Το 10ο επετειακό Φεστιβάλ Ισπανόφωνου Κινηματογράφου Αθήνας – Fecha τιμά, μεταξύ άλλων, με την παρουσία της η Helena Taberna, σκηνοθέτις της ταινίας «Εσύ κι Εγώ» («Nosotros»), μιας ταινίας για την εξιδανίκευση του έρωτα και την αποδόμηση της «τέλειας σχέσης» με ειλικρίνεια και ένταση. «Μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία που μας καλεί να αναρωτηθούμε τι μένει όταν οι
προσδοκίες καταρρέουν». Η Helena Taberna είναι σεναριογράφος, σκηνοθέτις και παραγωγός κινηματογράφου. Έκανε το ντεμπούτο της στο σινεμά το 2000 με το«Yoyes», με θέμα το βασικό ζήτημα,που κέρδισε κοινό και κριτικούς και την έβαλε στον κινηματογραφικό χάρτη. Ακολούθησαν οι ταινίες «Extranjeras» (2003), «La buena nueva» (2008), «Nagore» (2010), «Acantilado» (2016) και «Varados» (2019), όλες με θέματα που θίγουν εθνικά και κοινωνικά ζητήματα, από τη μνήμη, την Ιστορία και τον εμφύλιο μέχρι το μεταναστευτικό και την έμφυλη βία. Με αφορμή το πέρασμά της από την Αθήνα, τόσο την ημέρα της προβολής της ταινίας στο φεστιβάλ, όσο και την επομένη, στο Masterclass Σύγχρονου Κινηματογράφου του Φεστιβάλ, η Ισπανίδα σκηνοθέτις μας μίλησε για τον τρόπο που το σινεμά θα μπορούσε να βλέπει τις προσωπικές σχέσεις, την ανάγκη να απαγκιστρωθούμε από το μύθο του ρομαντικού έρωτα και τη σημασία να υπερασπιστούμε την κινηματογραφική γλώσσα, αφήνοντας τις μικρές οθόνες μας και επιστρέφοντας στις μεγάλες σκοτεινές αίθουσες.

To Nosotros ξεκινά εκεί όπου τελειώνουν οι περισσότερες ιστορίες αγάπης. Τι σας ώθησε να εξερευνήσετε μια σχέση μέσα από τη ρήξη της και όχι μέσα από την αρχή της;
Πιστεύω πως το τέλος εξακολουθεί να είναι η πλευρά του έρωτα που έχουμε τη μικρότερη διάθεση να εξετάσουμε. Ωστόσο, στη σημερινή κοινωνία, όπου στη διάρκεια της ζωής μας φαίνεται πως θα ζήσουμε τρεις ή και περισσότερες σχέσεις, νομίζω ότι το να αναλύσουμε το τέλος μπορεί να μας βοηθήσει να αποφύγουμε ένα μέρος του πόνου του χωρισμού και ίσως να προσθέσουμε κάποια στοιχεία λογικής ακόμη και στο ξεκίνημα κάθε ιστορίας αγάπης. Ο μύθος του ρομαντικού έρωτα εξακολουθεί να μας κάνει πολύ κακό. Το να προσπαθήσουμε να απομακρυνθούμε από κάποιες «μαγικές» πλευρές αυτού του μύθου, όπως, για παράδειγμα, η ιδέα ότι η συμβίωση δεν απαιτεί προσπάθεια και από τις δύο πλευρές, ίσως μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε τη ζωή του ζευγαριού με κοινές δράσεις και ουσιαστική συντροφικότητα.
Η ταινία μοιάζει βαθιά επικεντρωμένη στη μνήμη -όχι μόνο σε όσα θυμόμαστε, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ανακατασκευάζουμε την ιστορία μας μετά από έναν χωρισμό. Πιστεύετε ότι τα ζευγάρια μοιράζονται πραγματικά την ίδια εκδοχή της ιστορίας τους;
Τι ωραία ερώτηση… Φοβάμαι πως το επίπεδο απαιτήσεων που επιβάλλει το τεστ του ρομαντικού έρωτα δεν μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε κάτι που εξακολουθεί να είναι επώδυνο: να ανακαλύψουμε ότι δεν βρισκόμασταν στο ίδιο σημείο ούτε την ίδια στιγμή και ότι, πιθανότατα, ποτέ δεν βρισκόμασταν πραγματικά εκεί μαζί. Παρ’ όλα αυτά, το να αφήνεσαι να αγαπηθείς να βιώνεις τη συγκίνηση εκείνης της στιγμής που κοιτάζεις και σε κοιτούν με απόλυτο θαυμασμό, εκείνης της στιγμής που νιώθουμε σαν θεοί— παραμένει κάτι θαυμαστό, κάτι που αξίζει να το γιορτάζουμε, ακόμη κι αν κρατά μόνο μια στιγμή. Εκεί, πράγματι, συμβαίνει το θαύμα της συνεκδοχής. Συνήθως όμως δεν διαρκεί πολύ. Ίσως γιατί μας προκαλεί ίλιγγο αυτή η ένταση και δεν τολμάμε να περάσουμε μέσα από τον καθρέφτη.
Ανησυχώ γιατί η κινηματογραφική γλώσσα βρίσκεται σε κίνδυνο. Οι απαιτήσεις των πλατφορμών οδηγούν σε μια υπερβολική χρήση του λόγου, προκειμένου να κρατούν εγκλωβισμένους τους θεατές των πολλαπλών οθονών.
Μία από τις πιο οδυνηρές πλευρές της ταινίας είναι η φυσικότητα με την οποία παρουσιάζεται η αποσύνθεση της σχέσης: δεν υπάρχει μια μεγάλη προδοσία, μόνο χρόνια συσσωρευμένης απόστασης. Ήταν σημαντικό για εσάς να απεικονίσετε την απομάκρυνση από τον έρωτα σαν κάτι σχεδόν αόρατο στην αρχή;
Είναι πραγματικά πολύ παράξενο το πόσο παρόμοια βιώνουν τον έρωτα τα ανθρώπινα ζευγάρια, ακόμη και τα μη συμβατικά, όπως το ομοφυλόφιλο ζευγάρι της ταινίας μου. Όλα τα ζευγάρια γνωρίζουμε ότι ο έρωτας τελειώνει, όμως πολλοί πιστεύουμε ότι σε εμάς δεν θα συμβεί ποτέ. Ή, αν έχει ήδη συμβεί, σκεφτόμαστε: “Εγώ μπορεί να μην αγαπώ πια τόσο πολύ, αλλά αν εκείνος ή εκείνη με αγαπά ακόμη, τότε η σχέση θα σωθεί…” Κι έτσι γεννιέται η πικρία, η ανάγκη να ρίξουμε την ευθύνη στον άλλον ή στην άλλη.
Η βασική θέση της ταινίας είναι η εξής: Ο έρωτας υπάρχει (εγώ πιστεύω ότι υπάρχει). Ο έρωτας τελειώνει (σχεδόν πάντα). Και στο τέλος του έρωτα δεν υπάρχουν ένοχοι (σχεδόν ποτέ ή ποτέ).

Στις ταινίες σας εξερευνάτε συχνά κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις μέσα από πολύ προσωπικές ανθρώπινες ιστορίες. Στην ιστορία του ζευγαριού στο Nosotros αντανακλώνται και ευρύτερες πιέσεις που έχουν να κάνουν με την εργασία, τη γονεϊκότητα, τις έμφυλες προσδοκίες, την εξάντληση της σύγχρονης ζωής;
Ξεκάθαρα. Ακριβώς αυτό. Νομίζω πως σήμερα πρόκειται για ένα από τα πιο βαθιά κοινωνικά ζητήματα που υπάρχουν. Ο κινηματογράφος που έχει ασχοληθεί με την αποσύνθεση του έρωτα συνήθως επέλεγε ζευγάρια της ανώτερης τάξης, χωρίς παιδιά, χωρίς την ανάγκη να δουλεύουν μέσα και έξω από το σπίτι. Δεν υπήρχαν ποτέ μπουγάδες για άπλωμα ή πάνες για αλλαγή… Είχε πολύ ενδιαφέρον όταν ο Isaac Rosa, συγγραφέας του μυθιστορήματος Feliz final —που αποτέλεσε μεγάλη πηγή έμπνευσης για την ταινία μου— είδε το «Εσύ κι Εγώ» στην αίθουσα και στάθηκε στον ήχο ενός πλυντηρίου στο στύψιμο, τη στιγμή που ο πρωταγωνιστής έγραφε. Μου είπε ότι αυτός ο ήχος τον γύρισε αμέσως στη δική του καθημερινότητα.
Ο μύθος του ρομαντικού έρωτα εξακολουθεί να μας κάνει πολύ κακό. Το να προσπαθήσουμε να απομακρυνθούμε από κάποιες «μαγικές» πλευρές αυτού του μύθου, όπως, για παράδειγμα, η ιδέα ότι η συμβίωση δεν απαιτεί προσπάθεια και από τις δύο πλευρές, ίσως μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε τη ζωή του ζευγαριού με κοινές δράσεις και ουσιαστική συντροφικότητα.
Στο «Εσύ κι Εγώ» υπάρχει μια διαρκής ένταση ανάμεσα στη ρουτίνα και την επιθυμία. Πιστεύετε ότι ο μακροχρόνιος έρωτας αναπόφευκτα αλλάζει μορφή ή απλώς δεν διαθέτουμε ρεαλιστικές αφηγήσεις για το πώς μοιάζει η διαρκής οικειότητα;
Νομίζω πως συμβαίνουν και τα δύο. Είτε μέσα από την παθητικότητα είτε μέσα από την αντίσταση απέναντι στη φθορά που φέρνει ο χρόνος, η περιπέτεια της διάρκειας γίνεται κάτι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί. Και δεν είμαι βέβαιη ότι αξίζει πάντα τον κόπο που απαιτεί, γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να μην υπάρχει κάποια μορφή προσποίησης στην προσπάθεια να σωθεί κανείς ή να δημιουργήσει μια οικειότητα που να αντέχει στο χρόνο.
Η σιωπή, οι παύσεις και οι καθημερινές χειρονομίες έχουν τεράστιο συναισθηματικό βάρος στην ταινία. Σε ποιο βαθμό χρησιμοποιήσατε τη σιωπή και τις μικρές κινήσεις ρουτίνας ως κινηματογραφικά εργαλεία;
Αυτό το θέμα με ενδιέφερε πάντα. Έχω παρατηρήσει τον εαυτό μου και έχω κοιταχτεί στον καθρέφτη των άλλων, όπως κάνουν και οι ήρωές μας, και πάντοτε πίστευα πως η σιωπή και η συγκράτηση είναι εξαιρετικά ισχυρά εργαλεία όταν η αφήγηση είναι ειλικρινής. Και ακόμη περισσότερο όταν μιλά για συναισθήματα και για την εξέλιξη μιας σχέσης. Ήθελα το “εμείς” της οθόνης να γίνει το “εμείς” των θεατών, ώστε η ταινία να εισχωρήσει στις ζωές τους, κάτι που πράγματι συμβαίνει, και με συγκινεί βαθιά το ότι η λιτότητα και η λεπτότητα συνέβαλαν σε αυτή την “συμμετοχική” εμπειρία.
Επιπλέον, ανησυχώ γιατί η κινηματογραφική γλώσσα βρίσκεται σε κίνδυνο. Οι απαιτήσεις των πλατφορμών οδηγούν σε μια υπερβολική χρήση του λόγου, προκειμένου να κρατούν εγκλωβισμένους τους θεατές των πολλαπλών οθονών. Μια ταινία πρέπει να βιώνεται στο σκοτάδι μιας αίθουσας, μαζί με άλλους ανθρώπους, και ύστερα, βγαίνοντας έξω, να μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτό που μας συγκίνησε, ώστε οι ίδιοι οι θεατές να ολοκληρώνουν την ταινία.

Αφού ολοκληρώσατε αυτή την ταινία, άλλαξε με κάποιον τρόπο η δική σας κατανόηση για τον έρωτα, τη συντροφικότητα ή τον χωρισμό;
Ναι. Όλη αυτή η διαδικασία λειτουργεί έτσι για μένα και μου αρέσει, γιατί συμμετέχω κι εγώ στην περιπέτεια που προτείνει η ταινία μου: να στοχαστούμε για τον έρωτα και για τους γλυκούς αποχαιρετισμούς. Γιατί κάθε φορά που έχεις αγαπήσει και έχεις αγαπηθεί, έστω και για μια στιγμή, αυτό είναι ήδη ένα θαύμα που αξίζει να το γιορτάζεις».
Το ρομαντικό δράμα «Εσύ κι Εγώ» (Nosotros), βασισμένο στο βραβευμένο μυθιστόρημα του Isaac Rosa «Feliz Final», προβάλλεται την Παρασκευή 22 Μαΐου στις 20:50, παρουσία της σκηνοθέτιδας Helena Taberna.
Το Σάββατο 23 Μαΐου στις 11:30 το πρωί θα πραγματοποιηθεί Masterclass Σύγχρονου Κινηματογράφου με θέμα: Από το Προσωπικό Βίωμα στο Κοινωνικό Θρίλερ με την Helena Taberna να μιλά, στο πρώτο μέρος, για την Ανατομία των σχέσεων αναλύοντας τη σκηνοθετική της προσέγγιση για όσα συμβαίνουν όταν οι προσδοκίες έχουν καταρρεύσει.



