Κάθε Δευτέρα πρωί επί έξι μήνες, μια νέα γυναίκα παίρνει το τρένο από τη γερμανική πόλη Χάγκεν για το Βούπερταλ, αποφασισμένη να πάει να βρει την Πίνα Μπάους, να της συστηθεί και να της ζητήσει να μπει στο χοροθέατρό της (Tanztheater Wuppertal Pina Bausch). Και κάθε φορά που αποβιβάζεται στον προορισμό της, της κόβονται τα πόδια και παίρνει το τρένο της επιστροφής. «Έχω κρατήσει όλα εκείνα τα εισιτήρια σε ένα μεγάλο κουτί» θυμάται σήμερα εκείνη η γυναίκα, η χορογράφος-χορεύτρια Αθανασία Κανελλοπούλου. «Μέχρι που τον Ιούνιο του 2002 ξυπνάω μια μέρα, βλέπω τον εαυτό μου στον καθρέφτη και λέω, είσαι πάρα πολύ δειλή, τι ακριβώς φοβάσαι;».

Εκείνη τη μέρα, με το που φτάνει στο Βούπερταλ δεν παίρνει το τρένο της επιστροφής αλλά πηγαίνει κατευθείαν στον χώρο όπου κάνει μαθήματα η Πίνα Μπάους. «Χτυπάω την πόρτα και μου λένε, η Πίνα δεν είναι εδώ, είναι με όλη την ομάδα της στο Παρίσι, σε περιοδεία». Επιστρέφει στο Χάγκεν, «φτιάχνω το βαλιτσάκι μου, κλείνω την ίδια κιόλας μέρα νυχτερινό τρένο για το Παρίσι και πηγαίνω να τη βρω. Θυμάμαι ακόμα τη στιγμή που περιμένω στην είσοδο των καλλιτεχνών. Πέντε λεπτά πριν να ξεκινήσει η παράσταση, κατεβαίνει τυχαία η βοηθός της. Της λέω, “είναι επείγουσα ανάγκη να μιλήσω στην Πίνα Μπάους”».

Η βοηθός της Μπάους παίρνει την Αθανασία από το χέρι, «γιατί προφανώς διακρίνει την πάρα πολύ μεγάλη αγωνία μου» και την οδηγεί στο γραφείο της θρυλικής χορογράφου «ακριβώς πριν να ξεκινήσει η παράσταση. Κάθιδρη, της λέω: “Συγγνώμη που σας ενοχλώ, είμαι η Αθανασία από την Ελλάδα και θέλω απλά να χορέψω για εσάς”». Η πρώτη αντίδραση της Μπάους είναι να της πει «ένα εγκάρδιο ευχαριστώ και να με αγκαλιάσει».

Κάθε Δευτέρα πρωί επί έξι μήνες, μια νέα γυναίκα παίρνει το τρένο από τη γερμανική πόλη Χάγκεν για το Βούπερταλ, αποφασισμένη να πάει να βρει την Πίνα Μπάους, να της συστηθεί και να της ζητήσει να μπει στο χοροθέατρό της (Tanztheater Wuppertal Pina Bausch). Και κάθε φορά που αποβιβάζεται στον προορισμό της, της κόβονται τα πόδια και παίρνει το τρένο της επιστροφής.

Σε αγκαλιάζει, κυριολεκτικά;

«Κυριολεκτικά. Αισθάνομαι αυτή την αγκαλιά σαν μια καλλιτεχνική αγκαλιά και σαν μια μητρική αγκαλιά και σαν έναν τόπο ξεκούρασης. Παίρνει, θυμάμαι, το σημειωματάριό της και μου λέει, “ωραία, θέλεις να έρθεις αύριο να κάνεις ένα μάθημα με την ομάδα;”».

Έτσι ξεκινάει η συνεργασία της με την Πίνα Μπάους. Βρίσκεται να χορεύει την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης», ως γκεστ μέλος της ομάδας της, «σε πάρα πολλά μεγάλα φεστιβάλ, στην Ιαπωνία, στην Κίνα, στις Βρυξέλλες, στο Λονδίνο, στο Βούπερταλ». Να χορεύει στην παράσταση που είχε παρακολουθήσει ως θεατής έναν περίπου χρόνο πριν, στην Όπερα του Βούπερταλ, και μετά «δεν μπορούσα να μιλήσω για τέσσερις μέρες, είχα συγκλονιστεί».

Η βοηθός της Μπάους παίρνει την Αθανασία από το χέρι και την οδηγεί στο γραφείο της θρυλικής χορογράφου «ακριβώς πριν να ξεκινήσει η παράσταση. Κάθιδρη, της λέω: “Συγγνώμη που σας ενοχλώ, είμαι η Αθανασία από την Ελλάδα και θέλω απλά να χορέψω για εσάς”». Η πρώτη αντίδραση της Μπάους είναι να της πει «ένα εγκάρδιο ευχαριστώ και να με αγκαλιάσει».

Πώς θυμάται την Μπάους: «Έμπαινες στον χώρο και απλά σε μαγνήτιζε με το βλέμμα της. Και πόσο σπουδαίο είναι, όταν κάτω από αυτό το βλέμμα συντελείται ένας ολόκληρος κόσμος. Ήταν τρομερά συγκροτημένη, τρομερά πειθαρχημένη και έδινε στους χορευτές της απεριόριστη αγάπη, φροντίδα και εμπιστοσύνη. Και όταν κάποιος εμπνέει τόσο πολλή εμπιστοσύνη, εσύ θέλεις να δώσεις το καλύτερο του εαυτού σου. Θυμάμαι ότι όσους τραυματισμούς και να είχα στο σώμα μου, όταν έμπαινε στην αίθουσα όλα περνούσαν ως διά μαγείας».

Συνεργάζεται με την ομάδα της για έξι χρόνια, από το 2002 έως το 2008, αλλά μέχρι σήμερα «η Πίνα ζει μέσα μου». Έτσι, λίγο πριν από τις τρεις προβολές σε 3D του «Πίνα Μπάους» («Pina») του Βιμ Βέντερς στον Δαναό (08, 09, 10/05), η Αθανασία καλείται να προλογίσει το ντοκιμαντέρ με μια σύντομη live performance χορού μέσα στον κινηματογράφο. Την ονομάζει «Inside Out», εμπνευσμένη καθώς είναι από την ιδιαίτερη συνθήκη της δικής της σύμπραξης με την ομάδα της Μπάους, όπου «ήμουν λίγο μέσα-έξω. Προσπάθησα να ενσωματώσω στη χορογραφία το στοιχείο της απόλυτης δέσμευσης αλλά και της απόλυτης ελευθερίας. Το πώς είναι για έναν χορευτή να μπαινοβγαίνει σε έναν θίασο τόσο σπουδαίο και μεγάλο και ταυτόχρονα πώς μπορεί να βρει τη δική του καλλιτεχνική ταυτότητα. Η Πίνα με επηρέασε απεριόριστα, ενώ μου έδωσε μια ελευθερία να αποκτήσω τη δική μου γλώσσα και τη δική μου κινησιολογική φόρμα».

Photo: Penguin Productions/Xenia Tsilochristou

Σε μια πρόβα της χορογραφίας της στον Δαναό, παρόλο που η αίθουσα είναι εντελώς άδεια και γυμνή από σκηνικά και η μουσική έρχεται από ένα μικρό ηχείο, η Αθανασία γεμίζει τον χώρο και τις αισθήσεις μας με την κίνηση και την ενέργειά της. Όπως μας εξηγεί, θέλει αυτή η περφόρμανς να είναι ένα «δώρο» στην Μπάους για όσα σπουδαία τής έμαθε, «ταπεινό και διακριτικό» ωστόσο μπροστά στο «μεγαλειώδες», όπως το αποκαλεί, έργο του Βέντερς «με την τόσο ανθρώπινη ματιά του».

Από όσο θυμάται τον εαυτό της, η Αθανασία αγαπούσε την κίνηση, «όχι μόνο τη σωματική αλλά και την πνευματική». Ευτυχώς, οι γονείς της υποστήριξαν την επιθυμία της να ασχοληθεί με τον χορό, παρόλο που όταν πήγε με υποτροφία να σπουδάσει στη Rambert School of Ballet and Contemporary Dance στο Λονδίνο αναγκάστηκαν να την αποχωριστούν και μάλιστα σε μια εποχή (1996) που τα μέσα επικοινωνίας με το εξωτερικό ήταν πενιχρά. «Φαντάσου ότι μου τηλεφωνούσαν μία φορά στις δέκα μέρες από καρτοτηλέφωνο της γειτονιάς».

Σε μια πρόβα της χορογραφίας της στον Δαναό, παρόλο που η αίθουσα είναι εντελώς άδεια και γυμνή από σκηνικά και η μουσική έρχεται από ένα μικρό ηχείο, η Αθανασία γεμίζει τον χώρο και τις αισθήσεις μας με την κίνηση και την ενέργειά της. Όπως μας εξηγεί, θέλει αυτή η περφόρμανς να είναι ένα «δώρο» στην Μπάους για όσα σπουδαία τής έμαθε.

Συνέχισε τις σπουδές της στη σχολή της Martha Graham στη Νέα Υόρκη και για 18 χρόνια έζησε στο εξωτερικό και συνεργάστηκε με σημαντικούς χορογράφους και ομάδες σύγχρονου χορού. Το 2008 πέρασε στη χορογραφία. Μέχρι σήμερα έχει χορογραφήσει 25 έργα και έχει συνεργαστεί ως γκεστ χορογράφος με ομάδες από όλο τον κόσμο, από την Ισλανδία έως την Αίγυπτο. Σε αυτές τις συνεργασίες, παρόλο που το χρονικό περιθώριο είναι συνήθως αρκετά στενό, βρίσκει «μαγική» τη διαδικασία δημιουργίας μαζί με «διαφορετικούς ανθρώπους από διαφορετικούς πολιτισμούς».

Κάποιες φορές συμβαίνει, φτάνοντας στον προορισμό της, τα σχέδιά της να ανατραπούν. Όπως στη χορογραφία που της προτείνεται να δημιουργήσει για οκτώ χορεύτριες στην Παλαιστίνη. Έχει οργανώσει τα πάντα στο μυαλό της «με τη μουσικό μου, Κωνσταντίνα Πολυχρονοπούλου, με την οποία συνεργάζομαι εδώ και σχεδόν 12 χρόνια», αλλά οι συνθήκες που αντικρίζει εκεί είναι τόσο ανατρεπτικές, «που πρέπει να απομακρυνθώ εντελώς από τη δική μου οπτική και να πάω κοντά σε αυτές τις γυναίκες, να κάνω κάτι που έχουν ανάγκη να πουν».

Photo: Penguin Productions/Xenia Tsilochristou

Τι θέλουν να πουν οι χορεύτριες της Παλαιστίνης;

«Ότι πίσω από τα τείχη στα οποία ζουν υπάρχει μια θάλασσα και πάρα πολλές λεμονιές, που μυρίζουν αλλά δεν μπορούν να δουν».

Οι μυρωδιές της πατρίδας είναι ένα από τα πράγματα που κάνουν την Αθανασία να επιστρέψει στην Ελλάδα στο «μεταίχμιο των είκοσι ετών στο εξωτερικό, όταν λέω ότι θα γυρίσω ή τώρα ή όταν πάρω σύνταξη». Χωρίς να αφήσει όμως τις συνεργασίες της εκτός των συνόρων, άλλωστε «ως προσωπικότητα δεν έχω σύνορα και η γλώσσα του χορού είναι οικουμενική». Πλέον διδάσκει στη Σχολή Χορού της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης και έχει ιδρύσει (2018) την ομάδα Athanasia Kanellopoulou Performing Arts.

Οι μυρωδιές της πατρίδας είναι ένα από τα πράγματα που κάνουν την Αθανασία να επιστρέψει στην Ελλάδα στο «μεταίχμιο των είκοσι ετών στο εξωτερικό, όταν λέω ότι θα γυρίσω ή τώρα ή όταν πάρω σύνταξη». Χωρίς να αφήσει όμως τις συνεργασίες της εκτός των συνόρων, άλλωστε «ως προσωπικότητα δεν έχω σύνορα και η γλώσσα του χορού είναι οικουμενική».

Στο μεταξύ, δεν σταματά ποτέ να δημιουργεί. Το ενδιαφέρον της για τα γυναικεία θέματα είναι μια από τις γέφυρές της με την Μπάους. «Μέχρι τα τελευταία της έργα την απασχολούσε η διαμάχη ανάμεσα στα δύο φύλα και το πόσο η γυναίκα ήθελε να βρει τον τόπο της, τη φωνή της, σε ένα πάρα πολύ ασφυκτικό πλαίσιο». Αυτό που εντυπωσιάζει και γοητεύει την Αθανασία στο γυναικείο σώμα είναι «η δύναμη και η ευαλωτότητα που φέρει. Πρέπει να αγκαλιάσουμε την αδυναμία μας και με αυτήν να τολμήσουμε να βρούμε τον χώρο μας σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, που τελικά ελάχιστα έχει αλλάξει. Λέμε ότι έχουν γίνει βήματα, αλλά ποια ακριβώς, όταν κάθε μέρα μαθαίνουμε για μια γυναικοκτονία που συμβαίνει δίπλα μας; Όταν στο Παρίσι βιάζεται μια γυναίκα ανά πέντε δευτερόλεπτα; Όταν σε κάποιες χώρες γίνονται ακόμα ακρωτηριασμοί γυναικείων γεννητικών οργάνων;».

Οι έμφυλες ανισότητες, ακόμα και όταν δεν είναι τόσο βίαιες, επεκτείνονται στον χώρο της τέχνης, όπου μέχρι σήμερα «ελάχιστες γυναίκες είναι σε θέσεις ισχύος σε καλλιτεχνικές δομές – σε θέατρα, σε όπερες. Ή, πόσες μαέστρους γνωρίζουμε πραγματικά;».

Σαν φόρο τιμής στο γυναικείο βλέμμα η Αθανασία δημιουργεί μια τριλογία έργων κάτω από την ίδια θεματική, που θα ήθελε να ξαναπαρουσιάσει στο μέλλον. Το «Nadja – Who Am I?» (2021, πρεμιέρα Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας) είναι εμπνευσμένο από τη Francesca Woodman, την Αμερικανίδα φωτογράφο «που άφησε ένα απίστευτο καλλιτεχνικό έργο αλλά αυτοκτόνησε μόλις στα 22 της». Το δεύτερο, «Two – Matters of Existence» (2024, πρεμιέρα Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας) «αναφέρεται στην ταινία “Persona” του Bergman, που πραγματεύεται μια διττή γυναικεία φιγούρα και το πόσο μπορεί ο ένας να γίνει καθρέφτης του άλλου είτε μέσα από τη μητρική σχέση είτε μέσα από μια φιλική ή ερωτική σχέση». Το τρίτο, «Loud Whispers» (2025, πρεμιέρα στο ΠΛΥΦΑ, Αθήνα), είναι αφιερωμένο σε πολλές γυναικείες φωνές που έχουν εμπνεύσει και καθορίσει την καλλιτεχνική πορεία της Αθανασίας.

Photo: Penguin Productions/Xenia Tsilochristou

Στην επαφή της με τις νεότερες γενιές, την προβληματίζει ο ρόλος των social media. Η αγωνία της είναι «να μη μένουμε μέσα στην οθόνη, να μπορεί το βλέμμα μας να ταξιδεύει πέρα από αυτήν». Η οπτική μας στον χορό, και στον κόσμο, να μην περιορίζεται από ό,τι δείχνει μια κάμερα κινητού. «Σε όλα αυτά τα πολύ σύντομα reels δεν βλέπουμε τις κρυμμένες πτυχές του σώματος αλλά τις πτυχές που θέλουμε εμείς να φωτίσουμε, που μπορεί να κρύβουν πολλή ναρκισσιστική διάθεση. Αλλά ο χορός έχει τη δύναμη να αγκαλιάζει και τις ευάλωτες πτυχές, τις τραυματισμένες πτυχές, όχι μόνο τις όμορφες. Αναρωτιέμαι λοιπόν εάν η οθόνη έχει χώρο και για ευαλωτότητα, αδυναμία, ασχήμια ή μόνο για το πόσο όμορφος, δυνατός και perfect είμαι».

«Πρέπει να αγκαλιάσουμε την αδυναμία μας και με αυτήν να τολμήσουμε να βρούμε τον χώρο μας σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, που τελικά ελάχιστα έχει αλλάξει. Λέμε ότι έχουν γίνει βήματα, αλλά ποια ακριβώς, όταν κάθε μέρα μαθαίνουμε για μια γυναικοκτονία που συμβαίνει δίπλα μας;»

Ο χορός θέλει να είναι μια απάντηση, μια αντίσταση, στον ολοένα αυξανόμενο καταναλωτισμό και υλισμό, όπως γράφει στη διαδικτυακή πλατφόρμα της. Να αντιστέκεται «σε μια κοινωνία που ενδιαφέρεται για το πόσο ακριβά ρούχα παρουσιάζω, για το πόσο τέλειο είναι το μακιγιάζ μου, για το πόσο τέλειοι είναι οι μύες μου. Αναρωτιέμαι αν ο χορός μπορεί να σταθεί απέναντι σε αυτό με τη δύναμή του και να μιλήσει για πράγματα που έχουμε ανάγκη στις μέρες μας, όπως η ανθρωπιά και η ομορφιά μέσα από τη φθορά. Γιατί ο χορός έχει πάρα πολλή φθορά καθημερινή, πάρα πολύ πόνο, πάρα πολλή σύγκρουση με τον εαυτό μας, μιλάει για βαθιά κομμάτια που πρέπει να αγκαλιάσουμε και για το πόσο είμαστε έτοιμοι να τα δούμε. Σίγουρα δεν είναι απλή και εύκολη διαδικασία».

Photo: Penguin Productions/Xenia Tsilochristou

Έχεις σκεφτεί ποτέ να τα παρατήσεις;

«Κάθε μέρα. Αλλά να παρατήσω τι, αναρωτιέμαι. Είμαι απλά μια εργάτρια. Δεν κάνω τίποτα άλλο. Όπως ένας άνθρωπος πηγαίνει να δουλέψει σε ένα φούρνο ή σε ένα δικηγορικό γραφείο ή να καθαρίσει έναν χώρο, έτσι κι εγώ πηγαίνω κάθε μέρα, ξεκινώντας από το μηδέν, με το καινούργιο μου σώμα, με τις καινούργιες μου σκέψεις. Με το σώμα που πονάει, με το σώμα που αντιστέκεται. Γιατί ακόμα και το να το μεταφέρω στο μετρό είναι μια μορφή αντίστασης».

Συνεχίζοντας να χορεύει η Αθανασία προκαλεί και τον ηλικιακό ρατσισμό, που επιβιώνει μέχρι σήμερα, ειδικά στην Ελλάδα. «Πρέπει επιτέλους να πάψουμε να πιστεύουμε ότι ο χορός σταματάει στα 30. Ευτυχώς, σε πολύ μεγάλα φεστιβάλ στο εξωτερικό, αλλά ακόμα κι εδώ, έχει αρχίσει ένα άνοιγμα προς μεγαλύτερες ηλικίες».

Πιστεύει ότι η ενοχή που συνοδεύει το σώμα σε όλες τις εκφάνσεις του, ειδικά στη χώρα μας, είναι ένας από τους παράγοντες της έμφυλης βίας. «Το σώμα θεωρείται ακόμα ταμπού. Πρέπει να το αγκαλιάσουμε από πάρα πολύ μικρή ηλικία, να δούμε τις δυνατότητες, τη δύναμή του αλλά και να το απενοχοποιήσουμε».

Καθώς μάλιστα μεγαλώνουμε και η ανάγκη της συμφιλίωσης με το πέρασμα του χρόνου γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική, ο χορός μπορεί να την ικανοποιήσει με τον πλέον ενστικτώδη τρόπο. Ή, όπως το είχε θέσει η Πίνα Μπάους, «χορέψτε, χορέψτε, αλλιώς χανόμαστε». Δεν είναι απαραίτητο να χορεύουμε επαγγελματικά. Η Αθανασία επισημαίνει «πόσο σημαντική είναι η κίνηση σαν μορφή αντίστασης και στη στασιμότητα – μπαίνεις στο μετρό και βλέπεις σώματα χυμένα σε ένα κινητό, μια κοινωνία σε ακινησία. Πόσο σημαντικό είναι να υπενθυμίζουμε διαρκώς στους εαυτούς μας την κίνηση».

Μόνο τα μικρά παιδιά δεν το έχουν χάσει αυτό.

«Ακριβώς. Ο καλός μου φίλος και συνεργάτης Ιωάννης Καρούνης [μαζί είχαν δημιουργήσει την πρώτη περφόρμανς στο ντοκιμαντέρ του Βέντερς, το 2011, ένα ντουέτο] μου έχει πει κάτι πολύ σπουδαίο: Τα μικρά παιδιά δεν κάνουν ζέσταμα. Απλά τρέχουν, με όλο τους το είναι, με όλο τους το αίμα. Πόσο λοιπόν φιλτράρουμε αυτή την πρωτόγονη αίσθηση καθώς μεγαλώνουμε, ενηλικιωνόμαστε, μπαίνουμε σε καλούπια. Και πόσο σημαντικό είναι να θυμηθούμε αυτό το ένστικτο, θαμμένο μέσα στο σώμα και στις κοινωνίες μας, ειδικά τις δυτικές».

Photo: Penguin Productions/Xenia Tsilochristou

Για την ταινία «Πίνα Μπάους»

«Πίνα Μπάους/ Pina» (2011). Σκηνοθεσία: Βιμ Βέντερς. Πρωταγωνιστούν: Πίνα Μπάους, Ρεγγίνα Αντβέντο, Μαλού Αϊρούντο, Ρουθ Αμαράντε, Ράινερ Βεχρ, Οντρεϊ Μπερεζίν, Μπενεντίκτ Μπιγιέ. Διάρκεια: 106’.

Σύνοψη: Οι χορευτές του Χοροθεάτρου του Βούπερταλ ζωντανεύουν, πάνω κι έξω από τη θεατρική σκηνή, τέσσερα από τα σπουδαιότερα έργα της Πίνα Μπάους. Παράλληλα εξομολογούνται στην κάμερα αναμνήσεις και συναισθήματα όσον αφορά τη συνεργασία τους με τη Γερμανίδα χορογράφο.

Info

Κινηματογράφος Δαναός, Λεωφ. Κηφισίας 109, Αθήνα. Παρασκευή 8, Σάββατο 9 & Κυριακή 10 Μάϊου, 20:30. Τιμή εισιτηρίου: 10 ευρώ. Προπώληση: www.danaoscinema.gr

Περισσότερες πληροφορίες για την Αθανασία Κανελλοπούλου: www.athanasiakanellopoulou.com

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below