Το ταξίδι στην Ιαπωνία ήταν ένα όνειρο ζωής για τη Λετίτσια Μουστάκη και τον σύζυγό της. Όταν άρχισαν να το οργανώνουν, πριν από περίπου έναν χρόνο, δεν μπορούσαν φυσικά με τίποτα να φανταστούν ότι κλείνοντας, στο αεροπορικό ταξίδι τους με προορισμό το Τόκιο, εισιτήρια με ενδιάμεσο σταθμό το Αμπού Ντάμπι, θα βρίσκονταν εν μέσω πολέμου, την ημέρα του ξεσπάσματός του. Ασφαλής πλέον στην Οσάκα της Ιαπωνίας, η ηθοποιός, δασκάλα γιόγκα και δημοσιογράφος μοιράστηκε με το Marie Claire την περιπέτειά της, τονίζοντας ωστόσο ότι «δεν μας συνέβη τίποτα δραματικό, ειδικά σε σχέση με το πόσο άσχημη είναι η κατάσταση εκεί κάτω για τους κατοίκους και για όλα τα κράτη που εμπλέκονται σε αυτόν τον πόλεμο».
«Με τον σύζυγό μου αρχίσαμε να σχεδιάζουμε το ταξίδι πέρυσι τον Μάρτιο. Ανακαλύψαμε ότι για να μην είναι ασύλληπτα ακριβό πρέπει να το οργανώσεις μόνος σου και σίγουρα όχι τελευταία στιγμή. Από τότε αρχίσαμε σιγά σιγά να βγάζουμε εισιτήρια και να ψάχνουμε για ξενοδοχεία και αξιοθέατα. Δεν είμαι τρελή, δηλαδή, να βγάλω εισιτήρια με αεροπλάνο με ενδιάμεσο σταθμό το Αμπού Ντάμπι ενώ ενδέχεται να συμβεί πόλεμος στην περιοχή – το έχω ακούσει και αυτό, γι’ αυτό το διασαφηνίζω.
»Φτάσαμε στο Αμπού Ντάμπι το μεσημέρι του Σαββάτου [28 Φεβρουαρίου]. Θα φεύγαμε στις εννέα το βράδυ της ίδιας μέρας για τον τελικό μας προορισμό, το Τόκιο. Στο αεροδρόμιο, ο πρώτος άνθρωπος που συναντάμε στον έλεγχο διαβατηρίων μας λέει, χαμογελαστός. “we have a war. You can’t take a flight” (έχουμε πόλεμο, δεν μπορείτε να πετάξετε). Φαινόταν τόσο χαρούμενος, που λέω, αποκλείεται, θα είναι κάτι περαστικό. Θα φύγουμε σήμερα, δεν γίνεται. Γιατί ήταν και βραδινή η πτήση μας.
«Στο αεροδρόμιο, ο πρώτος άνθρωπος που συναντάμε στον έλεγχο διαβατηρίων μας λέει, χαμογελαστός. “we have a war. You can’t take a flight” (έχουμε πόλεμο, δεν μπορείτε να πετάξετε)»
»Ήταν η πρώτη μέρα του πολέμου. Η πτήση μας πρέπει να ήταν η δεύτερη, τρίτη που σταματούσαν. Δεν είχαν μαζευτεί ακόμα πολλοί τουρίστες στο αεροδρόμιο. Όμως όσο πέρναγε η ώρα τόσο περισσότεροι μαζεύονταν. Κάποια στιγμή, ήμασταν χιλιάδες άτομα.
»Από την πρώτη στιγμή μας πρόσφεραν δωρεάν γεύματα στα μπαρ και στα εστιατόρια του αεροδρομίου. Μπορούσες να πας να πάρεις ό,τι ήθελες κατά τη διάρκεια της αναμονής. Και μας έφερναν συνέχεια χυμούς και νερά.
»Δίπλα μας, στα McDonald’s του αεροδρομίου, βρισκόταν μία οικογένεια, Γερμανών νομίζω, με δύο μικρά παιδάκια. Το ένα πρέπει να ήταν γύρω στα πέντε και το άλλο ακόμα μικρότερο. Η γυναίκα σχεδόν έκλαιγε. Το φαντάζεσαι, να σου συμβεί αυτό και να έχεις μικρά παιδιά; Υπήρχαν πολλές οικογένειες εκεί, γιατί πολλοί Βορειοευρωπαίοι ταξιδεύουν αυτή την εποχή σε εκείνες τις περιοχές για διακοπές.
»Κάποια στιγμή, νομίζω ήταν τρεις ή τέσσερις η ώρα το μεσημέρι, αρχίζει να χτυπάει ο συναγερμός 112 στα κινητά όλων εμάς, των χιλιάδων ταξιδιωτών: “Πέφτουν πύραυλοι. Σας παρακαλούμε πολύ, μείνετε σε εσωτερικό μέρος, απομακρυνθείτε από βεράντες, μπαλκόνια και τζαμαρίες και ακολουθήστε τις οδηγίες των αρχών”. Ήταν τρομακτικό, γιατί το ακούγαμε πρώτη φορά. Ήταν εκκωφαντικός ο θόρυβος. Η περίμετρος εκεί όπου καθόμασταν ήταν όλη τζαμαρία. Δεν είχες πού να πας και πού να σταθείς.
«Κάποια στιγμή, νομίζω ήταν τρεις ή τέσσερις η ώρα το μεσημέρι, αρχίζει να χτυπάει ο συναγερμός 112 στα κινητά όλων εμάς, των χιλιάδων ταξιδιωτών: “Πέφτουν πύραυλοι. Σας παρακαλούμε πολύ, μείνετε σε εσωτερικό μέρος, απομακρυνθείτε από βεράντες, μπαλκόνια και τζαμαρίες και ακολουθήστε τις οδηγίες των αρχών”».
»Κατά τις 6-7 το απόγευμα, το ανακοίνωσαν επίσημα: “Δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί καμία πτήση”. Βρήκα έναν υπάλληλο που μιλούσε καλά αγγλικά και τον ρώτησα, σας παρακαλώ πολύ, πότε θα φύγει η πτήση μου, τι θα γίνει με εμάς; Και μου λέει, δεν ξέρω. Μπορεί να χρειαστεί να παραμείνετε εδώ indefinitely, επ’ αόριστον. Αυτό το indefinitely είναι ωραίο μόνο όταν το λέει η Julia Roberts στο “Μια βραδιά στο Νότινγκ Χιλ”. Εκείνη τη στιγμή ήταν λες και μου έβαζες μία μαχαιριά στην καρδιά. Μου κοπήκαν τα πόδια.

»Θα πάρετε τις βαλίτσες σας, μου λέει, θα σας πάμε σε ξενοδοχεία και θα δούμε τι γίνεται. Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να σας πω οτιδήποτε άλλο.
»Στηθήκαμε σε ατελείωτες ουρές, γιατί μας έπαιρναν με ό,τι μέσο μπορούσαν, ταξί, λεωφορεία, σχολικά λεωφορεία, για να μας μοιράσουν σε ξενοδοχεία. Τη διαμονή μάς είπαν ότι θα την κάλυπτε ο σεΐχης. Σίγουρα πάντως δεν την καλύψαμε εμείς. Εμάς μας πήγαν στο Marriott, ξαναστηθήκαμε σε μια ατελείωτη ουρά αλλά όταν έρχεται η σειρά μας, μας λένε, τελείωσαν τα δίκλινα στο ξενοδοχείο, ψάχνουμε τέσσερις που θέλουν να μείνουν μαζί σε τετράκλινο. Κοιταζόμαστε με ένα ζευγάρι Γάλλων που είχαμε γνωρίσει εκεί -ο άντρας μου είναι μισός Ελβετός και τα Γαλλικά είναι η μητρική του γλώσσα- και λέμε, θα μείνουμε μαζί.
«Όταν έρχεται η σειρά μας, μας λένε, τελείωσαν τα δίκλινα στο ξενοδοχείο, ψάχνουμε τέσσερις που θέλουν να μείνουν μαζί σε τετράκλινο. Κοιταζόμαστε με ένα ζευγάρι Γάλλων που είχαμε γνωρίσει εκεί -ο άντρας μου είναι μισός Ελβετός και τα Γαλλικά είναι η μητρική του γλώσσα- και λέμε, θα μείνουμε μαζί».
»Εντάξει, μας απαντούν, θα σας βάλουμε σε μία σουίτα. Και μας βάζουν σε μία σουίτα 200 τετραγωνικών! Με τεράστια κουζίνα, σαλόνι και τραπεζαρία γύρω στα 70-80 τετραγωνικά, με δύο τεράστια υπνοδωμάτια και τρία μπάνια – μόνο το ένα μπάνιο, του master bedroom, πρέπει να ήταν γύρω στα 30 τετραγωνικά. Μέσα στην ατυχία μας, ήμασταν πολύ τυχεροί.
»Εκείνη τη μέρα το 112 χτυπούσε συνέχεια. Σε σημείο που κατά τις 12.30 το βράδυ, που ήθελα πια να κοιμηθώ και ο σύζυγός μου είχε ανοιχτό το τηλέφωνό του, του λέω, κλείσ’το, αν είναι να συμβεί κάτι δεν με νοιάζει! Δεν είχα κοιμηθεί και το προηγούμενο βράδυ».

«Ήμασταν πολύ κουρασμένοι για να αντιδράσουμε, απλά αλλάξαμε πλευρό» συμπληρώνει σε αυτό το σημείο ο σύζυγος της Λετίτσια, με την ίδια να προσθέτει:
«Σε σχέση με το πόσοι πύραυλοι έπεφταν συνέχεια, οι ζημιές ήταν πολύ λίγες, έχουν καλό σύστημα εξουδετέρωσης των πυραύλων. Καμία φορά άκουγες ένα υπόκωφο ήχο απέξω και ήξερες ότι έχει εξουδετερωθεί κι άλλος πύραυλος.
»Δεν βγήκαμε από το ξενοδοχείο. Για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι δεν τα πάω καλά με τη ζέστη και ο δεύτερος ότι δεν τα πάω καλά με τα θεοκρατικά καθεστώτα καλά ως γυναίκα, δεν αισθανόμουν άνετα να κυκλοφορώ στον δρόμο. Αλλά κάποια στιγμή, τη Δευτέρα νομίζω ήταν, απελπίστηκα πια. Λέω, εντάξει, πάμε μία βόλτα, με τους Γάλλους, μέχρι την παραλία, να δούμε τι είναι αυτό το Αμπού Ντάμπι. Τη στιγμή και που βγαίνουμε από το ξενοδοχείο κοιτάζουμε αριστερά και βλέπουμε ένα τεράστιο μαύρο σύννεφο καπνού να βγαίνει πίσω από τους ουρανοξύστες και σιγά σιγά να τους καλύπτει. Είχε χτυπηθεί η ναυτική βάση. Ξαναγυρίσαμε στο ξενοδοχείο και δεν ξαναβγήκαμε.
«Δεν βγήκαμε από το ξενοδοχείο. Για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι δεν τα πάω καλά με τη ζέστη και ο δεύτερος ότι δεν τα πάω καλά με τα θεοκρατικά καθεστώτα καλά ως γυναίκα, δεν αισθανόμουν άνετα να κυκλοφορώ στον δρόμο».
»Από την πρώτη μέρα στο αεροδρόμιο, ο σύζυγός μου προσπάθησε να επικοινωνήσει με την ελληνική πρεσβεία. Τους έστειλε και mail, όπου τους έδινε τα ονόματά μας και έλεγε ότι είμαστε Έλληνες, παγιδευμένοι στο αεροδρόμιο του Αμπού Ντάμπι. Πολλές ώρες αργότερα έλαβε ως απάντηση ένα mail ότι ο εναέριος χώρος είχε κλείσει, “δεν μπορούμε ούτε να σας στείλουμε αεροπλάνο ούτε να έρθετε με άλλη πτήση, ακολουθήστε τις οδηγίες των αρχών και κάντε ό,τι ακριβώς σας λένε”. Αυτή ήταν η ενημέρωση που είχαμε από την ελληνική πρεσβεία.

»Από ένα σημείο και μετά άρχισαν κάποιες πτήσεις. Όχι πολλές: εκτελούσαν περίπου 15 δρομολόγια την ημέρα, θέλοντας να απεγκλωβίσουν τα ξενοδοχεία και την πόλη, να μην έχουν και αυτή την ευθύνη. Μας είχαν προτείνει είτε επιστροφή χρημάτων είτε να μας γυρίσουν στην Αθήνα όταν θα βρισκόταν δρομολόγιο για Αθήνα ή να μας πήγαιναν στο Τόκιο όταν θα βρισκόταν δρομολόγιο για Τόκιο, που όμως δεν ξέραμε πότε θα ήταν. Μας πρότειναν και το άλλο, να μας πάνε σε οποιονδήποτε προορισμό επιλέγαμε.
»Εμείς ήμασταν σε επικοινωνία με εκπρόσωπο της αεροπορικής, που ερχόταν στο ξενοδοχείο για κάποιες ώρες την ημέρα. Η ίδια η εταιρεία είχε εξαφανιστεί, δεν σήκωνε τηλέφωνα, φαντάζομαι δεν μπορούσε να το διαχειριστεί όλο αυτό.
«Εμείς ήμασταν σε επικοινωνία με εκπρόσωπο της αεροπορικής, που ερχόταν στο ξενοδοχείο για κάποιες ώρες την ημέρα. Η ίδια η εταιρεία είχε εξαφανιστεί, δεν σήκωνε τηλέφωνα, φαντάζομαι δεν μπορούσε να το διαχειριστεί όλο αυτό».
»Κάποια στιγμή στο ξενοδοχείο ακούμε την εκπρόσωπο να σηκώνει το τηλέφωνο και να λέει “πτήση για Πεκίνο; Α ωραία θα το κοιτάξω”. Μας λέει, υπάρχει κανένας που θέλει να πάει στο Πεκίνο; Από Πεκίνο για Τόκιο η πτήση κρατάει 3-4 ώρες μόνο και είναι σχετικά οικονομική».
Επέλεξαν λοιπόν να εκμεταλλευτούν αυτή την ευκαιρία και να πετάξουν από Αμπού Ντάμπι για Πεκίνο. Αποφάσισαν ότι θα ήταν καλύτερο να πληρώσουν από την τσέπη τους τα εισιτήρια των 300 ευρώ, της πτήσης Πεκίνο-Τόκιο, αντί να χάσουν όλα τα λεφτά που είχαν ήδη δώσει για το ταξίδι στην Ιαπωνία. «Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαμε χάσει όλες τις ημέρες διαμονής στο Τόκιο και διάφορα αξιοθέατα που είχα κλείσει. Φύγαμε από το ξενοδοχείο για το αεροδρόμιο Πέμπτη βράδυ». Αλλά και εκείνη η εμπειρία επρόκειτο να είναι επεισοδιακή.
Πίσω στο αεροδρόμιο του Αμπού Ντάμπι, λίγο πριν να επιβιβαστούν στο αεροπλάνο για Πεκίνο, όπως θυμάται ο σύζυγος της Λετίτσια, «άρχισε να χτυπά το 112 στα κινητά και μετά να ακούμε εκρήξεις. Αντί για την πύλη επιβίβασης πήγαμε σε έναν αυτοσχέδιο χώρο καταφυγίου. Κανείς δεν γνώριζε τι επρόκειτο να συμβεί».

«Εκείνη την ημέρα είχε πάρα πολλούς πυραύλους και πολλές αναχαιτίσεις – τις ακούγαμε. Ήμασταν οι μοναδικοί δυτικοί ανάμεσα σε οικογένειες Κινέζων, με μικρά παιδιά και μωρά, περιμέναμε να επιβιβαστούμε σε ένα τεράστιο αεροπλάνο που παίρνει 250-300 άτομα» λέει η Λετίτσια, με τον σύζυγό της να συμπληρώνει: «Κάποια στιγμή έληξε ο συναγερμός. Είχε φτάσει η ώρα της επιβίβασης. Βλέπαμε τους υπεύθυνους ασφαλείας να μας φωνάζουν να κατευθυνθούμε στην πύλη και τον κόσμο να τρέχει προς τα εκεί. Μπροστά στο gate σχηματίστηκε ουρά. Παρακολουθούσαμε με αγωνία τους υπεύθυνους της αεροπορικής να συνεννοούνται μεταξύ τους προσπαθώντας και οι ίδιοι να εκτιμήσουν την κατάσταση. Υπήρχε η εντύπωση ότι όλοι ήθελαν να πραγματοποιηθεί η πτήση παρά το γεγονός ότι δεχόμασταν συνεχείς επιθέσεις από drones.
»Μετά από τόσες μέρες αβεβαιότητας κι αναμονής και το τρελό σκηνικό των συνεχόμενων συναγερμών στο αεροδρόμιο, η αίσθηση του κινδύνου ήταν το ελάχιστο που απασχολούσε τον κόσμο. Απλά όλοι, αναζητούσαν να έρθει ένα τέλος στην τρέλα.
«Μετά από τόσες μέρες αβεβαιότητας κι αναμονής και το τρελό σκηνικό των συνεχόμενων συναγερμών στο αεροδρόμιο, η αίσθηση του κινδύνου ήταν το ελάχιστο που απασχολούσε τον κόσμο. Απλά όλοι, αναζητούσαν να έρθει ένα τέλος στην τρέλα».
»Δευτερόλεπτα πριν να ανοίξουν οι πύλες επιβίβασης, ακούστηκε ξανά το 112. Ήταν καθαρή παράνοια η σκέψη ότι, λίγα μέτρα πριν από την ελευθερία, θα ματαίωναν την πτήση και θα μας γύριζαν πίσω στο ξενοδοχείο. Σε εκείνο το σημείο φάνηκε για άλλη μια φορά ότι η συσσώρευση της ταλαιπωρίας και αβεβαιότητας τόσων ημερών υπερτερούσε της λογικής. Κανείς δεν κουνήθηκε από την θέση του, όλοι περίμεναν με αγωνία κάποια κίνηση μέσα από το τζάμι. Σε μια στιγμή ξέσπασαν σε χειροκρότημα, κάποιοι έκλαιγαν κι άλλοι σήκωναν τα χέρια σαν να είχε βάλει γκολ η αγαπημένη τους ομάδα… Η πύλη μόλις είχε ανοίξει».

Τελικά έφυγαν για Πεκίνο με μία ώρα καθυστέρηση. Όπως κατάλαβαν η Λετίτσια και ο σύζυγός της, ήταν η εποχή του Ραμαζανιού και οι πύραυλοι ακολουθούσαν το πρόγραμμα της θρησκευτικής γιορτής: «Όσο είχε φως, έριχναν πυραύλους. Με το που έπεφτε το σκοτάδι, άρχιζε να ψέλνει ο ιμάμης και πήγαιναν όλοι για φαγητό, οι ρίψεις πυραύλων σταματούσαν και γίνονταν κάποιες πτήσεις».
«Όσο είχε φως, έριχναν πυραύλους. Με το που έπεφτε το σκοτάδι, άρχιζε να ψέλνει ο ιμάμης και πήγαιναν όλοι για φαγητό, οι ρίψεις πυραύλων σταματούσαν και γίνονταν κάποιες πτήσεις».
Από την Οσάκα πλέον, ελπίζουν να καταφέρουν να εκμεταλλευτούν τις τελευταίες πέντε μέρες στην Ιαπωνία που τους απομένουν, από τις περίπου δώδεκα που είχαν αρχικά κλείσει. Το σημαντικότερο από όλα, φυσικά, είναι ότι είναι και οι δύο καλά. Δεν τους ανησυχεί το ταξίδι της επιστροφής, γιατί από την αρχή είχαν κλείσει με ανταπόκριση στο Πεκίνο. «Ούτε πετάμε πάνω από επικίνδυνες περιοχές», όπως καταλήγει, φανερά ανακουφισμένη, η Λετίτσια.
Δείτε τη στιγμή που αρχίζει να ηχεί ξαφνικά το 112 στο αεροδρόμιο του Αμπού Ντάμπι:



