Για την Κρήτη της,  τις ελληνικές συνήθειες που διατηρούσε ζώντας στο Λονδίνο -ιδιαίτερα ως προς τη φιλοξενία των μουσαφίρηδών της, αλλά και τη στροφή που είχε κάνει στην καριέρα της ασχολούμενη με το κόσμημα μετά από είκοσι χρόνια επιτυχιών και διεθνούς αναγνώρισης στις πασαρέλες, μιλούσε στο Gala της 19ης Μαϊου και στην Μαρία Λεμονιά η Σοφία Κοκοσαλάκη.

Ακολουθεί η συνέντευξη: 

Συναντηθήκαμε στο κατάστημα της Ιλεάνας Μακρή στο Κολωνάκι, όπου αυτή την περίοδο εκθέτει τις χρυσές δημιουργίες της. Εχει αργήσει λίγο αλλά είναι χαλαρή. Οι προτεραιότητες της Σοφίας Κοκοσαλάκη έχουν αλλάξει εδώ και πολύ καιρό. «Αλλαξαν τα ενδιαφέροντά μου», ομολογεί στην αρχή της κουβέντας μας. «Μου αρέσει ο χώρος του ρούχου, αλλά δεν σας κρύβω ότι κουράστηκα…

Αρχισε να με ενδιαφέρει ένας άλλος τρόπος ζωής, πιο ελεύθερος. Είναι πιο artistic να ζεις κάνοντας κοσμήματα χωρίς να έχεις το συνεχές άγχος των συλλογών, των συγκεκριμένων ημερομηνιών, των επιδείξεων μόδας. Μετά από 25 χρόνια καριέρας και την απόκτηση ενός παιδιού δεν ήθελα πλέον να ζω κάτω από μια τέτοιου είδους πίεση. Σχεδιάζοντας κοσμήματα γίνεσαι καλλιτέχνης, δουλεύεις με τα χέρια σου και προβάλλεις τη δουλειά σου όποτε εσύ θέλεις κι έτσι δεν αλλάζει η καθημερινότητά σου».
Ηρεμη, με total black look, μου θυμίζει ότι η σχέση της με τον χώρο του κοσμήματος που τελικά έμελε να την ελευθερώσει από τα επαγγελματικά της δεσμά, ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια όταν σε κάποια επίδειξή της στο Παρίσι συμπλήρωσε την κολεξιόν της με κοσμήματα που σχεδίασε η ίδια για τον οίκο Λαλαούνη. Αυτή τη στιγμή η Ελληνίδα designer που λατρεύει την αισθητική της αρχαίας Ελλάδας και της μινωικής εποχής παρουσιάζει ήδη την τρίτη της συλλογή κοσμημάτων στο κατάστημα της Ιλεάνας Μακρή. «Τα κοσμήματά μου είναι πιο πολύ fashion, δεν είμαι high-end jeweler, οι δημιουργίες μου είναι περισσότερο γλυπτική. Υπάρχει το ελληνικό στοιχείο, αλλά αποδίδεται με έναν τρόπο intellectual. Τα κοσμήματά μου είναι παιχνιδιάρικα και βασίζονται σε φόρμες με τις οποίες πειραματίζομαι καιρό. Παρόλο που μένω μόνιμα στην Αγγλία, τα συνεργεία μου βρίσκονται στην Ελλάδα. Η χώρα μας διαθέτει τους καλύτερους τεχνίτες στον χώρο του παγκόσμιου κοσμήματος», αναφέρει. Μέσω του δημοφιλούς e-shop Μatches, αλλά και ενός δικτύου καταστημάτων, οι συλλογές της έχουν φτάσει σε πολλά μέρη ανά τον κόσμο. Ναυτικοί κόμποι που μοιάζουν με γόρδιους δεσμούς και αναπαραστάσεις που θυμίζουν αρχαία Ελλάδα τραβούν το βλέμμα και κερδίζουν τον θαυμασμό. Οι πολύτιμες δημιουργίες της designer που πάντα έκανε αίσθηση με τις ενδυματολογικές της εμπνεύσεις δεν περνούν απαρατήρητες.

Η πρώτη Ελληνίδα εκτός συνόρων

Στα 25 χρόνια της κατάφερε κάτι που σπάνια συμβαίνει στον χώρο της ελληνικής μόδας: είδε τη δουλειά της δημοσιευμένη στο εξώφυλλο του περιοδικού«Sunday Times». Η Σοφία είναι σχεδιάστρια μόδας. Γεννήθηκε στην Αθήνα και όσο θυμάται τον εαυτό της σχεδίαζε ρούχα. Μπορεί να σπούδασε Αγγλική Φιλολογία αλλά ποτέ δεν είχε εγκαταλείψει αυτό που πραγματικά την ενδιέφερε. «Εκανα ρούχα δικά μου αλλά δεν ήξερα να ράβω. Σχεδίαζα για τον εαυτό μου. Παράλληλα, έβλεπα γύρω μου τη δουλειά όσων ασχολούνται στην Ελλάδα και ομολογώ πως δεν ήταν ό,τι πιο συναρπαστικό. Πήγα και σε μια ιδιωτική σχολή, απογοήτευση», θυμάται.

Οταν έγινε βοηθός της Λένας Νάιτ, μπήκε στα περιοδικά, γνωρίστηκε με τον Αγγελο Φρέντζο και δημιούργησαν το βραχύβιο fashion σχήμα Visionaires. Είχε πλέον δικές της σελίδες στο περιοδικό «Γυναίκα». Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι κομμάτια των Visionaires βρέθηκαν μέχρι και στα… σνομπ ράφια του Sotris. Σε παλαιότερη συνέντευξή της είχε αναφερθεί σε εκείνη την εποχή: «Αναρωτιόμασταν ποιος θα αγόραζε τέτοια ρούχα στην Ελλάδα. Η δουλειά μας ήταν πρωτοποριακή για να σταθεί σε αυτή την αγορά. Χωρίς υπερβολή, θεωρώ ότι κάναμε πολύ μοντέρνα ρούχα». Ηταν σε διακοπές με τον φίλο της και φωτογράφο μόδας Μπιλ Γεωργούση όταν είπαν: «Δεν πάμε Λονδίνο;». Κάπως έτσι αποφάσισε να κάνει αίτηση στο St. Martin’s. Μετά από λίγο καιρό έμαθε ότι έγινε δεκτή.

Το Λονδίνο αποτέλεσε για την ίδια εφαλτήριο. Το πρώτο της show προκάλεσε αίσθηση και λόγω των συνεργασιών. Οι γούνες που έβαλε στην επίδειξή της ήταν Fendi, ενώ τα παπούτσια Christian Louboutin. Ενα νέο αστέρι είχε ανατείλει. Ακολουθεί η συνεργασία με την Diesel με τη σειρά Black Gold και αναβιώνει τον ιστορικό γαλλικό οίκο Vionnet. «Τότε δεν συνειδητοποιούσα όλο αυτό που είχα επιτύχει. Οταν τρέχεις με ιλιγγιώδη ταχύτητα δεν προλαβαίνεις να αντιληφθείς όλο αυτό που κάνεις. Κοιτώντας πίσω κρίνω ότι είχα… balls». Κάνει μια παύση. «Θέλω να δω πώς θα μεταφράσεις αυτή τη λέξη», λέει γελώντας. Η σχεδιάστρια που κατάφερε να βάλει στα μεγάλα σαλόνια της μόδας την ούγια «Made in Greece», χάρη στην αγάπη της για τα ταξίδια -λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων βρισκόταν επί χρόνια με μια βαλίτσα στο χέρι- αλλά και την αδυναμία της σε οτιδήποτε φέρει άρωμα από τον τόπο της, έγινε γρήγορα πρέσβειρα της ελληνικής μόδας. Αναλαμβάνει να φτιάξει κοστούμια για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας και στολές για την Aegean. Τότε μας είχε πει: «To να σχεδιάζεις ρούχα για μια αεροπορική εταιρεία είναι μια πολύ ευχάριστη εμπειρία που πάντα ήθελα να έχω. Μην ξεχνάμε ότι η γενιά μου μεγάλωσε με τη λογική ότι το να πετάς είναι κάτι γκλάμορους». Πλέον, όταν πετάει μαζί με την κόρη της δεν είναι λίγες οι φορές που η μικρή φροντίζει να ενημερώσει αυθόρμητα και με δυνατή φωνή όλους τους επιβάτες ότι τις στολές τις έχει φτιάξει η μητέρα της. «Τον χώρο του ρούχου δεν τον εγκατέλειψα ποτέ», διευκρινίζει στο περιοδικό «Gala». «Ενα κομμάτι της εταιρείας εμπνέεται ρούχα για πολλά resorts. Πρόσφατα σχεδιάσαμε τα ρούχα για το “Four Seasons Astir Palace”. Ηταν ένα απαιτητικό project αλλά πέτυχε. Είμαι πολύ υπερήφανη, κυρίως για τα ανδρικά».

Παρά την επιτυχημένη επαγγελματική της πορεία η Σοφία Κοκοσαλάκη παραδέχεται πως είναι μια κλασική Ελληνίδα μητέρα που μαγειρεύει κάθε μέρα. Δηλώνει 100% μαμά, πράγμα που σημαίνει ότι έχει αναλάβει και απολαμβάνει το μεγάλωμα της κόρης της. Δεν αγαπά τις περιττές κοσμικότητες και συναναστρέφεται κυρίως φίλους.

000_Par952420-_1_

Με το κόσμημα ζω πιο ανθρώπινα

«Με το κόσμημα ζω πιο ανθρώπινα. Εχω χρόνο για να κάνω πράγματα που μου αρέσουν και δεν έρχομαι αντιμέτωπη με τύψεις ότι χάνω στιγμές από το μεγάλωμα του παιδιού μου», εξομολογείται. Ζώντας περισσότερα από 20 χρόνια στο Λονδίνο, παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις για τη μετά Brexit εποχή, δύσκολα σκέφτεται να πάρει τον δρόμο της επιστροφής. Ωστόσο, υπάρχουν συνήθειες τις οποίες διατηρεί στο σπίτι της στο εξωτερικό που το μετατρέπουν σε ελληνότροπη εστία. «To σπίτι μου στο Λονδίνο είναι πάντα ανοικτό για μουσαφίρηδες της τελευταίας στιγμής. Υπάρχει φαγητό και κρασί για τον καθένα και ευχαριστιέμαι τις επισκέψεις ακόμη και όταν γίνονται αργά τη νύχτα. Είμαι Ελληνίδα στη φιλοξενία σε αντίθεση με τους Λονδρέζους οι οποίοι απαιτούν πολλών εβδομάδων e-mail για μια πρόσκληση για δείπνο στο σπίτι. Ναι, υπάρχει ελληνικό πνεύμα στο σπίτι μου. Υπάρχει αυθορμητισμός, φιλοξενία και καλή διάθεση».

Τη ρωτώ τι σημαίνει για εκείνη ελληνικό καλοκαίρι και σχεδόν αυτόματα απαντά: «Βλέπω κάποιους που πάνε Καραϊβική και Μαϊάμι και σκέφτομαι πόσο δεν με ενδιαφέρει όλο αυτό. Για μένα τα καλοκαίρια είναι συνυφασμένα με το φως, τη θάλασσα και το άρωμα από τα νυχτολούλουδα. Πας στην Υδρα και αυτό το άσπρο σου καθαρίζει την ψυχή. Τα καλοκαίρια μου έχουν άρωμα Ελλάδας, Κρήτης… Μια λεμονιά, μια σαλάτα και μια γάτα κάτω από το τραπέζι. Και όλη τη μέρα να κολυμπώ!».