Από έναν κώνο φωτός, δύο φιγούρες αναδύονται αργά. Ο χώρος ξυπνά ως ένα μέρος που θυμίζει αρχαίο βωμό ή ιερό κύκλο. Χειρονομίες και κινήσεις που μοιάζουν πότε ρευστές και πότε απότομες, πότε κυματώδεις και πότε κοφτές, εντάσεις που κορυφώνονται και υποχωρούν, χώμα, αντικείμενα και άλλα υλικά της φύσης γεμίζουν τον χώρο. Παράλληλα με τη γεμάτη ενέργεια χορογραφία, ένας βαθιά προσωπικός, υπαρξιακός μονόλογος υπογραμμίζει τη μυστικιστική ατμόσφαιρα του έργου.
Το «Mountain» των RootlessRoot (Λίντα Καπετανέα – Γιόζεφ Φρούτσεκ), που επιστρέφει για δεύτερο κύκλο παραστάσεων στον Χώρο ΦΙΑΤ (19–22/02), είναι ένα τελετουργικό για την απώλεια, τη μεταμόρφωση και τη σχέση του ανθρώπου με το θάνατο. Κίνηση και λόγος συνδυάζονται σε μια οικεία διαδικασία που μας υπενθυμίζει ότι το να αποδεχόμαστε το θάνατο σημαίνει επίσης να αποδεχόμαστε τη ζωή. Μια διαδικασία που προέκυψε οργανικά, μέσα από μια βαθιά προσωπική εμπειρία της Λίντας: «Εκείνη την περίοδο βιώναμε κάτι βαθιά προσωπικό: βλέπαμε τον πατέρα μου να φεύγει σιγά σιγά από τη ζωή. Η καθημερινή εμπειρία του αποχαιρετισμού –να κρατάς το χέρι ενός ανθρώπου μέχρι το τέλος, να βλέπεις τον πόνο του, να σε κοιτά στα μάτια– πέρασε αναπόφευκτα στο έργο. Η σιωπή, η υπομονή, ο πόνος, η κραυγή, η αγάπη».
«Η καθημερινή εμπειρία του αποχαιρετισμού –να κρατάς το χέρι ενός ανθρώπου μέχρι το τέλος, να βλέπεις τον πόνο του, να σε κοιτά στα μάτια– πέρασε αναπόφευκτα στο έργο».
Το «βουνό» στο οποίο παραπέμπει και ο τίτλος «είναι ένας τόπος όπου μπορεί να ανανεωθείς αλλά και να πεθάνεις. Μας δείχνει πώς γερνάμε, μέσα από την προσπάθεια που απαιτεί η διάσχισή του. Μας ζητά να είμαστε απολύτως παρόντες: να προσέχουμε το έδαφος κάτω από τα πόδια μας και ταυτόχρονα να κοιτάμε μπροστά, να κρίνουμε αν μπορούμε να φτάσουμε στο επόμενο σημείο, αν χρειάζεται να σταματήσουμε, να ξεκουραστούμε ή ακόμη και να γυρίσουμε πίσω».

Τι αντικρίζουμε όταν φτάνουμε στην κορυφή του; «Δεν υπάρχει θρίαμβος. Υπάρχει σιωπή. Είμαστε πιο κοντά στον ουρανό, αλλά παραμένουμε δεμένοι με τη γη. Βλέπουμε το τοπίο από μια ευρύτερη προοπτική. Η κορυφή είναι ένας τόπος όπου δεν μπορείς να μείνεις για πολύ. Η κορυφή δεν είναι προορισμός· είναι μια στιγμή καθαρότητας πριν χρειαστεί να επιστρέψεις. Ίσως μια καθαρότητα – ή αποδοχή ότι όλα είναι πεπερασμένα. Το “Mountain” δεν μιλά για την κατάκτηση αλλά για τη διαδρομή: για το κουράγιο να συνεχίζεις να ανεβαίνεις, ακόμα κι όταν ξέρεις ότι στο τέλος δεν σε περιμένει η λύτρωση αλλά η συνειδητοποίηση. Και αυτή, με έναν παράδοξο τρόπο, είναι βαθιά ανθρώπινη».
Στη διάρκεια της παράστασης, ο χορός συνομιλεί με τα κείμενα που έγραψε ο Γιόζεφ. Από μια πλεονεκτική θέση, ωστόσο – αν μέτρο σύγκρισης είναι η παλαιότητα και, ίσως, ένα πιο ενστικτώδες επίπεδο κατανόησης του μέσου έκφρασης: «Ο χορός ξεκινά από μια παλαιότερη γνώση του σώματος. Είναι πιο κοντά σε αυτό που είμαστε πριν μάθουμε να εξηγούμε τον εαυτό μας. Μιλά μέσα από τον ρυθμό, την αναπνοή, τη σιωπηλή γραμματική της προσπάθειας. Τα νοήματά του γίνονται αισθητά πριν γίνουν κατανοητά. Οι λέξεις ανήκουν σε ένα μεταγενέστερο στρώμα της ανθρώπινης δημιουργίας. Οξύνουν, συγκεκριμενοποιούν, χαράζουν λεπτομέρειες μέσα στην εμπειρία. Μέσα από τη γλώσσα αφηγούμαστε συγκεκριμένες ιστορίες, κάνουμε διακρίσεις, ονομάζουμε τις λεπτές κορυφογραμμές που συνδέουν τα πράγματα μεταξύ τους.
«Ο χορός ξεκινά από μια παλαιότερη γνώση του σώματος. Είναι πιο κοντά σε αυτό που είμαστε πριν μάθουμε να εξηγούμε τον εαυτό μας».
»Η πρόκληση στο να τα φέρεις μαζί δεν είναι ζήτημα μετάφρασης αλλά ακρόασης. Αν οι λέξεις προσπαθήσουν να κυριαρχήσουν, συρρικνώνουν την απεραντοσύνη που έχει ήδη ανοίξει το σώμα. Αν η κίνηση αγνοήσει τη γλώσσα, το νόημα μπορεί να παραμείνει ασαφές – να γίνεται αισθητό αλλά να μη μοιράζεται. Ο στόχος είναι να επιτρέψουμε και στα δύο να αναδυθούν από το ίδιο έδαφος. Όταν η ευθυγράμμιση είναι αληθινή, οι λέξεις δεν κάθονται πάνω στην κίνηση ως εξήγηση. Αναδύονται από αυτήν. Το σώμα κινείται και η γλώσσα ακολουθεί. Εκεί, το κείμενο δεν είναι σχόλιο αλλά συνέχεια – μια ακόμη χειρονομία, φτιαγμένη από φωνή αντί για σάρκα».
Με τη δημιουργική ελευθερία της μη εξήγησης παίζει και η ονομασία της ομάδας τους, RootlessRoot, που δεν είναι δήλωση αλλά ερώτημα, «ένα ερώτημα μέσα στο οποίο συνεχίζουμε να ζούμε. Έχει αναφορά στη Ζεν παράδοση – σχεδόν σαν ένα koan, ένας γρίφος που δεν λύνεται αλλά σου επιτρέπει να στοχάζεσαι. Δεν λέει “αυτό είμαστε”. Λέει “ρωτάμε”. Ρωτάμε γιατί είμαστε περίεργοι για τη ζωή και γιατί υποψιαζόμαστε ότι η πλήρης κατανόησή της δεν είναι ούτε εφικτή ούτε απαραίτητα επιθυμητή.

»Αυτή η στάση διαπερνά την καλλιτεχνική μας πρακτική. Το έργο δεν τελειώνει ποτέ, δεν ολοκληρώνεται, δεν γίνεται τέλειο – και αυτό δεν είναι έλλειμμα αλλά θέση. Η τελειότητα κλείνει τα πράγματα. Η ολοκλήρωση τα παγώνει. Η “ευκολία” τα εξημερώνει. Εμάς μας ενδιαφέρει η ζωντάνια περισσότερο από το γυάλισμα, η διαδικασία περισσότερο από το αποτέλεσμα, το ασταθές όριο, όπου κάτι ακόμη γίνεται».
Και η Λίντα και ο Γιόζεφ «ήμασταν αθλητές από πολύ μικρή ηλικία, πολύ πριν μπούμε στον χώρο της τέχνης» λέει η ίδια. «Αργότερα, όταν βρεθήκαμε στον χώρο της περφόρμανς και της χορογραφίας, οι δύο κόσμοι –ο αθλητισμός και η τέχνη– συγκρούστηκαν με έναν απολύτως φυσικό τρόπο. Η σωματική νοημοσύνη, η πειθαρχία και η ευαισθησία που καλλιεργούνται μέσα από τον αθλητισμό έγιναν γόνιμο έδαφος για καλλιτεχνική έρευνα». Γεννήθηκε η τεχνική Fighting Monkey Practice, που ενσωματώνει τις πολεμικές τέχνες στον χορό. «Οι πολεμικές τέχνες μάς άνοιξαν έναν άλλο τρόπο σκέψης για το σώμα: όχι ως εργαλείο αισθητικής αλλά ως μέσο επιβίωσης, προσαρμογής, επικοινωνίας. Η ανάγκη να ενσωματωθούν στον χορό γεννήθηκε οργανικά – ως ένας τρόπος να μιλήσουμε για την αντοχή, την εγρήγορση, τη σχέση με τον άλλο και με το απρόβλεπτο».
«Οι πολεμικές τέχνες μάς άνοιξαν έναν άλλο τρόπο σκέψης για το σώμα: όχι ως εργαλείο αισθητικής αλλά ως μέσο επιβίωσης, προσαρμογής, επικοινωνίας. Η ανάγκη να ενσωματωθούν στον χορό γεννήθηκε οργανικά»
Η Fighting Monkey Practice δεν είναι σύστημα πολεμικών τεχνών. «Παρότι κάποια παιχνίδια αντλούν σωματικές αναφορές από την πάλη ή την πυγμαχία, η ουσία της δεν αφορά τη μάχη με την ανταγωνιστική έννοια. Αναφέρεται σε κάτι άλλο: στο ανήσυχο μυαλό. Στο μυαλό που μιλά ασταμάτητα, σχολιάζει, κρίνει, προβλέπει. Στο μυαλό που πιστεύει ότι ήδη γνωρίζει. Αυτό το “μυαλό που γνωρίζει” μπορεί να γίνει εμπόδιο, παρεμβαίνοντας στην άμεση αντίληψη και στην ικανότητά μας να είμαστε πραγματικά παρόντες στον κόσμο.
»Η “μάχη”, λοιπόν, είναι με αυτόν τον εσωτερικό θόρυβο. Μαθαίνοντας να τον ησυχάζουμε –ή έστω να τον αφήνουμε να ξεκουραστεί– δημιουργούμε χώρο για να βιώσουμε την κίνηση, τον/την παρτενέρ, το περιβάλλον, χωρίς το φίλτρο των προκατασκευασμένων ιδεών. Εκεί, η δράση γίνεται πιο άμεση, πιο ζωντανή, λιγότερο εγκλωβισμένη στις προσδοκίες».

Παρότι η Λίντα και ο Γιόζεφ εκτός από την τέχνη και τη σχέση τους χρειάστηκε να ισορροπήσουν και την ανατροφή των παιδιών τους, για τη Λίντα τουλάχιστον δεν υπήρξε ποτέ διαχωρισμός «ανάμεσα στη ζωή και τη δουλειά μου. Από την εγκυμοσύνη μέχρι σήμερα χόρευα, χορογραφούσα, δίδασκα. Παράλληλα, ήταν ξεκάθαρο ότι η οικογένεια έχει προτεραιότητα. Αρνηθήκαμε καλές ευκαιρίες, εδώ και στο εξωτερικό, για να είμαι παρούσα στα παιδιά μου. Ήταν συνειδητή επιλογή. Και ήμουν πολύ τυχερή γιατί είχα στήριξη από τους γονείς μου. Τα παιδιά μας μας έχουν δει και μας βλέπουν ακόμα σε όλες μας τις στιγμές – στις χαρές, στις αποτυχίες, στις πρεμιέρες. Δεν ξέρω πώς ακριβώς τα έχει διαμορφώσει αυτό· θα το δείξει ο χρόνος. Έχουν δει πολύ χορό, αλλά κάνουν και πράγματα έξω από την τέχνη: βόλεϊ, μπάσκετ. Και αυτή η ισορροπία είναι τελικά πολύ σημαντική».
«Από την εγκυμοσύνη μέχρι σήμερα χόρευα, χορογραφούσα, δίδασκα. Παράλληλα, ήταν ξεκάθαρο ότι η οικογένεια έχει προτεραιότητα. Αρνηθήκαμε καλές ευκαιρίες, εδώ και στο εξωτερικό, για να είμαι παρούσα στα παιδιά μου».
Η αδιαπραγμάτευτη αφοσίωσή της στον χορό την οδήγησε στην καλλιτεχνική διεύθυνση του Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας (για επτά χρόνια, αποχώρησε το 2024). Πλέον, από το φθινόπωρο του 2025, είναι διευθύντρια της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης (ΚΣΟΤ), που αξίζει να σημειωθεί ότι είχε ιδρυθεί το 1937 από μια άλλη γυναίκα, την Κούλα Πάτσικα (τότε, με την ονομασία Επαγγελματική Σχολή Ορχηστικής).
Από την εμπειρία της πιστεύει, ωστόσο, ότι ακόμα δεν έχει εδραιωθεί πλήρως η αξιοκρατία «στην επιλογή και τοποθέτηση ανθρώπων σε θέσεις ηγεσίας στους θεσμούς της τέχνης στη χώρα μας. Συχνά δεν ακολουθούνται σαφείς και θεσμοθετημένες διαδικασίες. Όταν ανέλαβα το Φεστιβάλ Καλαμάτας, ήταν μία από τις περιπτώσεις όπου εφαρμόστηκε ανοιχτή διαδικασία· υπέβαλα υποψηφιότητα και φάκελο προς αξιολόγηση. Στην ΚΣΟΤ, η τοποθέτησή μου προέκυψε αρχικά λόγω της αιφνίδιας αποχώρησης του Δάφνι [Κόκκινου] και της ανάγκης άμεσης κάλυψης της θέσης. Πιστεύω ότι και στις δύο περιπτώσεις η επιλογή μου βασίστηκε σε συγκεκριμένα επαγγελματικά κριτήρια και όχι στο φύλο μου. Εκείνο που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι στο Φεστιβάλ δεν μπορούσα να συμφωνήσω με ορισμένες επιλογές. Αυτή η στάση αποτελεί για μένα μια σταθερή γραμμή ως γυναίκα, ως καλλιτέχνιδα, ως διευθύντρια».
Προτεραιότητά της τώρα, ως διευθύντρια της ΚΣΟΤ είναι «οι σπουδαστές. Τα υπόλοιπα ανήκουν στη διοικητική άβυσσο. Αυτό που με καίει και θέλω να επιτύχω με τα παιδιά είναι να βγαίνουν από τη Σχολή άνθρωποι που αγαπούν βαθιά την τέχνη του χορού. Με συνείδηση της τύχης τους να μπορούν να προσφέρουν και να πλουτίσουν αυτή την τέχνη. Να καταλάβουν πόσο τυχεροί είναι που σπουδάζουν μια τέχνη που σε μαθαίνει να ακούς το σώμα σου, να σέβεσαι τα όριά σου, να δουλεύεις καθημερινά με πειθαρχία και ευαισθησία. Λέω πάντα στους σπουδαστές ότι δεν γνωρίζω άλλον δρόμο πέρα από αυτόν της ασταμάτητης έρευνας και της καθημερινής δουλειάς με το σώμα. Αυτός είναι ο τρόπος μου – και αυτός είναι ο άξονας πάνω στον οποίο θέλω να κινηθεί η Σχολή».

Info
«Mountain», Πέμπτη 19 – Κυριακή 22 Φεβρουαρίου στις 21:00, ΦΙΑΤ, Φαλήρου 97, Κουκάκι. Διάρκεια: 50 λεπτά. Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr
Συντελεστές
Σύλληψη – Χορογραφία – Ερμηνεία: Λίντα Καπετανέα, Jozef Fruček. Κείμενα : Jozef Fruček. Επεξεργασία ιδέας και επιμέλεια κειμένων: Ιωάννα Νασιοπούλου. Μουσική σύνθεση: Βασίλης Μαντζούκης. Σχεδιασμός φωτισμού: Περικλής Μαθιέλλης. Σχεδιασμός ήχου – Ηχοληψία: Χρήστος Παραπαγκίδης. Κατασκευή Σκηνικών: Jozef Fruček. Σχεδιασμός Κοστουμιών: Ειρήνη Γεωργακίλα. Κατασκευή κοστουμιών: Atelier Τσιούνη. Κατασκευή μάσκας: Ηλιάνα Σκουλάκη. Εκτέλεση παραγωγής: Polyplanity Productions – Βίκυ Στρατάκη και Νίκος Χαραλαμπίδης. Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή. Παραγωγή: RootlessRoot
Η παράσταση πραγματοποιείται υπό την αιγίδα και με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού.



