“Έλα να δεις αυτή την παράσταση, είναι διαφορετική…”, ήταν τα λόγια που συνόδευαν την πρόσκληση για το θεατρικό έργο “Leopold ή κόβοντας τα δάχτυλα του κοινού” και κάπως έτσι βρέθηκα στο Faust και στην πρεμιέρα του. Η 28χρονη Μαίρη Ξένου, που έχει χαρακτηριστεί και ως “νέο αίμα του θεάτρου”, βρίσκεται στον πρωταγωνιστικό ρόλο και είναι ο λόγος που συστήνεται ακόμη πιο έντονα στο θεατρικό κοινό.

Με την ομάδα ex.anima,  μεταφέρουν στη σκηνή το έργο του Θανάση Τριαρίδη, το οποίο έχει ιδιαίτερη γραφή και σκοπός του είναι να “ξεβολέψει” το θεατή, ίσως και να τον κάνει να φύγει από το θέατρο αν δεν αντέξει τις αλήθειες που ειπώνονται. Γράφτηκε το 2016 και βασίζεται στην ιστορία του Λεοπόλδου του Β’, Βασιλιά του Βελγίου και εκούσια «ιδιοκτήτη» του Κονγκό για περισσότερο από δύο δεκαετίες.

Μέσα από το έργο, το οποίο συν-σκηνοθετούν η Μαρία Τσομπανάκου και η Βασιλική Κούλη, αποκαλύπτεται ένα από τα μεγαλύτερα- ίσως το πιο υποβαθμισμένο στη μνήμη, εγκλήματα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας στη Μαύρη Ήπειρο. Στόχος του, να κάνει γνωστές τις πράξεις του «σφαγέα του Κονγκό», αλλά και να ταρακουνήσει το κοινό. Το Κονγκό ήταν εκείνη την εποχή πλούσιο σε κοιτάσματα καουτσούκ το οποίο ήταν περιζήτητο, λόγω της εφεύρεσης του τροχού με συμπιεσμένο αέρα. Ανέθεσε την εκμετάλλευση του καουτσούκ σε ιδιωτικές εταιρείες με αντάλλαγμα να του χρηματοδοτήσουν τα σιδηροδρομικά έργα, ενώ δημιούργησε και την δική του ιδιωτική εταιρεία που χρειαζόταν επειγόντως πολλά εργατικά χέρια σκλάβων για την εξαγωγή του καουτσούκ.

Όποιος εργάτης δεν κατάφερνε να συλλέξει την απαιτούμενη ποσότητα καουτσούκ είχε ως ελάχιστη τιμωρία τα δέκα μαστιγώματα, με ένα ειδικό μαστίγιο από αποξηραμένο δέρμα ιπποπόταμου που το έκοβαν σε λωρίδες και ήταν τόσο δυνατό που άφηνε ανεξίτηλα σημάδια. Όσοι εξακολουθούσαν να μην είναι αποδοτικοί, δέχονταν μέχρι 100 τέτοια χτυπήματα που τους έστελναν στο θάνατο. Σε άλλες περιπτώσεις τους έκοβαν το ένα χέρι. Στα 23 χρόνια διακυβέρνησης του (1885-1908), ο Λεοπόλδος σφαγίασε πάνω από 10 εκατομμύρια Αφρικανούς, κόβοντας τα χέρια και τα γεννητικά τους όργανα. Τους μαστίγωναν μέχρι λιποθυμίας και πολλές φορές μέχρι θανάτου. Τους έκαιγαν και βίαζαν τις γυναίκες.

Για πόσο θα μένουμε άπραγοι; Μας αφορούν όλα αυτά τα εγκλήματα και αν όχι γιατί; Το «Leopold ή κόβοντας τα δάχτυλα του κοινού» δεν είναι μια συνηθισμένη παράσταση. Ο τέταρτος τοίχος σπάει και ο θεατής βρίσκεται προ των ευθυνών του. Δεν είναι καν μονόλογος, όπως φαίνεται, αλλά διάλογος, όπου η ηθοποιός (Μαίρη Ξένου) μαζί με το κοινό θ’ αναζητήσουν τις όποιες απαντήσεις. Κάποιες απαντήσεις η ταλαντούχα ηθοποιός, δίνει και στο Marie Claire.

Αν το κοινό μπορούσε να σε μάθει μέσα από τρία χαρακτηριστικά σου, ποια θα επέλεγες να πεις;

Θα έλεγα ότι είμαι ευαίσθητη, εσωστρεφής κι εργατική.

Μίλησέ μου για την θεατρική ομάδα ex.anima

Το ex.anima είναι λατινικός όρος και σημαίνει “από καρδιάς”, δεν εννοούμε όμως το όργανο, αλλά το συναίσθημα της καρδιάς. Αυτό που νιώθουμε. Η ομάδα ιδρύθηκε το 2017 κι αποτελείται από τρία κορίτσια: την Βασιλική Κούλη, την Μαρία Τσοπανάκου – oι οποίες σκηνοθετούν και το “Leopold”- κι εμένα. Αυτή είναι η δεύτερη δουλειά μας. Σπουδάζαμε μαζί και γνωριστήκαμε στη δραματική σχολή.

Η πρώτη σου αντίδραση όταν διάβασες το θεατρικό έργο “Leopold ή κόβοντας τα δάχτυλα του κοινού”, ποια ήταν;

Είπα ότι ένας λόγος που κάνω θέατρο, όπως ξέρω και όπως μπορώ, είναι επειδή η σκηνή σου δίνει βήμα και λόγο. Και με αυτό το έργο, έχω το βήμα που χρειάζομαι για να μιλήσω για την ανθρωπότητα, για το πόσο σημαντικό είναι να βοηθάει ο ένας τον άλλον, για την αγάπη… Πράγματα απλά που μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε στην καθημερινότητά μας, τα ξεχνάμε και χάνονται. Στα λόγια πολλά λέμε, στην πράξη το χάνουμε… Εμένα μ’ ενδιαφέρουν εκείνοι που δεν το χάνουν και προσπαθούν ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές τους, να έχουν ψηλά την αγάπη, που είναι το συναίσθημα που ενώνει τους ανθρώπους.

Από τότε που πρωταγωνιστείς στην παράσταση, έχεις αλλάξει πράγματα στην καθημερινότητά σου;

Κατά το διάστημα των προβών, αυτό που προσπάθησα και ήθελα να κάνω, ήταν να μετακινούμαι δίχως αυτοκίνητο, δίχως μηχανάκι, δίχως μεταφορικά μέσα. Δυστυχώς όμως συνηδειτοποίησα, ότι έτσι πως είναι η ζωή στην Αθήνα και με τα χρονικά περιθώρια που έχουμε, π.χ με τις 8 ώρες που αφιερώνουμε στη δουλειά και άλλες τόσες στον ύπνο, με τις μεγάλες αποστάσεις – ζω στα βόρεια και η δουλειά μου είναι στο κέντρο – είναι πολύ δύσκολο να το πετύχεις αυτό. Το δοκίμασα για λίγο και είδα ότι η καθημερινότητα δεν σου επιτρέπει να το κάνεις. Πολλές φορές είμαστε με την ομάδα στο αυτοκίνητο και σκεφτόμαστε, ότι “αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε πάνω στα χέρια των Κονγκολέζων”, το λέμε. Δεν έχουμε αυταπάτες ότι κάποιος θα δει την παράσταση και θα σταματήσει να χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του, καουτσούκ, αλλά επειδή το θέατρο είναι όνειρο, έτσι κι εμείς δεν παύουμε να ονειρευόμαστε ότι μπορούμε να πείσουμε κάποιον έστω και για λίγο να το δοκιμάσει. Ακόμη κι αυτό να μην κάνει, ας σκεφτεί την παράσταση περισσότερο κι ας κάνει άλλα πράγματα. Το έργο δεν μιλάει μόνο γι’ αυτό. Έχει κι άλλα μηνύματα πιο βαθιά.

Φοβήθηκες καθόλου για τις αντιδράσεις του κοινού;

Ειδικά πέρυσι, που ήταν το πρώτο ανέβασμα του έργου πιο πολύ. Είχαμε και κάποιες ακραίες αντιδράσεις… Φέτος αφαιρέσαμε και άλλάξαμε κάποια υβριστικά σημεία του συγγραφέα, γιατί είχαμε δεχτεί κάποιες επιθέσεις. Βέβαια γι’ αυτό είναι το θέατρο. Εμάς μας άρεσε πάρα πολύ αυτό που συνέβη σε μια παράσταση… Έφυγαν θεατές, κάποια άλλη κυρία διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτά που έβλεπε και που άκουγε… Αλλά αυτό είναι το θέατρο. Δηλαδή μακάρι αυτή η κυρία που σηκώθηκε όταν άκουσε αυτή την άσχημη κουβέντα, έτσι να κάνει κι έξω όταν βλέπει κάτι άδικο ή έναν συνάνθρωπό μας που έχει ανάγκη και μπορούμε να τον βοηθήσουμε. Γενικά πιο σοβαρά πράγματα. Η παράστασή μας δεν είναι οι βωμολοχίες του κειμένου, γι’ αυτό ακούγεται και το Ευαγγέλιο. Για μας είναι επιτυχία να φεύγουν οι θεατές, είναι δώρο. Ο κύριος Τριαρίδης έχει γράψει την παράσταση για να φεύγει κόσμος.

Αυτό που προσπαθούμε στην παράσταση είναι να βγάλει το κοινό τις μάσκες του, να δει λίγο καλύτερα τον εαυτό του και να κάνουμε μια κατάβαση στις ψυχές των θεατών, αλλά όχι ακριβώς μέσω της ψυχανάλυσης. Κι ας αναφέρω τη λέξη συνεδρία στην αρχή της παράστασης.

Δεν σου κρύβω ότι στο τέλος της παράστασης, μια γυναίκα αναρωτήθηκε: “είναι καλά αυτό το κορίτσι όταν πηγαίνει στο σπίτι της;” Είσαι καλά τελικά μετά από μια τόσο έντονη ερμηνεία;

Ναι… Νιώθω κάποιες φορές ότι θέλω λίγο χρόνο να το “ξεράσω” όλο αυτό από πάνω μου κι από μέσα μου. Όμως είμαι καλά και χαρούμενη, που μπορώ να βγαίνω πάνω στη σκηνή, να μιλάω και να λέω τέτοια λόγια και να βάζω τον κόσμο σε σκέψεις.

Τηλεόραση θα έκανες;

Θα το ήθελα πολύ. Μ’ αρέσει.

Πόσο δύσκολο είναι για έναν σχτικά νέο ηθοποιό, να ζει από το θέατρο στις μέρες μας;

Είναι δύσκολο, αλλά μπορεί να το καταφέρει. Θεωρώ ότι όποιος αγαπά κάτι και το βάλει στόχο, θα το καταφέρει. Οπότε όσες δυσκολίες κι αν υπάρχουν, θα τις ξεπεράσει και θα τις καταφέρει. Αυτά που λέω τα πιστεύω και τα λέω μέσα από την καρδιά μου.

Μία ακόμη παράσταση που θα μας πρότεινες για φέτος;

Αν και ο χρόνος μου είναι περιορισμένος γιατι εργάζομαι κι αλλού, εκτός της παράστασης, είδα το θεατρικό έργο  “Ρίττερ, Ντένε, Φος” του Τόμας Μπέρνχαρντ, στο Θέατρο Τέχνης και μ’ άρεσε πολύ.

 

*η παράσταση είναι ακατάλληλη για ανηλίκους