Μερικοί άνθρωποι, είναι σαν τον άνεμο. Απαραίτητοι για να ζήσεις και να αναζωογονηθείς, ικανοί να σου πάρουν τα μυαλά, έτοιμοι να κινήσουν τα πάντα με την ενέργειά τους , φτιαγμένοι να κάνουν τη φύση να τραγουδήσει με το χάδι τους κι αν θυμώσουν και μετατραπούν σε τυφώνες, σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Έτσι είναι και ο Ανδρέας Κωνσταντίνου. Ένας ευαίσθητος επαναστάτης με ταλέντο.
H συνέντευξη αυτή δόθηκε το 2014 αμέσως μετά το θρίαμβο της  “Μικράς Αγγλίας” όπου ο Ανδρέας Κωνσταντίνου είχε το ρόλο του Σπύτου Μαλταμπέ. Αναδημοσιεύεται με αφορμή την συμμετοχή του ηθοποιού ως guest στη νέα σειρά του Αντένα “Άγριες Μέλισσες”.
Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου μέσα από τα δικά του λόγια:
Για το Εθνικό Θέατρο
« Το 2006 έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο και στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Πέτυχα με την πρώτη. Είχα μια προηγούμενη θεατρική εμπειρία , διότι όσο σπούδαζα στην Κρήτη, στη σχολή Κοινωνικής Εργασίας συμμετείχα σε μια επαγγελματική θεατρική ομάδα η οποία λέγεται ΟΜΜΑ STUDIO, με την οποία παίζαμε από θέατρο δρόμου με ξυλοπόδαρα και φωτιές μέχρι Λόρκα. Με αυτή την ομάδα ταξιδέψαμε πολύ και αυτή ήταν για μένα μια πολύτιμη εμπειρία η οποία θεωρώ ότι με βοήθησε πρακτικά και θεωρητικά στην εισαγωγή μου στο Εθνικό Θέατρο. Σε σχέση με την υποκριτική, μέχρι να μπω στη σχολή κινούμουν εμπειρικά. Χαίρομαι όμως που φοίτησα στη σχολή, γιατί ανέβασα τις προδιαγραφές και τις γνώσεις μου»
Για την τηλεόραση 
«Πιο δικά μου, πιο κοντά σε μένα είναι το θέατρο και ο κινηματογράφος. Δεν μου αρέσει η τηλεοπτική ελληνική πραγματικότητα, από ότι έχω αντιληφθεί, χωρίς όμως να την έχω παρακολουθήσει εδώ και χρόνια, χρησιμοποιείται σαν μέσο που ναρκώνει την καρδιά και το μυαλό. Εγώ ονειρεύομαι και αντιλαμβάνομαι την τέχνη σαν μέσο αφύπνισης της ψυχής, του πνεύματος και της καρδιάς. Δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου κάποια τέτοια προσπάθεια από την μεριά της τηλεόρασης και νομίζω πως δεν είναι τυχαίο.»
Για την ταινία «Ουζερί Τσιτσάνης»
«Έχω το ρόλο του Βασίλη Τσιτσάνη στη νέα ταινία του Μανούσου Μανουσάκη η οποία είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη. Τα γυρίσματα έχουν ξεκινήσει και εγώ είμαι ήδη στη διαδικασία που κάνω πρόβες. Για τις ανάγκες του ρόλου μάλιστα, μαθαίνω και παίζω μπουζούκι. Τα γυρίσματα θα γίνουν στην Πλάκα, στη Θεσσαλονίκη ,στο Λαύριο και ευελπιστώ ότι το αποτέλεσμα να δικαιώσει και τις δικές μας προσδοκίες και του κοινού»

 
Για τον ελληνικό κινηματογράφο
«Θα ήθελα πολύ να συνεισφέρω στην αναγέννηση του ελληνικού σινεμά και θα ήθελα να τον δω να ανεβαίνει η ποιότητα του αγγίζοντας τις προδιαγραφές του Ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Οι αμοιβές στο εξωτερικό είναι εξωπραγματικές, στην Ελλάδα εξευτελιστικές. Καλό θα ήταν να πάψουν οι υπερβολές και να ισορροπήσει η ποιότητα της τέχνης με το μπάτζετ της παραγωγής. Τα παιδιά που κάνουν ταινίες στην Ελλάδα πραγματικά για να παραδώσουν μια δουλειά κάνουν ηρωικές θυσίες. Η τέχνη χρειάζεται θυσίες αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό. Πρέπει και να μπορείς να δημιουργήσεις και να μπορείς να ζήσεις ταυτόχρονα.»
Για την «υποκουλτούρα» στην Ελλάδα 
«O φοβισμένος κόσμος της χώρας που καθημερινά ζεί σε καθεστώς τρομοκρατίας από τα κόμματα, τα κανάλια και τις τράπεζες δεν μπορεί να αφεθεί ελεύθερος και να επιλέξει την ορθή ψυχαγωγία του. Τα υποπροϊόντα πρέπει να υπάρχουν, αφενός γιατί δεν είμαστε φασίστες κι αφετέρου ορίζει και αντικατοπτρίζει το πού βρίσκεται η κοινωνία μας.Αυτό πρέπει να αλλάξει, ο κόσμος πρέπει να δει περισσότερο θέατρο, περισσότερο σινεμά, να μετέχει σε αυτό που λέμε ψυχαγωγία ανοικτός για να εισπράξει, να διαδράσει. Από την άλλη και εμείς, οι δημιουργοί, πρέπει να λάβουμε σοβρά υπόψη την ευθύνη που έχουμε απέναντι σε ένα κοινό που καθημερινά βομβαρδίζεται από όλα αυτά που βομβαρδιζόμαστε και εμείς. Πρέπει να τους αγαπάμε για να μας αγαπήσουν, να τους σεβαστούμε για να μας σέβονται. Αυτό είναι κάτι το οποίο δεν μετριέται με χρήματα, όμως αυτά αποτελούν βασική προυπόθεση και για τους μεν και για τους δε» «Το πρόβλημα με τον νεοέλληνα είναι το εξής: Τα βλέπει όλα χάλια. Χάλια τη γυναίκα του, χάλια τα παιδιά του, χάλια τα οικονομικά του, χάλια η δουλειά του, χάλια το ένα, χάλια το άλλο, όλοι οι άλλοι είναι χάλια ενώ αυτός είναι τέλειος και υποφέρει με τα χάλια των άλλων. Κανείς δε διορθώνει τον εαυτό του, όλοι βρίζουν τους υπόλοιπους. Το αντίκτυπο που έχει αυτή η νοοτροπία στην ψυχαγωγία είναι ότι θα πάει να παρακολουθήσει ένα σκουπίδι το οποίο ακριβώς επειδή είναι σκουπίδι θα τον κάνει να επιβεβαιώσει την θεωρία του και να νιώσει ακόμη μια φορά καλύτερος γελώντας εις βάρος αυτού καραγκιόζη που παρακολουθεί ακόμη μια φορα.»
Για την ταινία «Όχθες»
«Είναι η ιστορία ενός εθελοντή στρατιώτη ο οποίος έχει το χάρισμα να ανακαλύπτει το πού βρίσκονται τοποθετημένες οι νάρκες. Υπηρετεί σε μια μονάδα ναρκαλιευτών στον Έβρο και γνωρίζει τη Χρύσα, μια κοπέλα η οποία συμμετέχει σε ένα κύκλωμα trafficking το οποίο περνάει παιδιά από τα σύνορα. Αποφασίζουν μαζί να φύγουν από κεί, η Χρύσα σκοτώνεται , ο Γιάννης επιστρέφει ύστερα από άγρια καταδίωξη στο ναρκοπέδιο κι εκεί…πατά πάνω σε μια ναρκη…Η συνέχεια στην μεγάλη οθόνη. Η ταινία είναι μια συμπαραγωγή της Nova, η διανομή γίνεται από την Odeon και προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 5 Μαρτίου»

Για τη «Μικρά Αγγλία» και τον θρυλικό ρόλο του ‘Σπύρου Μαλταμπέ’
«Ο Σπύρος Μαλταμπές ήταν ένας πολύ ερωτευμένος άντρας ο οποίος παράλληλα ήταν άξιος, δυναμικός, αλήτης, μάγκας και εγωίσταρος του κερατά. Η αυτοκτονία του θεωρήθηκε ηρωική πράξη. Πολλά στοιχεία απ αυτόν μου άρεσαν, ήταν ένας ρόλος που μου ταίριαζε στην ταινία. Περάσαμε φανταστικά, τα γυρίσματα έγιναν στην Άνδρο πρίν δυο χρόνια τέτοια εποχή και ήταν δυο υπέροχοι μήνες που θα μου έμειναν αξέχαστοι»