι ότι είμαι καμιά τρομερά σπουδαία προσωπικότητα με άπειρες συνεντεύξεις- είναι βαρετό να βλέπει κανείς την ερώτηση «πώς αισθάνεσαι που είσαι παιδί του Λουκιανού και της Άννας», «πώς αισθάνεσαι που παίζεις με τη μαμά σου στη σκηνή». Το καταλαβαίνω για τα πρώτα δύο τρία χρόνια, αλλά φαντάζομαι πως κι ο αναγνώστης προτιμά να μάθει κάτι που δεν ξέρει ήδη, για τη μητρότητα και τις σχέσεις για παράδειγμα που λέγαμε μαζί πιο πριν.

Οι τετριμμένες ερωτήσεις, αντίστοιχες απαντήσεις φέρνουν.
Πρόσφατα συζητούσα το εξής: Ένα παιδί δικηγόρων ή γιατρών εξυπακούεται και θεωρείται φυσικό να ακολουθήσει το επάγγελμα των γονιών του. Δεν είναι; Ένα παιδί ηθοποιού γιατί μας εκπλήσσει και το βλέπουμε με επιφύλαξη; Το έχει αναρωτηθεί αυτό ποτέ κανείς; Το φαρμακείο ας πούμε συνήθως το παίρνει το παιδί. Εγώ γιατί να μη γίνω ηθοποιός που είναι η μαμά μου, τι μας ξεχωρίζει;

Και γιατί θα πρέπει να επισκιάζεσαι απαραίτητα από αυτούς;
Μα ναι. Το 90% των γιατρών που ξέρω, οι γονείς τους έκαναν το ίδιο επάγγελμα. Εκεί γιατί δεν είναι περίεργο;

Ο αντίλογος θα έλεγε πως τίθεται θέμα πήχη που έχουν θέσει πολύ ψηλά οι δικοί σου, στο δικό του χώρο έκαστος.
Αυτό θα έπρεπε να απασχολεί εμένα, όχι αυτούς όμως. Εφόσον ήταν δική μου απόφαση να ασχοληθώ, ανεξάρτητα από τους δικούς μου δηλαδή.

Φωτογραφία: Χριστίνα Δενδρινού

Οι γονείς σου στο μεταξύ, έθεσαν ψηλά τον πήχη και αναφορικά με τη σχέση τους που διήρκεσε σχεδόν 5 δεκαετίες.
Ναι, 45 χρόνια ήταν μαζί. Είδες πως συνδέονται όλα πολύ ωραία στην κουβέντα μας; Γι’ αυτό σου είπα για το καρμικό πριν, γιατί με κάποιο τρόπο ήμουν τυχερή· είμαι 16 χρόνια με τον Γιάννη και είμαι 42 χρόνων, είναι μεγάλη σχέση για τόσο νέα άτομα. Έχει έρθει έτσι και σε μένα.

Πώς γνωριστήκατε;
Είναι μηχανολόγος και μουσικός επίσης (παίζει κοντραμπάσο), τον γνώρισα γιατί συνεργαζόταν αρκετά χρόνια με τον Λουκιανό. Ήταν σε μία μπάντα που λεγόταν «Take The Money And Run» και παίζανε swing.

Μου κάνει εντύπωση που χρησιμοποιείς τα μικρά ονόματα των δικών σου.
Ναι, και μπαμπά μου, μπαμπούλη μου επίσης τον έλεγα τον Λουκιανό, αλλά το Λουκιανός είναι υπέροχο όνομα.

Δεδομένου του ότι οι γονείς σου ήταν ανέκαθεν πολύ μπροστά από την εποχή τους, τι έχεις δει από όσα σου έλεγαν να συμβαίνει όντως;
Κάτι που έλεγε πολύ συχνά ο μπαμπάς μας και σε μένα και στη Μαρία -εκείνη είναι τραγουδοποιός- είναι ότι σε όλες τις εποχές υπήρχαν δυσκολίες. Το ευρύ κοινό μπορεί να μην αναγνώριζε αμέσως πράγματα που δεν ήταν πολύ εμπορικά, φαντάσου ότι το έλεγε αυτό ο Λουκιανός (!). Πάντα θεωρούσε τον εαυτό του outsider. Υπήρχε μία «μειοψηφία» καλλιτεχνών που όμως έβρισκε στήριξη από συγκεκριμένο κοινό.

Το έλεγε εκείνος που έκανε το πάρτι στη Βουλιαγμένη όπου γινόταν χαμός!
Σίγουρα δεν το περίμενε. Ήταν απίστευτα ταπεινός και απλός ως το τέλος. Εν ολίγοις έλεγε ότι υπάρχει κοινό για όλους τους καλλιτέχνες, πάντα θα υπάρχει κόσμος που καταλαβαίνει και ακούει. Το οποίο είναι πολύ παρήγορο αν το σκεφτείς. Και προφητικό με τόση πληθώρα δημιουργίας που υπάρχει.

*Η Γιασεμί Κηλαηδόνη πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Το Θαύμα της Άννυ Σάλιβαν» σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη στο Θέατρο Μεταξουργείο (Ακαδήμου 14, τηλ.: 210 5234382, Πα-Κυ)