Συνέντευξη στον Θανάση Διαμαντόπουλο

Όταν έπαιζε μπάσκετ ως μαθήτρια του κολλεγίου Ανατόλια στη Θεσσαλονίκη, η Λυδία Καλλιπολίτη ίσως να μη φανταζόταν ότι θα γινόταν επίκουρη καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Cooper Union στη Νέα Υόρκη και περιζήτητη συγγραφέας βιβλίων όπως The Architecture of Closed Worlds (Lars Muller Publishers, 2018), The History of Ecological Design (Oxford English Encyclopedia of Environmental Science, 2018), ή ότι θα έβλεπε τα έργα της στην Μπιενάλε της Βενετίας, στην Μπιενάλε Design της Κωνσταντινούπολης, στην Μπιενάλε της Σεντσέν ή στο μουσείο Design του Λονδίνου. Τώρα είναι μαζί με τον Ora Ito, τον Roberto Palomba (Palomba Serafini Associati), την ακαδημαϊκό Σοφία Βυζοβίτη, τον Tom Lindblom (Gensler), τη Μαριάνθη Τατάρη (UN studio) και τη Μάρθα Τσιγκάρη (Foster+Partners) στην κριτική επιτροπή του διεθνή διαγωνισμού ιδεών Pandemic Architecture, που διοργανώνει ο Βασίλης Μπαρτζώκας, ιδρυτής της εταιρείας Design Ambassador και του site Archisearch.gr.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below


Η ίδια, εξηγώντας τη συμμετοχή της στον τεράστιας διεθνούς απήχησης διαγωνισμό, στον οποίο έκανε αφιέρωμα το BBC, ανάμεσα σε άλλα διεθνή Μέσα, μας είπε από το σπίτι της στη Νέα Υόρκη όπου βρισκόταν σε καραντίνα: «Υποστηρίζω το διαγωνισμό για πολλούς λόγους. Ο πρώτος και σημαντικότερος είναι ότι αυτή η πραγματικότητα θα ορίσει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο για πολύ καιρό. Δεν είναι κάτι που βιώνουμε και θα φύγει, ενώ μετά θα επιστρέψουμε στην “κανονικότητα”. Θα αφήσει ανεξίτηλο αντίκτυπο στον τρόπο που βιώνουμε το χώρο, τις σχέσεις μας με τους άλλους, αλλά και στο πώς θα συνευρισκόμαστε. Πέρα από την εκτίμηση που έχω για τον διοργανωτή του, τον Βασίλη Μπαρτζώκα, επέλεξα να συμμετέχω ως κριτής, επειδή η πραγματικότητα της πανδημίας άλλαξε δραστικά την κανονικότητα με ακαριαίο τρόπο εντός μερικών ημερών. Αντιθέτως, το εξίσου σημαντικό πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής, για το οποίο υπάρχουν ακτιβιστές επιστήμονες και συνειδητοποιημένοι πολίτες μάχονται για δεκαετίες, δεν είχε αντίστοιχη απήχηση! Αναρωτιέται λοιπόν κανείς για ποιο λόγο η πανδημία άλλαξε τόσο άμεσα την καθημερινότητά μας και τον τρόπο με τον οποίο κινούμαστε και βιώνουμε τον κόσμο. Την κλιματική αλλαγή τη βλέπουμε σαν κάτι αφηρημένο σαν κάτι που διαμεσολαβείται και δεν αφορά την υλική υπόσταση και το σώμα -την υγεία- του καθενός. Αυτή η αμεσότητα που είχε η πανδημία στην αντίδραση των χωρών και των κυβερνήσεών τους είναι κάτι που με ενδιαφέρει πολύ. Γιατί με την κλιματική αλλαγή δεν έγινε κάτι τέτοιο».

Πέρα από τη διαπίστωση και την ανάλυση του φαινομένου, η Ελληνίδα ακαδημαϊκός και συγγραφέας προτείνει και λύσεις για την «επόμενη μέρα» που δεν αφορούν μόνο τις αραιοκατοικημένες περιοχές των προαστίων αλλά και τις πόλεις: «Στη συζήτηση άμεσων χωρικών μέτρων που αναμένεται να ληφθούν κυριαρχεί η ιδέα της αποστασιοποίησης και της αποπύκνωσης της πόλης. Νομίζω ότι η αποφυγή της πυκνότητας, παρ’ όλα αυτά, δεν αποτελεί τη μοναδιαία λύση. Σε ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένες πόλεις στην Ασία η μετάδοση της πανδημίας παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα, γεγονός που αποδεικνύει ότι τα πρωτόκολλα επικοινωνίας και επαφής και η κοινωνική συνοχή παίζουν καθοριστικό ρόλο, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από την εξασφάλιση της απόστασης μέσω του κτισμένου χώρου. Εξάλλου, η ιδέα της ουτοπικής πράσινης πόλης και της αποαστικοποίησης οδήγησε στην πολιτισμικά αποπνικτική διεύρυνση των προαστίων που λίγοι αγαπούν. Νομίζω πως το θέμα του σχεδιασμού χώρων θα ήταν πιο προσοδοφόρο να εστιαστεί στην επανεφεύρεση του ορίου μεταξύ του έξω και του μέσα. Είδαμε πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξαν τα μπαλκόνια, οι εξώστες, τα κατώφλια, τα περβάζια και όλο το εύρος των ενδιάμεσων χώρων που μπορεί κανείς να κατοικήσει ανάμεσα στο τι ορίζουμε ως εσωτερικό ή εξωτερικό χώρο. Η προετοιμασία απολύμανσης πριν από την είσοδο στο σπίτι από έξω μετέτρεψε τους διαδρόμους και τις εισόδους σε airlocks διαστημοπλοίων. Ετσι καλούμαστε χωρικά να προσδώσουμε αξία σε αυτούς τους ενδιάμεσους χώρους, που λόγω κέρδους (διότι είναι εκτός τετραγωνικών μέτρων προς πώληση) αμελήσαμε να σχεδιάσουμε».

Η πόλη που ποτέ δεν κοιμάται
Η πανδημία βρήκε τη Λυδία στη Νέα Υόρκη που πλέον θρηνεί από τον κορωνοϊό περισσότερες απώλειες και από την εποχή του πολέμου του Βιετνάμ. Σύμφωνα με την ίδια, η υγειονομική κρίση του κορωνοϊού αποκάλυψε κάποιες αδυναμίες της κοινωνίας της παγκόσμιας μητρόπολης που μπορεί να αγαπά, αλλά αυτό δεν της στερεί την κριτική ματιά απέναντί της: «Την αγαπώ βαθιά αυτή τη χώρα, αλλά έχει κάποια στοιχεία, όπως την απουσία της κοινωνικής ευθύνης, τον άκρατο ατομισμό, την πίστη στο μύθο του νεοφιλελευθερισμού και τη γενικότερη κουλτούρα της ιδιωτικότητας, τα οποία αναδείχθηκαν ως μέγιστα προβλήματα τώρα στην πανδημία. Γι’ αυτό η Νέα Υόρκη έγινε τόσο γρήγορα το επίκεντρο της πανδημίας. Διότι οι άνθρωποι δεν ακολουθούν κοινωνικά πρωτόκολλα, κανόνες, υπάρχει μια πεποίθηση ότι “αυτό δεν αφορά εμένα”, ενώ μας αφορά όλους. Αυτή η κουλτούρα της απουσίας συνοχής σε κοινωνικές ενότητες είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα στην πανδημία. Η Αμερική συγκεντρώνει τα καλύτερα και τα χειρότερα. Εχει κορυφαίους διακεκριμένους επιστήμονες από τη μία και από την άλλη ψηφοφόρους του Τραμπ που οπλοφορούν και εκθειάζουν την κουλτούρα της αυτονομίας και της απουσίας κοινωνικών θεσμών και παροχών. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία 20 χρόνια που ζω στην Αμερική, είμαι στην Ανατολική Ακτή, στον άξονα Βοστόνης – Ουάσινγκτον, ένα μέρος που συγκεντρώνει ένα πιο καλλιεργημένο, συνήθως, κομμάτι του πληθυσμού. Εδώ σε αυτό το κομμάτι της Αμερικής το 2016, όλοι αναρωτιόνταν με άρνηση ποιοι ήταν αυτοί που ψήφισαν τον Τραμπ. Δεν βιώνεις εύκολα στην Αμερική ποιοι είναι οι διαφορετικοί από εσένα. Υπάρχουν πολύ έντονες συζητήσεις για το diversity, αλλά συνήθως οι συζητήσεις αυτές αφορούν ένα οπτικό φαινομενικό επίπεδο πολιτικής ορθότητας». Γι’ αυτό, πέρα από την οικογένειά της, η Ελληνίδα ακαδημαϊκός και αρχιτέκτονας θεωρεί πως το μεγαλύτερο της επίτευγμα στην Αμερική είναι το γεγονός ότι ρίζωσε σε έναν ξένο τόπο. Η ίδια δίνει κάποια συμβουλές σε αυτούς που θα ήθελαν να κάνουν το ίδιο: «Για να ριζώσεις σε έναν καινούριο τόπο χρειάζεται θετική ενέργεια, να πιστεύεις στον εαυτό σου. Είναι πολύ σημαντική η συναισθηματική νοημοσύνη με την οποία προσεγγίζεις το προσωπικό σου project. Δεν χρειάζεται να βάλεις στο μυαλό σου ότι θα κάνεις κάτι σπουδαίο, αλλά να πιστεύεις σε αυτό που κάνεις, στο αντικείμενό σου. Ετσι, αν εισπράξεις μια απόρριψη δεν θα σταματήσεις να το κάνεις και η επιμονή αυτή θα ανοίξει άλλες πόρτες. Υπάρχουν πολλοί δρόμοι για να κάνεις αυτό που θέλεις, δεν είναι μόνο ένας. Η ανάγκη πολλών ανθρώπων να γίνουν σπουδαίοι δεν με αφορά. Αν αυτό που κάνεις πηγάζει ως εσωτερική ανάγκη, ξεκινάς από άλλη αφετηρία. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Να πιστεύεις στο αντικείμενο της μελέτης σου, στην προσφορά που ενδέχεται αυτό το έργο να έχει σε ένα ευρύτερο κοινωνικό σύνολο και στην ευρηματικότητα να βρίσκεις διαφορετικούς δρόμους για να πετύχεις μεταβαλλόμενους στόχους».

DCIM100MEDIADJI_0064.JPG

Κάποτε Στην Αμερική
Η Λυδία Καλλιπολίτη γνώρισε την Αμερική από τους καθηγητές του Ανατόλια αλλά και τα αγγλόφωνα λογοτεχνικά έργα. «Στο σχολείο, παράλληλα με το μπάσκετ, διάβαζα με πάθος αγγλική λογοτεχνία. Με προτροπή των τότε καθηγητών μου διάβαζα Γουίλιαμ Γκόλντινγκ, Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ, Βιρτζίνια Γουλφ, Τενεσί Γουίλιαμς και Χένρι Ντέιβιντ Θορό. Ερωτεύτηκα την αγγλόφωνη λογοτεχνία και στο μυαλό μου μυθοποίησα τα μεγάλα αμερικάνικα πανεπιστήμια. Ετσι άρχισα να επιθυμώ να ανήκω κάποτε σε ένα ακαδημαϊκό χώρο όπου θα συνευρισκόμουν με μια ομάδα ανθρώπων που δεν θα μπορούσα να βρω στην Ελλάδα. Επειδή δεν είχα την οικονομική δυνατότητα για προπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό, έβαλα στόχο από το δεύτερο έτος του Πολυτεχνείου να πάω στην Αμερική. Δούλεψα σκληρά και ήμουν τυχερή: με δέχτηκαν με υποτροφία σε μεταπτυχιακό του MIT. Μετά ακολούθησε το διδακτορικό στο Πρίνστον και το ένα οδήγησε στο άλλο… Επιβίωσα δύσκολα για πολλά χρόνια, αλλά τελικά κατάφερα να φτιάξω τις δικές μου ρίζες σε έναν ξένο τόπο, χωρίς να έχω κάποιο backup».
Αυτό που τη διασκεδάζει να αφηγείται είναι ότι της άρεσε να τρυπώνει σαν τυφλοπόντικας στις βιβλιοθήκες και ήθελε να παίζει μπάσκετ μέχρι που η ζωή ανέτρεψε τα σχέδιά της: «Αγαπούσα πολύ το μπάσκετ και ήθελα να ασχοληθώ επαγγελματικά με τον αθλητισμό. Εβλεπα το γήπεδο σαν ένα πεδίο που μπορείς να σχηματοποιήσεις μια στρατηγική. Ημουν πολύ καλή παίκτρια. Επαιζα σε ομάδα όταν ήμουν μαθήτρια Λυκείου. Και ήμουν πολύ αφοσιωμένη στο άθλημά μου και στην πειθαρχία που απαιτούσε. Να σηκώνομαι το πρωί, να κάνω τις ασκήσεις μου, να ασχολούμαι με την τεχνική, να ασχολούμαι με το παιχνίδι σαν ένα δημιουργικό κατασκεύασμα με πολλά κινούμενα σώματα στο χώρο. Ως παιδί ήμουν δεμένη με αυτό τον τρόπο ζωής. Μέχρι που στα 16 μου έσπασα το πόδι μου σοβαρά και βρέθηκα στην ανάγκη να ακινητοποιηθώ – όπως τώρα με την καραντίνα.

Και σε εκείνη τη φάση, λοιπόν, έπρεπε να βρω άλλα πράγματα να ασχοληθώ. Τότε συνειδητοποίησα ότι είμαι καλή στα μαθηματικά και στη λογοτεχνία. Με μάγεψαν βιβλία όπως οι Αόρατες πόλεις του Ιταλο Καλβίνο, είναι το έργο που διαβάζουν όλοι οι αρχιτέκτονες. Ετσι η είσοδός μου στο χώρο της Αρχιτεκτονικής ήταν κατά κάποιο τρόπο τυχαία. Βέβαια ήταν η μαμά μου αρχιτέκτονας και γι’ αυτό το λόγο είχα απορρίψει το επάγγελμα της. Αλλά επειδή ήμουν καλή στα Μαθηματικά και στις Φυσικές Επιστήμες έδωσα εξετάσεις, πέρασα και μετά στη σχολή είδα ότι είναι ένα καταπληκτικό παιχνίδι όπως είναι τα σώματα στο χώρο…». Τη Λυδία δεν την ενδιέφερε ο πρωταθλητισμός ως αυτοσκοπός. Της άρεσε πάντα η δημιουργία και η πειθαρχία. Μου επισήμανε μάλιστα σχετικά: «Το χειρότερο πράγμα που μπορεί να μου συμβεί είναι να ακινητοποιηθεί το μυαλό και η ενέργειά μου. Οτιδήποτε κάνω, το να διαβάζω, να γράφω και να δημιουργώ, είναι μια ανάγκη επιβίωσης. Είναι ανάγκη μου να συγχρονιστώ με τον κόσμο γύρω μου και να μπορώ να προσφέρω κάτι που να έχει αξία, είτε αυτό είναι χώρος, είτε ένα κείμενο, είτε ένα εικαστικό έργο που να είναι σε συγχρονισμό με τα δρώμενα της πραγματικότητας. Οπότε σε αυτό το θέμα υπάρχει η ανάγκη επιβίωσης και όχι ματαιοδοξίας». Η Ελληνίδα αρχιτέκτονας οδηγήθηκε στο δρόμο της με πυξίδα το πάθος για το επιστημονικό αντικείμενο της. Αυτό της έδωσε το κατάλληλο οπλοστάσιο να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες και να χαράξει ένα δρόμο μη προδιαγεγραμμένο που δεν υπολόγιζε και δεν φανταζόταν. «Πολλά πράγματα μπορούν να επέλθουν λόγω απόκλισης ή αλλαγής πορείας από αυτό που αναμένεται από εσένα. Δεν ισχύει ότι όλοι οι μεγάλοι αρχιτέκτονες έπαιζαν με lego από 3 χρονών και έκαναν εκπληκτικές ζωγραφιές από τα 5. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο παράγοντας της τύχης επικρατεί ή ότι θα έπρεπε να επικρατεί, αλλά ότι η αποδοχή της απόκλισης από αυτό που αναμένεται από τον καθένα, η αποδοχή με θετική ενέργεια και στάση για τη ζωή ανοίγει νέους δρόμους, ανεξάντλητους και μαγευτικούς».

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below