Ο Sigmund Freud θεωρούσε πως η αγάπη και η εργασία είναι αυτά που μας οδηγούν σε μια ωραία, γεμάτη και ικανοποιητική ζωή. Οι πρωταγωνιστές του «Ο Διάβολος Φοράει Prada» και στην πρώτη αλλά και στη δεύτερη ταινία φαίνεται να συμφωνούν ή τουλάχιστον να έχουν πειστεί από τον ψυχαναλυτή, ειδικά με το δεύτερο σκέλος της άποψής του.
Στο σίκουελ της εμβληματικής ταινίας του 2006, βλέπουμε τους χαρακτήρες 20 χρόνια μετά να υπερασπίζονται με πάθος τη δουλειά τους ως ένα μέρος ζωτικής σημασίας για την αυτοπραγμάτωσή τους, ως ένα κομμάτι της καθημερινότητάς τους που τους δίνει κίνητρο. Σε αυτό το σύμπαν, ο πραγματικός «αντίπαλος» δεν είναι μόνο κάποιο πρόσωπο, αλλά η απειλή της επαγγελματικής απαξίωσης – ή, ακόμη χειρότερα, της απώλειας εργασίας. Το μήλον της έριδος δεν είναι τόσο προσωπικό, όσο επαγγελματικό.

Η Andy βρίσκει νόημα μέσα από το έργο της ως μάχιμη δημοσιογράφος, η Miranda αναμένει και φιλοδοξεί να ανέβει κι άλλο στην ιεραρχία ολόκληρου του εκδοτικού οίκου, ο Nigel παραμένει πιστός και προσηλωμένος στο όραμα και τη διάθεσή του να δημιουργεί όμορφες εικόνες και look παρά τους χαλεπούς καιρούς και η Emily, υπεύθυνη σε έναν από τους μεγαλύτερους οίκους μόδας και παρά τη σχέση της με έναν tech billionaire δεν τον χρησιμοποιεί μόνο για δώρα ή ανέσεις αλλά για να μπορέσει να αναλάβει την υπεύθυνη θέση στο Runway και να γίνει Miranda στη θέση της Miranda.
Η Miranda, που από την πρώτη ταινία ήταν πεπεισμένη πως «Όλοι το θέλουν αυτό. Όλοι θέλουν να είναι εμείς» δε φαίνεται να έχει αλλάξει γνώμη ούτε να πτοείται από τις αλλαγές στις οποίες έχει κληθεί να προσαρμοστεί (κρεμάει το παλτό της μόνη της και πετάει στην οικονομική θέση!). Δείχνει πως αυτό που την τραβάει και την κρατάει δεν είναι μονάχα το κύρος και τα χρήματα τα οποία θα της επέτρεπαν να έχει σταματήσει να δουλεύει εδώ και χρόνια, αλλά η ίδια η διαδικασία της δουλειάς.
View this post on Instagram
Μαζί με την Andy, επιχειρούν να σώσουν το περιοδικό τους από την εξαγορά και την αλλοίωση που αυτή συνεπάγεται: στο ανθρώπινο δυναμικό, στην ποιότητα, στην ίδια του την ταυτότητα.
Η Miranda γνωρίζει πως η Andy έχει πρόταση να γράψει την βιογραφία της που λογικά δεν θα την κολακεύει και πάρα πολύ ως χαρακτήρα. Και την ενθαρρύνει όχι μόνο να το κάνει, αλλά και να τα γράψει όλα. Να μην κρύψει το τίμημα που πληρώνει για να είναι αυτή που είναι. Να παραδεχτεί πως έχει χάσει χρόνο με τα παιδιά της, η προσωπική της ζωή ήταν πάντα αμφίρροπη, πως έχει εξωφρενικές απαιτήσεις από τους συνεργάτες της και πως όσα λέγονται ή γράφονται κατά καιρούς για εκείνη ισχύουν. Όπως λέει χαρακτηριστικά «Ο κόσμος πρέπει να ξέρει πως υπάρχει κόστος. Αλλά πραγματικά λατρεύω το να δουλεύω. Αλήθεια, το λατρεύω. Εσύ;» Για τη σιδηρά κυρία της ταινίας, το τίμημα που πληρώνει από την νευραλγική θέση που βρίσκεται αξίζει και με το παραπάνω.
Καμία αναφορά στο work-life balance; To 2026; Αυτό είναι όντως ριζοσπαστικό. (Σε μια εποχή βέβαια όπου το κίνημα των tradwives φιλοδοξεί να ανθίσει, οι χαρακτήρες της ταινίας μοιάζουν σχεδόν αναζωογονητικοί.)

Το σίκουελ παρά ταύτα δεν κρύβει μια σκληρή πραγματικότητα. Για τη γενιά της κραταιάς Miranda η αφοσίωση στη δουλειά και το όραμα απέφερε οικονομικούς καρπούς, εκτίμηση και αναγνώριση, ενώ για την millennial Andy (και τους συνομήλικους φίλους και συνεργάτες της), η ανάλογη φιλοδοξία δεν εξασφαλίζει τίποτα -παρά τα βραβεία της.
Η ταινία είναι σημάδι των καιρών της και δεν έχει ούτε την αισιοδοξία ούτε το βιτριόλικο χιούμορ της πρώτης. Ωστόσο, το τέλος της φέρνει χαμόγελα. Το happy ending που αποζητούσαν οι πρωταγωνιστές για τους εαυτούς τους υπάρχει, και είναι το εξής: έχει βραδιάσει στη Νέα Υόρκη και η Miranda, ο Nigel και η Andy (φορώντας ένα πουλόβερ σε πολύ συγκεκριμένη απόχρωση) βρίσκονται ο καθένας στο γραφείο του, απορροφημένοι, δουλεύοντας.



