Από την Ελευθερία Γιαννούλη
Δύο ημέρες μετά τα εγκαίνια της έκθεσης «Νημάτων Ένδυμα» της σχεδιάστριας Denise Ελευθερίου στους χώρους της Νηματουργίας Μέντης – Αντωνόπουλος (ΝΗ.Μ.Α) του Μουσείου Μπενάκη έχω μαζί της τηλεφωνικό ραντεβού. Γεννημένη στην Αλεξανδρούπολη και μεγαλωμένη στην Κομοτηνή, η Denise Ελευθερίου διατηρούσε για χρόνια το ατελιέ της στη Θεσσαλονίκη, το οποίο πλέον έχει μεταφερθεί στο κέντρο της Αθήνας.
Με αφορμή αυτή την καλλιτεχνική πρωτοβουλία που φέρνει στο προσκήνιο τα προϊόντα του ΝΗΜΑΤΟΣ όπως τα κορδόνια, οι κλωστές, οι τρέσες που χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη για τα δημιουργήματα της Denise Ελευθερίου, συζητάμε για την χειροτεχνία, την παράδοση, τις γυναίκες και τη μόδα σήμερα.

Αρχικά, πώς προέκυψε η ιδέα για τη συγκεκριμένη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη;
Άκουγα χρόνια για το ΝΗ.Μ.Α και μέσα από τη δουλειά αλλά και από φίλους που γνώριζαν το έργο που κάνει το Μπενάκη και η κα. Βιργινία Ματσέλη. Εντυπωσιάστηκα όταν το 2021 ο γαλλικός οίκος Dior παρουσίασε στο Καλλιμάρμαρο δημιουργίες ντυμένες με υλικά από το ΝΗ.Μ.Α.
Το 2023 που έκανα τη μεταφορά της επαγγελματικής μου έδρας από την Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, κατευθείαν επισκέφθηκα το ΝΗ.Μ.Α. Άνοιξε η πόρτα και είδα τους αργαλειούς, τις τρέσες, τα κορδόνια που χρησιμοποιούμε εμείς οι σχεδιαστές συχνά στην δουλειά μας και μαγεύτηκα. Ήθελα να τους δώσω πρωταγωνιστικό ρόλο, να τα αξιοποιήσω σαν πρώτη ύλη. Έτσι κι αλλιώς συχνά στο επάγγελμα μου δημιουργούμε εμείς την πρώτη ύλη καθώς έτσι είναι που το ρούχο γίνεται μοναδικό και ιδιαίτερο.
Έκανα την αρχική πρόταση για την συγκεκριμένη ιδέα στην κα. Ματσέλη η οποία ήταν θετική. Καταθέσαμε έπειτα την πρόταση επισήμως στην ομάδα του Μουσείου Μπενάκη και την δέχτηκαν και εκείνοι με ενθουσιασμό. Είναι πολύ ωραίο που σαν χώρος είναι ανοιχτοί σε νέα πράγματα και έχουν τη διάθεση να αναδείξουν τη σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν. Δεν διατηρούν απλά την παράδοση αλλά την εξελίσουν.
Άρα ένα ένδυμα από τη στιγμή που πλέον παίρνει το ρόλο του εκθέματος σε ένα τέτοιο μουσείο μπορεί να θεωρηθεί τέχνη;
Η μόδα είναι μια μορφή εφαρμοσμένης τέχνης αλλά δεν είναι τέχνη με την παραδοσιακή έννοια, καθώς χρειάζεται να καλύψει ανάγκες. Το ρούχο πρέπει να φοριέται. Να είναι το σώμα άνετο να κινηθεί και φυσικά τα ρούχα που φτιάχνουμε, από την επιχειρηματική σκοπιά, πρέπει να είναι δελεαστικά προς τους επίδοξους αγοραστές ώστε να τα επιλέξουν. Η τέχνη δεν έχει τέτοιους περιορισμούς.
Σίγουρα τα συγκεκριμένα κομμάτια της έκθεσης έχουν πάρει καλλιτεχνική μορφή καθώς έχουν ιδιαίτερες και ασυνήθιστες τεχνικές πίσω από τη δημιουργία τους, αλλά ταυτόχρονα είναι «φορέσιμα». Μπορεί να είναι ελάχιστοι εκείνοι οι οποίοι θα έχουν να πάνε κάπου όπου θα χρειαστεί να ντυθούν με κάτι τέτοιο αλλά σαν ενδύματα αφήνουν το σώμα να κινείται, δεν το δεσμεύουν και είναι άνετα.
Ως σχεδιάστρια, υπάρχει κάτι που να σας συναρπάζει περισσότερο με το ΝΗ.Μ.Α και τη σχέση σας με αυτό;
Σίγουρα η ιστορία του, που συνεχίζει την παράδοση της χειροτεχνίας η οποία στον δυτικό κόσμο δυστυχώς αρχίζει να εκλείπει. Επίσης η ποιότητα των υλικών τους που είναι εξαιρετική και η ευρηματικότητα των σχεδίων. Θέλω επίσης να τονίσω την ποιότητα των βαφών του ΝΗΜΑΤΟΣ που είναι από τις καλύτερες σε παγκόσμιο επίπεδο. Λόγω επαγγέλματος έχω επισκεφθεί πολλά εργαστήρια με βαφές όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά μέχρι την Λατινική Αμερική και όλο τον κόσμο. Οι βαφές που έχει το ΝΗ.Μ.Α είναι πραγματικά υψηλοτάτου επιπέδου. Δεν είναι τυχαίο που έχει αναγνωριστεί και από σχεδιαστές του εξωτερικού όπως ο Jean-Paul Gaultier και η Hermès με τους οποίους συνεργάζονται.
Είναι ένας χώρος παραγωγής υλικών που πρέπει να τον μάθουν οι δημιουργοί, γιατί εκεί μέσα μπορούν να γίνουν μικρά θαύματα. Επίσης να πω ότι το ΝΗ.Μ.Α δεν συνεργάζεται μόνο με δουλειές μόδας αλλά δίνει υλικά και σε εταιρείες που ασχολούνται με τη διακόσμηση προμηθεύοντας τους, για παράδειγμα, κορδόνια για κουρτίνες, για καναπέδες ή και πολύ καλές φούντες.
Είναι η χειροτεχνία ένα σημείο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς που είχαμε αγνοήσει; Γενικά τείνουμε να ξεχνάμε την κουλτούρα μας ή είναι κάτι που βλέπετε να το κουβαλάμε περήφανα;
Η χειροτεχνία στην Ελλάδα έχει τεράστια ιστορία ανά τους αιώνες, ακόμα και στους αρχαίους χρόνους, το Βυζάντιο κλπ.
Τις τελευταίες δεκαετίες είχαμε ξεχάσει και παραγκωνίσει την παράδοσή μας γιατί γοητευτήκαμε από τον δυτικό τρόπο παραγωγής, αλλά τώρα υπάρχει ξανά μια παγκόσμια στροφή προς την χειροτεχνία. Μέσα στη κρίση, ελληνικά brands εμπνεύστηκαν και βασίστηκαν στην ελληνική παράδοση διότι κατάλαβαν ότι εκεί είναι η ταυτότητά μας.
Τώρα, με την εξέλιξη της τεχνολογίας και το πώς θα επηρεάσει την παραγωγή θα υπάρχουν δύο κατευθύνσεις. Αφενός, η μία θα είναι η μόδα η οποία θα εξελίσσεται και θα τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και είναι ένα ερώτημα το πόσοι θα μπορέσουν να ακολουθήσουν αυτές τις αλλαγές. Αλλά, θα υπάρχει και μια πιο αργή ταχύτητα, αυτή της χειροτεχνίας, γιατί πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν το πιο ιδιαίτερο. Μπορεί να είναι ένα μικρό κοινό και ένα χαμηλότερο ποσοστό ανθρώπων αλλά στην ιστορία της μόδας πάντα βρίσκονται εκείνοι που αναζητούν την ιστορία και την υψηλή ποιότητα σε αυτά που φοράνε. Σκεφτείτε μόνο ότι μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσα στα ερείπια της Ευρώπης, ο Dior λάνσαρε το ‘’New Look’’.

Στις δικές σας δημιουργίες μεταφράζεται με κάποιο τρόπο η ελληνική παράδοση;
Η σχεδιαστική μου ταυτότητα κάνει αναφορά στην Αρχαία Ελλάδα η οποία δεν είναι βέβαια προφανής αλλά εκδηλώνεται μέσα από την συμμετρία, τον μινιμαλισμό, το μουλάζ. Αυτά είναι η συνέχεια των αρχαιοελληνικών ενδυμάτων.
Και, φυσικά, η χρήση μεταξωτών υφασμάτων από το Σουφλί, η δημιουργία πλεγμάτων και διακοσμητικών υλικών από ελληνικές εταιρείες με τις οποίες συνεργάζομαι – σε αυτές συμπεριλαμβάνεται και το ΝΗ.Μ.Α.
Την ελληνική μόδα σήμερα πώς την βλέπετε;
Περίμενα αυτή την ερώτηση. Χαίρομαι διότι βλέπω ότι υπάρχουν πολλά μεγάλα ταλέντα στη χώρα μας, ο καθένας με το δικό του κοινό. Ωστόσο, δεν υπάρχει βιομηχανική παραγωγή υποστήριξης όλων αυτών, δεν υπάρχουν κεφάλαια και εμείς οι σχεδιαστές προσπαθούμε όσο μπορούμε να οργανωθούμε οι ίδιοι μέσα από την Πανελλήνια Ένωση Σχεδιαστών Μόδας.
Χρειάζεται οργάνωση, σχεδόν σαν να λειτουργήσει κάποιος φορέας ως product manager που θα το συγκροτήσει όλο αυτό. Χρειάζεται σίγουρα marketing, σήμερα είναι το Α και το Ω σε ό,τι κάνεις. Σε προσωπικό επίπεδο μπορεί να μη μου αρέσει και να με εκνευρίζει, αλλά το δέχομαι ότι έτσι είναι η πραγματικότητα. Για να βγεις ως χώρα προς τα έξω και να κάνεις γνωστό ας πούμε το ‘’Made in Greece’’ χρειάζεται σοβαρή οργάνωση παραγωγής και προώθηση. Ο καθένας μόνος του μπορεί να κάνει κάποια βήματα αλλά για να δημιουργηθεί μια σαφής εικόνα και μια σχεδιαστική ταυτότητα χρειάζεται από πίσω μελετημένο σχέδιο. Παρότι εγώ δημιουργώ τις προϋποθέσεις μόνη μου και δεν περιμένω από το κράτος θεωρώ ότι θα πρέπει να δούμε συλλογικά και θεσμικά το ζήτημα αυτό. Επίσης, είναι μεγάλο θέμα η έλλειψη χεριών. Οι τεχνίτες μόδας είναι πλέον ελάχιστοι. Η νέα γενιά η οποία αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ανεργίας θα έπρεπε να στραφεί σε αυτά τα επαγγέλματα. Δεν υπάρχει κορεσμός οπότε θα απορροφηθούν γρήγορα και θα έχουν και καλές απολαβές μιας και οι επαγγελματίες αυτοί είναι δυσεύρετοι.
Στην Ιταλία ας πούμε, τι είναι αυτό που τους έχει καταστήσει γίγαντες της μόδας και τους θεωρούμε σημείο αναφοράς και επιρροής; Είναι αυτό το σχέδιο και η βιομηχανία που λείπει σε εμάς ή είναι και άλλα πράγματα;
Πραγματικά εξαιρετική ερώτηση. Είναι σίγουρα και αυτά, αλλά μαζί με αυτά είναι κι άλλα πράγματα. Εκείνοι έχουν δημιουργήσει το ‘’Made in Italy’’ δεκαετίες πριν, δεν πάνε να το κάνουν τώρα. Τότε το marketing δεν ήταν αναγκαίο όταν το έστηναν και υπήρχε και κενό στην αγορά, ο μόνος σοβαρός ανταγωνιστής ήταν το Παρίσι. Η Ιταλία έχει μεγάλη παράδοση στη δημιουργία ενδύματος, έχουν το know how και μέχρι τον 20ο αιώνα περάσανε από ιστορικές περιόδους όπως η Αναγέννηση, δημιουργώντας ομορφιά και αισθητική. Εμείς για τέσσερις αιώνες ουσιαστικά μείναμε πίσω, σε παύση, και διαφυλάσσαμε τη θρησκεία, τη γλώσσα και την ταυτότητά μας και γι’ αυτό επιβιώσαμε κιόλας.
Όταν πήγα στο Μιλάνο έλεγα «γιατί δεν είμαστε σαν αυτούς;» αλλά είναι αυτοί οι λόγοι. Επίσης, ήταν εξυπνότεροι και εκμεταλλεύτηκαν τα κτήρια και την αρχιτεκτονική τους, δεν τα κατέστρεψαν σαν εμάς που προτιμήσαμε να γκρεμίσουμε τα νεοκλασικά για πολυκατοικίες.
Όλη η γνώση, η ιστορία και η αισθητική μεταπηδούσε από γενιά σε γενιά και μετουσιώθηκε στο ‘’Made in Italy’’.
Επίσης, εξαιρετική δουλειά αυτή τη στιγμή κάνουν σχεδιαστές στη Ρωσία, με τεχνικές στο πατρόν που δεν τις βρίσκεις ούτε στο Παρίσι. Εκεί είναι άλλη περίπτωση βέβαια γιατί λόγω καθεστώτος ήταν και οι ίδιοι σε παύση τουλάχιστον μέχρι την πτώση του Τείχους. Πριν όμως, είχαν τσαρική αυλή, που σημαίνει πως έραβαν. Είχα κάποια στιγμή στο ατελιέ Ρωσίδες μοδίστρες που μου έλεγαν πως ενώ το μόνο που έραβαν ήταν στολές στρατού, μάθαιναν καταπληκτικό πατρόν κανονικότατα, όπως κάποιος που θα έραβε φόρεμα.
Άρα, και γυρνάω λίγο στην Ιταλία, είναι και ένα περιβάλλον ομορφιάς και αισθητικής που τους εμπνέει και τους σπρώχνει να φτιάξουν κάτι ωραίο; Βλέποντας γύρω τους ωραία κτήρια και ιστορικά μνημεία λένε ασυνείδητα «ε τώρα δεν μπορώ παρά να δημιουργήσω κάτι ανάλογο και αντάξιο»;
Δεν το λένε συνειδητά αλλά ναι, το περιβάλλον επηρεάζει. Η ομορφιά γεννάει ομορφιά. Αν περπατάς στην Φλωρεντία, ε τι ερέθισμα να μετατρέψεις σε ασχήμια; Και στη χώρα μας όμως έχουμε εξαιρετικό περιβάλλον όσον αφορά τη φύση και αποτελεί και εδώ πηγή έμπνευσης. Εκεί έχουν και μια γενικότερη αισθητική. Θέλω να πω οτι με τα social media η αισθητική χειροτερεύει. Ειδικά η σημερινή γενιά δεν έχει τη δυνατότητα προσωπικής κρίσης. Καταπίνει αμάσητο οτιδήποτε της παρουσιάζει το marketing αρκεί να το πει η τάδε ή η δείνα.

Θεωρείτε πως η αξία του χειροποίητου ή του κομματιού ραμμένου ατομικά στα μέτρα του καθενός και της δεξιοτεχνίας όντως αναγνωρίζεται πλέον περισσότερο; Ή είναι ένα αφήγημα που αφορά εμάς τους λίγους που ασχολούμαστε με τη μόδα και η εύκολη λύση του fast fashion που υπερκαλύπτει τα υπόλοιπα θα συνεχίσει να το κάνει;
Το fast fashion είναι ακαταμάχητο και αδύνατο να το ανταγωνιστείς και μόνο λόγω μαζικής παραγωγής αλλά και των μεγεθών της προβολής του. Δεν υπάρχει περίπτωση όμως να μην υπάρξει έστω και ένα μικρό κοινό που θα εκτιμήσει το χειροποίητο, το ξεχωριστό, το ευρηματικό, και από τους μικρούς σχεδιαστές αυτοί είναι που θα επιβιώσουν. Δημιουργούμε για να πουλήσουμε ρούχα ερωτεύσιμα. Καλύτερα ένα ρούχο σωστό και ποιοτικό παρά δέκα μαζικής παραγωγής. Ίσως στην πορεία να καταλάβει ο κόσμος ότι και ο ίδιος ο πλανήτης δεν χωράει, δεν αντέχει άλλη μαζική παραγωγή. Πρέπει και από τα μέσα να γίνει η ανάλογη προβολή υπέρ της ποιότητας.
Εννοείται πως και εγώ έχω ψωνίσει από μαγαζιά fast fashion. Μετά την κρίση όμως, υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δεν θα ξαναπάρω γιατί στεναχωρήθηκα για όλους εκείνους τους μικρούς σχεδιαστές ανα τον κόσμο που έκλεισαν. Είπα «ποτέ ξανά από εκεί».
Το έναυσμα σας για να ασχοληθείτε με τη μόδα ποιο ήταν;
Σπούδασα μόδα από αναλαμπή του μυαλού. Ξεκίνησα να δώσω εξετάσεις για ιατρική λόγω λάθος επαγγελματικού προσανατολισμού καθώς πάντα ήμουν καλλιτεχνική φύση και αγαπούσα, ας πούμε, την αρχιτεκτονική. Πίστευα τότε όμως πως με την αρχιτεκτονική δεν θα έχω καλή επαγγελματική αποκατάσταση. Στην 2η δέσμη που ήταν η κατεύθυνση για τις ιατρικές επιστήμες κατάλαβα κατευθείαν ότι εγώ δεν ήμουν για εκεί. Έδωσα εξετάσεις και παρότι ήμουν πολύ καλή μαθήτρια απέτυχα και απογοήτευσα τους γύρω μου.
Ήθελα τότε με κάποιο τρόπο να εκφράσω την δημιουργική μου κλίση και το σχέδιο αλλά δεν ήθελα να μπω στην διαδικασία να ξαναδώσω εξετάσεις ή να κάνω γραμμικό σχέδιο που έκαναν όσοι προετοιμάζονταν για αρχιτέκτονες. Παρορμητικά είπα ότι «εγώ δεν ξαναδίνω εξετάσεις, θα γίνω σχεδιάστρια μόδας».
Πήγα στη Σχολή Δημητρέλη στη Θεσσαλονίκη με στόχο εξαρχής να φύγω εκτός, στο Μιλάνο. Μετά πήγα στο Istituto Marangoni όπου πραγματικά άνοιξε το πνεύμα μου, άνοιξε ένας νέος κόσμος. Γνώρισα και έκανα παρέα με παιδιά από όλο τον κόσμο, τότε δεν υπήρχε internet και η επαφή αυτή με ανθρώπους από άλλες κουλτούρες δεν ήταν καθόλου εύκολη εκτός και αν έβγαινες στο εξωτερικό. Έκανα παρέα με Ιάπωνες, Κορεάτες, Λατινοαμερικάνους και βρισκόμουν και στην πρωτεύουσα της μόδας, καθώς τότε το Pret-a-Porter του Μιλάνου ήταν πιο ψηλά από την Υψηλή Ραπτική -σήμερα συμβαίνει το αντίθετο. Ως φοιτητές πηγαίναμε στα backstage των επιδείξεων και ντύναμε τα μοντέλα, κάναμε εργασίες και ύστερα πηγαίναμε στα μαγαζιά και βλέπαμε εκ των έσω τα ρούχα για τα οποία συζητήσαμε. Είχα μια καθηγήτρια η οποία είχε μάθει πατρόν στους Dolce & Gabbana. Γενικά η κουλτούρα της σχολής και το γεγονός ότι βρισκόμουν σε έναν χώρο που γεννάει πράγματα ήταν πολύ σημαντικά.
Και η συνεργασία σας με τον Armani;
Στο τελευταίο έτος είχα μια καθηγήτρια που μας δίδασκε marketing μόδας και εργαζόταν στον Armani. Μας είπε στην τάξη ότι κάνουν από τον οίκο συνεντεύξεις για βοηθούς και μας παρότρυνε να λάβουμε μέρος. Είδαν περίπου 85 άτομα και πήραν εμένα και άλλους δύο. Είχα την τύχη όσο βρισκόμουν εκεί ως βοηθός να παρακολουθήσω πρόβες δειγμάτων και να καταλάβω τί και πώς γίνεται. Το παν για μένα είναι να έχεις πάθος, ειδικά στην αρχή, και να θες να μάθεις, να ρωτάς. Εγώ ήθελα να είμαι παντού, να τα βλέπω όλα.
Πώς αποφασίσατε να μεταφέρετε την έδρα του ατελιέ σας από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα;
Οι λόγοι ήταν καθαρά προσωπικοί-οικογενειακοί. Ήμουν πολύ ευχαριστημένη από τη Θεσσαλονίκη, δεν είχα κανένα λόγο να φύγω. Όταν παντρεύτηκα είπα να μεταφερθώ, ωστόσο λόγω καραντίνας καθυστέρησε. Είναι ένα νέο ξεκίνημα με ένα άλλο κοινό που πρέπει να μάθει τη δουλειά σου. Είναι ένα δύσκολο βήμα γιατί στο μέσο της ζωής σου στήνεις ξανά κάτι από την αρχή. Η Αθήνα βέβαια μου προσφέρει περισσότερες καλλιτεχνικές ευκαιρίες όπως αυτή η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη.

Ακολουθείτε κάποια διαδικασία με τις πελάτισσες που έρχονται να ράψουν κάτι σε εσάς;
Δεν έχω συγκεκριμένη διαδικασία, δουλεύω με βάση αυτά που ακούω και βλέπω από μια γυναίκα. Αγαπώ το custom made γιατί περιέχει την έννοια της ανάλυσης του εκάστοτε ανθρώπου. Κοιτάω την εμφάνιση, την κίνηση, αυτό που εκφράζεται και το τι αποπνέει η κάθε πελάτισσα και αυτό μου φέρνει εικόνες στο μυαλό μου. Μπορώ να σχεδιάσω για οποιαδήποτε, από μια πολύ πληθωρική και θηλυκή παρουσία μέχρι κάποια δορική, σοβαρή. Δεν με σταματάει ο χαρακτήρας, ίσα ίσα η διαφορετικότητα των ανθρώπων με εμπνέει.
Δεν θα καθοδηγήσω κανέναν να πάει προς το δικό μου στυλ, δεν με ενδιαφέρει να έχω στρατιωτάκια με ίδια ρούχα αλλά θέλω η προσωπικότητα της γυναίκας να εκφράζεται πάνω στο ρούχο. Φυσικά, αν δεν συμφωνώ με κάποια πρόταση που μου φέρνουν η οποία δεν ευνοεί την πελάτισσα, δεν υπολογίζει σωματότυπο ή προσωπικότητα θα το πω. Πρώτα κοιτάμε το στυλ του ρούχου να ταιριάζει με το ύφος της γυναίκας και μετά τον σωματότυπο και πώς θα την αναδείξουμε. Η ραπτική είναι οφθαλμαπάτη. Αν ξέρεις, μπορείς να κάνεις κάποιον να φαίνεται 10 πόντους ψηλότερος και 10 κιλά πιο αδύνατος.
Αυτές οι διαφορετικές γυναίκες που έρχονται ως πελάτισσες, μπορεί να έχουν και κάτι κοινό;
Είναι έξυπνες. Μαζί με την καλοσύνη, η εξυπνάδα είναι το πιο γοητευτικό χαρακτηριστικό σε έναν άνθρωπο. Για να πας σε κάποιον να σε ράψει πρέπει να διαλέξεις ποιος μπορεί να σε αναδείξει, ποιος θα σε κάνει καλύτερη και πιο ωραία, και για να επιλέγεις να μπεις σε αυτή την διαδικασία μάλλον έχεις και μια εξυπνάδα.

Βραβευτήκατε από το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών στην κατηγορία «Γυναικεία Επιχειρηματικότητα» για τη συμβολή σας στο επιχειρείν από γυναίκες. Πώς βλέπετε την επιχειρηματικότητα σήμερα, είναι ένα πεδίο πιο φιλικό προς τις γυναίκες;
Εγώ δεν έχω αντιμετωπίσει δυσκολίες και θεωρώ πως αν έχεις τη δική σου επιχείρηση, όπως στην δική μου περίπτωση, το περιβάλλον δεν αποτελεί πρόβλημα. Αν ήμουν στέλεχος σε κάποια πολυεθνική μπορεί τα πράγματα να ήταν πιο δύσκολα.
Το γυναικείο επιχειρείν είναι δύσκολο όταν μια γυναίκα έχει και οικογένεια, γιατί κοινωνικά έχει περισσότερες υποχρεώσεις και στο κομμάτι αυτό και η ισορροπία είναι πρόκληση. Εγώ δεν είχα ποτέ την ανάγκη να κάνω παιδιά αλλά σίγουρα αν έκανα, για να είμαι καλή θα έπρεπε να βάλω την καριέρα πίσω.
Θέλετε να μου πείτε κάτι περαιτέρω το οποίο ενδεχομένως να μη θίξαμε;
Θα ήθελα το κοινό να μπαίνει στη διαδικασία να σκέφτεται, να μην βλέπει μόνο εικόνες στα social χωρίς να τις φιλτράρει. Να αναρωτιόμαστε: τι είναι αυτό, γιατί είναι έτσι; Να παίρνεις ένα λεπτό να σκεφτείς σε κάθε τι που σου κεντρίζει το ενδιαφέρον.
Οι πελάτισσές σας, μάλλον παίρνουν αυτό το λεπτό.
Έτσι νομίζω.

Πληροφορίες για την έκθεση:
Διάρκεια: 27 Ιανουαρίου – 28 Μαρτίου 2026
Ωράριο λειτουργίας: Τρίτη- Σάββατο: 10:00-15:00
ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ / ΝΗΜΑΤΟΥΡΓΙΑ ΜΕΝΤΗΣ-ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ | Πολυφήμου 6 & 10, 118 54, Αθήνα | 210 34 78 792
Είσοδος ελεύθερη



