Σε έναν κόσμο που ορίζεται από την εικόνα και τον καταναλωτισμό, μια γυναίκα, η Φωτεινή, καλείται να πάρει τη ζωή στα χέρια της ισορροπώντας ανάμεσα στην ευθραυστότητα και στην εσωτερική δύναμη. Τρεις κοντινοί της, που αντιπροσωπεύουν τη λογική, δεν διστάζουν να ασκήσουν εξουσία πάνω της, ο καθένας από τον ρόλο του.
Το λιγότερο παιγμένο έργο του Βασίλη Κατσικονούρη «Η ζωή στα χέρια της», που παρουσιάζεται αυτή την περίοδο στο Bios σε σκηνοθεσία Σωτήρη Καραμεσίνη, ολοκληρώνει την «Τριλογία των ανυπεράσπιστων» του θεατρικού συγγραφέα (μαζί με το «Γάλα» και τους «Αγνοούμενους»).
Ανυπεράσπιστη σε αυτή την περίπτωση είναι η Φωτεινή, την οποία υποδύεται η Χριστίνα Αλεξανιάν. Μια ηρωίδα που «επιθυμεί να ζει ως επί το πλείστον στη φαντασία της, ένα δικαίωμα που διεκδικεί χωρίς να ζητάει τίποτα ούτε να ενοχλεί κανέναν», όπως περιγράφει η Εύα Κοτανίδη, που συναντάμε στον ρόλο της ξαδέρφης της, Βέρας, ενός από τους ανθρώπους που «υποτίθεται πως θέλουν να “ξυπνήσουν” τη Φωτεινή για το καλό της, αλλά τελικά την εκμεταλλεύονται».
Το έργο θίγει, προσθέτει, «το πώς το σύστημα δεν αγκαλιάζει τους ανθρώπους που είναι λίγο διαφορετικοί. Το πώς περιθωριοποιούνται όσοι δεν θεωρούνται, εντός πολλών εισαγωγικών, φυσιολογικοί».

Η Εύα, ως καλλιτέχνιδα, νιώθει κοντά της τον χαρακτήρα της Φωτεινής, αφού ενώ «κάποιοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το κομμάτι της φαντασίας τους καθώς προχωράει η ζωή, εμείς το τροφοδοτούμε και αντλούμε από αυτό». Παρόλο λοιπόν που η φαντασία μπορεί να ερμηνευτεί και ως ευαλωτότητα («πολύ συχνά εισπράττω, ξέρεις, το “καλά, εσύ είσαι στον κόσμο σου, δεν ζεις εδώ, ζεις κάπου αλλού”»), η ηθοποιός τη θεωρεί δύναμη.
«Το σύστημα δεν αγκαλιάζει τους ανθρώπους που είναι λίγο διαφορετικοί. Το πώς περιθωριοποιούνται όσοι δεν θεωρούνται, εντός πολλών εισαγωγικών, φυσιολογικοί».
Φοβάται όμως πως οι νεότερες γενιές δεν έχουν πολλές ευκαιρίες να την αναπτύξουν. «Τα παιδιά είναι συνέχεια κολλημένα σε μια οθόνη. Είναι όλα μασημένη τροφή. Κάποιοι από εμάς όταν ήμασταν μικροί παίζαμε παιχνίδια με τους φίλους μας, σε σπίτια, στον δρόμο, φτιάχναμε κόσμους. Ή διαβάζαμε: και τα βιβλία βοηθούν πάρα πολύ ένα παιδί να αναπτύξει τη φαντασία του».
Η ίδια, επιπλέον, κόρη του ηθοποιού, σκηνοθέτη και συγγραφέα Γιώργου Κοτανίδη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2020, είχε δει «καταπληκτικές παραστάσεις από παιδί. Του Κουν στην Επίδαυρο. Στο Αμόρε, όταν άνθιζε ακόμα. Γενικά το να βλέπεις θέατρο από παιδί διευρύνει πάρα πολύ την αντίληψή σου και την κατανόησή σου απέναντι στον κόσμο, απέναντι στην ανθρώπινη φύση. Νομίζω γι’ αυτό ακριβώς με ενδιέφερε πάρα πολύ να κάνω και ψυχοθεραπεία, να καταλάβω καλύτερα εμένα, τους άλλους, τους ρόλους – και οι ρόλοι είναι άνθρωποι, το θέατρο αποτελεί μια καταγραφή της ζωής».

Το θέατρο ήταν ανέκαθεν ένας κοινός κώδικας επικοινωνίας με τον πατέρα της, όπως επισημαίνει. «Ό,τι είχε να μου πει, μου το έλεγε πηγαίνοντάς με στο θέατρο. Με προετοίμασε για να μπω στη Δραματική Σχολή του Εθνικού. Μου έμαθε πολλά πράγματα – και καθαρά τεχνικά. Από εκεί και πέρα, συζητούσαμε για παραστάσεις και κάναμε μαζί παραγωγές. Το θέατρο ήταν σαν δεύτερο σπίτι μου, ο χώρος όπου τον συναντούσα, η προέκταση της σχέσης μας».
Εκτός θεάτρου, η σχέση τους υπήρξε «συγκρουσιακή». Η Εύα μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον γεμάτο τέχνη, νιώθοντας όμως παράλληλα το βάρος του ονόματός της, «γιατί ήταν πολύ ψηλά ο πήχης. “Εσύ θα έπρεπε να ξέρεις καλύτερα και να είσαι καλύτερη, αφού έχεις γεννηθεί σε αυτόν το χώρο” και “γιατί είσαι κόρη μου”».
«Ό,τι είχε να μου πει ο πατέρας μου, μου το έλεγε πηγαίνοντάς με στο θέατρο. Με προετοίμασε για να μπω στη Δραματική Σχολή του Εθνικού. Μου έμαθε πολλά πράγματα – και καθαρά τεχνικά. Από εκεί και πέρα, συζητούσαμε για παραστάσεις και κάναμε μαζί παραγωγές. Το θέατρο ήταν σαν δεύτερο σπίτι μου, ο χώρος όπου τον συναντούσα, η προέκταση της σχέσης μας».
Σήμερα πιστεύει πάρα πολύ στην ψυχοθεραπεία, αρκεί «να πετύχεις τον σωστό επαγγελματία». Και να είσαι συνειδητοποιημένος. «Έχω την αίσθηση, να πάρει η ευχή, ότι κάποιοι κάνουν ψυχοθεραπεία απλά γιατί έχει γίνει κι αυτή ένα τρεντ. Μακάρι να κάνω λάθος».

Ακόμα όμως κι αν κάποιος ξεκινήσει για τους «λάθος» λόγους, δεν κερδίζει κάτι στη διαδρομή; Αναρωτιέμαι. «Όταν ένας άνθρωπος δεν είναι πραγματικά διατεθειμένος να εμβαθύνει, δεν μπορεί να το κάνει ο θεραπευτής γι’ αυτόν. Υπάρχει και μια ατάκα στο έργο, θεραπεία σημαίνει να ανοίγουμε την καρδιά μας και να μιλάμε για αυτά που συμβαίνουν. Ο θεραπευτής λέει, εσύ με αντιμετωπίζεις λες και είμαι η τσιγγάνα που πρέπει να σου διαβάσει το χέρι, τα χαρτιά. Πρέπει να δώσεις στον άλλο υλικό για να μπορέσει να δουλέψει μαζί σου. Να σκάψεις, να ξεθάψεις».
«Όταν ένας άνθρωπος δεν είναι πραγματικά διατεθειμένος να εμβαθύνει, δεν μπορεί να το κάνει ο θεραπευτής γι’ αυτόν. Υπάρχει και μια ατάκα στο έργο, θεραπεία σημαίνει να ανοίγουμε την καρδιά μας και να μιλάμε για αυτά που συμβαίνουν. Ο θεραπευτής λέει, εσύ με αντιμετωπίζεις λες και είμαι η τσιγγάνα που πρέπει να σου διαβάσει το χέρι, τα χαρτιά».
Ο φετινός ρόλος της δεν χωράει την άλλη μεγάλη αγάπη της, το τραγούδι, παρόλο που «και ο σκηνοθέτης λατρεύει τη μουσική και δουλεύει πολύ με τη μουσική». Όποτε όμως συμβαίνει το πάντρεμα του θεάτρου και της μουσικής, το απολαμβάνει. «Η μουσική χαρίζει στο θέατρο, προσθέτει στην ατμόσφαιρα που θέλεις να δημιουργήσεις στη σκηνή». Με κάποιες προϋποθέσεις όμως. «Το θέμα είναι πώς γίνεται αυτός ο γάμος και αν είναι απαραίτητος για ένα θεατρικό έργο. Αν χρησιμοποιείς τη μουσική για λόγους λειτουργικούς και όχι εντυπωσιασμού. Μπορεί ο λόγος να είναι τόσο δυνατός και τόσο λειτουργικός και να εξυπηρετεί τόσο πολύ τον στόχο του, ώστε να μη χρειάζεται να “σπάσει” με κάτι άλλο».
Δείτε το τρέιλερ του «Η ζωή στα χέρια της»:
Info
«Η ζωή στα χέρια της» του Βασίλη Κατσικονούρη, Bios, Πειραιώς 84, Γκάζι, κάθε Πέμπτη έως Κυριακή στις 21:00. Προπώληση: www.ticketservices.gr
Ταυτότητα της παράστασης
Σκηνοθεσία, σκηνογραφία: Σωτήρης Καραμεσίνης. Κοστούμια: Κατερίνα Μαργαρίτη. Φωτισμοί, φωτογραφίες: Χριστίνα Φυλακτοπούλου. Μουσική: Νίκος Ασημάκης (musicart lab). Βοηθός σκηνοθέτη: Ζωή Ξανθοπούλου. Βίντεο παράστασης: Σκηνοθεσία: Γιάννης Συμεωνίδης / Φωτογραφία, οπερατέρ: Τάσος Παπαϊωάννου / Μοντάζ: Γιώργος Ζάρας. Γραφιστικός σχεδιασμός, videoart: Αναστάσης Ευαγγελάκος. Τρέιλερ παράστασης: Γιάννης Συμεωνίδης, Αναστάσης Ευαγγελάκος. Επικοινωνία: Μάρθα Κοσκινά. Social media: Βασίλης Λιάκος. Παραγωγή: Σαλτιμπάγκοι. Οργάνωση παραγωγής: Musarte. Διανομή (αλφαβητικά): Χριστίνα Αλεξανιάν – Φωτεινή, Κώστας Καζανάς – Κάρολος, Εύα Κοτανίδη – Βέρα, Χριστόδουλος Στυλιανού – Ανδρέας
Η παράσταση πραγματοποιείται υπό την αιγίδα και με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού.



