Στο σκοτάδι του -1 της Στέγης, η οθόνη γίνεται πεδίο τελετουργίας. Στο Tectonic Riders, η Έφη Γούση συνθέτει ένα οραματικό, σχεδόν προγονικό σύμπαν: νεαρά κορίτσια, σαν σύγχρονες Αμαζόνες, διασχίζουν ένα άνυδρο, μεταποκαλυπτικό τοπίο της Στερεάς Ελλάδας και αναβιώνουν μια σωματική, μυθική δοκιμασία που θυμίζει τα μινωικά ταυροκαθάψια. Το έργο, που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Πεδίον του Άρεως στο πλαίσιο των Plásmata 3, μοιάζει με μετα-σαμανικός ύμνος για το σώμα, τη γη και τη δυνατότητα αναγέννησης μέσα από την κοινότητα. Μια κινηματογραφική εμπειρία που δεν αφηγείται απλώς έναν μύθο αλλά τον ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μας. Η δημιουργός του, σκηνοθέτης και συνσεναριογράφος μαζί με την Αλεξάνδρα Κ*, Έφη Γούση, μας εξηγεί τον τρόπο που συνδέει τις σύγχρονες αμαζόνες με τα κορίτσια που συμμετείχαν στα Μινωικά Ταυροκαθάψια και μιλάει για την οικολογική ανησυχία ως εσωτερική ανάγκη και όχι ως trend στην τέχνη των ημερών μας.

Το Tectonic Riders, που παρουσιάστηκε αρχικά σε ανοιχτό χώρο, με αφορμή τα #Plasmata 3 στο Πεδίο του Άρεως, μεταφέρεται τώρα σε μία υπόγεια προβολή, στο-1 Black Box της Στέγης. Πώς σκέφτεσαι ότι αλλάζει η εμπειρία καθώς περνάμε από το φυσικό τοπίο σε έναν σκοτεινό, κλειστό χώρο;
Στην πρώτη παρουσίαση στα Plásmata 3, η ταινία λειτουργούσε σαν εύρημα μέσα στο πάρκο: η κυρτή οθόνη ανάμεσα στα δέντρα δημιουργούσε μια έντονη αντίθεση ανάμεσα στο παρόν της φύσης και σε αυτό που απειλείται ή έχει ήδη χαθεί. Το φυσικό περιβάλλον δεν ήταν απλώς πλαίσιο, αλλά ενεργός συνομιλητής του έργου, ενισχύοντας τη θεματική της κλιματικής αλλαγής και της μνήμης του τοπίου.
Στο -1 Black Box, όμως, η εμπειρία συμπυκνώνεται και βαθαίνει αλλιώς. Η απουσία του εξωτερικού χώρου και κάθε άλλου περισπασμού, μεταφέρει το κέντρο βάρος στη δόνηση του έργου: στον ήχο, στους ρυθμούς, στην ανάσα των σωμάτων, στην τελετουργία. Ο θεατής καλείται τώρα να αισθανθεί το έργο σωματικά και ακουστικά, να βυθιστεί στη μεταφυσική του ένταση και να βρεθεί πιο κοντά στον παλμό της γης.

Οι τεκτονικές πλάκες φέρνουν συνειρμικά στο μυαλό μετακινήσεις γης και σωμάτων. Ποιοι είναι τελικά οι αναβάτες και τι είναι αυτό που μετατοπίζεται;
Η δόνηση αυτή έχει να κάνει με την απειλή, με την κραυγή της φύσης. Το ερώτημά μου για αυτή την ταινία, ήταν: σε ποια Γη θα ταφούμε αν αυτή φέρνει στην επιφάνεια τους νεκρούς. Μέσα από την καταστροφή που οι ίδιοι προκαλέσαμε, οι ψυχές μας πλέον δεν θα έχουν πουθενά ησυχία. Αυτό που μετατοπίζεται είναι ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα. Η ομάδα αυτών των νεαρών γυναικών, παρόλο που δεν έχουν τα σωστά μέσα για την τελετουργία που θέλουν να αναβιώσουν, αυτοσχεδιάζουν με μια μηχανή όσο λάθος κι αν είναι. Κι αυτό για μένα έχει διπλή έννοια, ότι το σημαντικό είναι να στείλουν το μήνυμα και ότι όταν αποφασίσουμε να δράσουμε, ίσως να είναι πια αργά.

Αυτό που βλέπουμε σε τι ποσοστό είναι χορογραφημένο; Υπήρχαν περιθώρια αυτοσχεδιασμού;
Όλη η ταινία είναι χορογραφημένη, δεν είναι τίποτα αυτοσχεδιασμός. Είναι μια δουλειά που κάναμε με την Πατρίσια Απέργη, δουλέψαμε τα σώματα των κοριτσιών ώστε να αποκτήσουν χαρακτήρα και βαρύτητα. Ταυτόχρονα έκανα zoom calls με την Clarisse (stunt rider) στην Λυών, για τις συγκεκριμένες πόζες που έπρεπε να κάνει πρόβα επάνω στην μηχανή κι επίσης έκανα 3 ρεπεράζ στο σημείο, για να το περπατήσω και να βρω την οργανικότητα των χαρακτήρων.

Στην ταινία τα νεαρά κορίτσια-σύγχρονες Αμαζόνες αναβιώνουν τα ταυροκαθάψια. Τι σε γοητεύει σε αυτό το αρχαίο τελετουργικό; Ήθελες να μιλήσεις για μια νέα, θηλυκή μορφή δύναμης;
Αφορμή της ταινίας αυτής ήταν η αγάπη που έχω για το horse vaulting κι έτσι βρήκα μια σύνδεση με τα Ταυροκαθάψια. Με γοητεύει η δεξιοτεχνία της κίνησης, το πόσο δυνατά είναι τα σώματα επάνω στην πλάτη του ζώου, αλλά και πόσο εύθραυστα την ίδια στιγμή. Όταν άρχισα να διαβάζω περισσότερα όμως για την τελετουργία αυτή, με συνεπήρε το γεγονός ότι ορισμένοι μελετητές πιστεύουν ότι οι χοροί και τα μοτίβα που απεικονίζονται στην τοιχογραφία δεν είναι μόνο μυθολογικές ή τελετουργικές σκηνές, αλλά και ένας συμβολικός «χάρτης» του ουρανού τη νύχτα, με τα αστέρια να αντικατοπτρίζονται στα μοτίβα του δαπέδου ή στους σχηματισμούς γύρω από τους ταύρους. Οι Μινωίτες συνδύαζαν τη λατρεία της φύσης, την αστρονομία και τη θρησκεία σε μια ενιαία εικόνα: η κίνηση του σώματος των χορευτών και των ταύρων θα μπορούσε να μιμείται τις περιστροφές των ουρανίων σωμάτων, δημιουργώντας ένα είδος «γηινού ουρανού» μέσα στο παλάτι.
Τα Ταυροκαθάψια ήταν ένα από τα αθλήματα που συμμετείχαν και γυναίκες και μάλιστα ήταν και πολύ καλές. Η επιλογή των νεαρών γυναικών δεν ήταν τυχαία, αλλά γιατί ήθελα να ρίξω φως στην γυναικεία ταυτότητα και την νέα γενιά.

Ο άλλος πρωταγωνιστής στην ταινία είναι το τοπίο. Πώς επέλεξες τις τοποθεσίες; Είδες εκεί κάτι που ήθελες να φτάσει σε περισσότερους ανθρώπους;
Το χωριό Κάλλιο, που αναδύεται ξανά από τον βυθό της λίμνης λόγω της λειψυδρίας, έχει μια απειλητική, σχεδόν μεταφυσική ομορφιά. Τα σπίτια–φαντάσματα, δημιουργούν ένα τοπίο που μοιάζει να επιστρέφει από το παρελθόν για να μας προειδοποιήσει. Αυτή ακριβώς η αίσθηση, ανάμεσα στο οικείο και το απόκοσμο, ήταν κάτι που χρειαζόμουν για τη συνθήκη της ταινίας.
Η ταινία μιλά για την κλιματική αλλαγή, τη ζέστη, την ξηρασία, τους σεισμούς, φαινόμενα που συχνά τα ακούμε σαν τίτλους ειδήσεων. Στον Μόρνο, όμως, όλα αυτά εκτίθενται με απόλυτη καθαρότητα. Η κλιματική κρίση δεν μένει σε θεωρητικό επίπεδο, δεν αφορά ένα αόριστο μέλλον, είναι παρούσα και επείγουσα.

Το στοιχείο της γονιμοποίησης της άνυδρης γης, παραπέμπει προφανώς σε οικολογικές ανησυχίες. Νιώθεις ότι η κλιματική αλλαγή βρίσκεται, γενικότερα, στο κέντρο της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας;
Είναι σίγουρα ένα από τα θέματα που απασχολούν τα τελευταία χρόνια, κυρίως γιατί αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε έμπρακτα τις συνέπειες των πράξεών μας. Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής είναι πλέον ορατές και λειτουργούν ήδη εις βάρος μας, αλλά και εις βάρος των γενεών που έρχονται. Δεν θεωρώ την κλιματική αλλαγή ένα «trend» στην τέχνη. Δεν είναι ένα θέμα που εμφανίζεται επειδή είναι επίκαιρο, αλλά επειδή είναι ζωτικής σημασίας. Αγγίζει ζητήματα επιβίωσης, μνήμης, ευθύνης και συλλογικής συνείδησης. Για μένα, λειτουργεί περισσότερο ως εσωτερική ανάγκη παρά ως θεματική επιλογή.

Αν το Tectonic Riders ταξίδευε σε μια χρονοκάψουλα προς το μέλλον, τι θα κουβαλούσε; Μια προειδοποίηση, μια υπόσχεση ή ίσως μια προσευχή;
Θέλω να συνδεθεί με την ελπίδα, το φως και την πίστη στην ομορφιά.

Η Onassis AiR Fellow Έφη Γούση, παρουσιάζει στο –1 Black Box της Στέγης τη βιντεοεγκατάσταση “Tectonic Riders”.
Προβολή 5 λεπτών και 43 δευτερολέπτων, σε λούπα, 18:00- 22:30, από την Πέμπτη 5 έως την Κυριακή 8 Φεβρουαρίου.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below