Όταν, στη δεκαετία του ‘90, δύο κορίτσια σκότωσαν τη συμμαθήτριά τους στην πόλη Πλόβντιβ, γνωστή και ως Φιλιππούπολη, το έγκλημα αναστάτωσε ολόκληρη τη Βουλγαρία, παρόλο που, ή ακριβώς γιατί, ήταν ένα από τα πολλά εκείνης της εποχής με ανήλικους δράστες. Τότε, τα παιδιά της Teodora Dimova ήταν μικρά ακόμα. «Είχα στρεσαριστεί πάρα πολύ από εκείνο το συμβάν, διότι [οι δράστες] ήταν “κανονικά” παιδιά, “κανονικών” οικογενειών. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα» θυμάται η συγγραφέας, σε μια συνάντησή μας στην 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, με τιμώμενη χώρα την πατρίδα της. «Ήθελα να καταλάβω ως μητέρα πώς ένα παιδί μετατρέπεται σε δολοφόνο. Άρχισα να αναζητώ την αιτία εκείνου του κύματος βίας. Τα συμπεράσματα στα οποία έφτασα δεν ήταν καθόλου ευχάριστα. Στην ουσία, ο εκτελεστής του εγκλήματος δεν είναι το παιδί αλλά οι γονείς, οι δάσκαλοι, οι καθηγητές, το σχολείο, η κοινωνία, όλοι εμείς».

Το υλικό που συγκέντρωσε στην έρευνά της ντύθηκε με μυθοπλασία και τροφοδότησε το μυθιστόρημά της «Οι μητέρες» (κυκλοφορεί στα ελληνικά, όπως και όλα τα βιβλία της, από τις εκδόσεις Έναστρον), με αφηγήτριες διαφορετικές μητέρες που η καθεμία παλεύει με τους δαίμονές της. Οι ιστορίες τους σπρώχνουν η μία την άλλη προς την τραγική κορύφωση. Γράφτηκε στην έκρυθμη περίοδο μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, και του κομμουνιστικού καθεστώτος της Βουλγαρίας, όταν «πολλοί μετανάστευσαν στο εξωτερικό. Εμείς, εκείνη την εποχή, ασχολούμασταν με πολιτικά θέματα, πηγαίναμε σε διαδηλώσεις. Κατά κάποιον τρόπο είχαμε παραμελήσει τα παιδιά, ήταν σαν να είχαν αφεθεί στη μοίρα τους».

Μπορεί εκείνο το βιβλίο να προήλθε από ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, αλλά η εμβέλειά του εκτείνεται πέρα από εποχές και σύνορα. «Ένα παιδί πρέπει να λαμβάνει στο έπακρον αγάπη από την οικογένεια. Διαφορετικά, μένει σαν ένα γυμνό νεύρο, που εμποτίζεται από τη βιαιότητα της κοινωνίας και την αναπαράγει». Η ίδια, μετά την έρευνά της, δεν άλλαξε κάτι στη συμπεριφορά προς τα παιδιά της, «όμως άρχισα να τα ακούω πιο προσεκτικά, να έχουμε πιο άμεση και συχνή επαφή».

«Κάθε ένας μας κάπου έχει σφάλει», μας υπενθυμίζει η Dimova. Στο μυαλό μιας μητέρας, αυτά τα σφάλματα μπορεί να πάρουν διαστάσεις θανάσιμου αμαρτήματος, καίγοντάς τη στην κόλαση των ενοχών της. «Ακριβώς στην ενοχή μέσα μας οφείλεται και η μεγάλη απήχηση που είχε το μυθιστόρημα στην κοινωνία», πιστεύει. Μάλιστα, αφού διασκευάστηκε για το θέατρο και παίχτηκε για πολλά χρόνια στη Βουλγαρία με επιτυχία, πριν από δύο χρόνια μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη, σε μια σειρά που τώρα «αναμένεται να βρει διεθνή διανομή με τίτλο “Shattered Bones”. Είμαστε στις διαπραγματεύσεις».

«Ένα παιδί πρέπει να λαμβάνει στο έπακρον αγάπη από την οικογένεια. Διαφορετικά, μένει σαν ένα γυμνό νεύρο, που εμποτίζεται από τη βιαιότητα της κοινωνίας και την αναπαράγει».

Και τα τρία μυθιστορήματά της που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά (πέρα από τις «Μητέρες», «Οι λαβωμένοι» και το «Δεν σας γνωρίζω», που κυκλοφόρησε πριν από μερικές εβδομάδες) αποκαλύπτουν το αόρατο νήμα που συνδέει τη ζωή μας όχι μόνο με τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής μας αλλά και με την Ιστορία. Αυτό το νήμα έγινε για την Dimova βραχνάς όταν, σε ηλικία έξι, έχασε τον πατέρα της, Dimitar Dimov -ονομαστό συγγραφέα του μυθιστορήματος «Τα Καπνά»- ο οποίος πέθανε μόλις στα 56 του, από καρδιακή προσβολή.

Η συγγραφέας πιστεύει ότι ο θάνατός του έχει να κάνει εμμέσως και με τη λογοκρισία που του επέβαλε το ολοκληρωτικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε στη Βουλγαρία μέσω της σοβιετικής κατοχής μετά το πραξικόπημα της 9ης Σεπτεμβρίου. «Είχε ασκήσει δριμεία κριτική στον πατέρα μου. Τον ανάγκασε να ξαναγράψει περίπου 200 σελίδες από το πρωτότυπο κείμενο των “Καπνών”. Ήταν σαν να έγραφε καινούριο μυθιστόρημα. Έχω την αίσθηση ότι επηρεάστηκε πολύ άσχημα από αυτό». Μάλιστα ανάμεσα στους ήρωες των «Λαβωμένων», οι οποίοι υποφέρουν από τον Κομμουνισμό στη Βουλγαρία -χάνουν τις περιουσίες και τα σπίτια τους, συλλαμβάνονται, βασανίζονται, κακοποιούνται σεξουαλικά, ακόμα και εκτελούνται- είναι και ο χαρακτήρας ενός ζωγράφου εμπνευσμένος από τον Dimov.

Το μυθιστόρημα «Δεν σας γνωρίζω» μάς επαναφέρει σχεδόν στο σήμερα, στον απόηχο της πανδημίας και στις αρχές του πολέμου στην Ουκρανία. Αλλά οι πληγές του παρελθόντος είναι ακόμα ανοιχτές. Κεντρική ηρωίδα του, μια θεατρική συγγραφέας, η Αλεξάνδρα, η οποία, μετά την αναπάντεχη πρόταση που δέχεται από Βούλγαρο βουλευτή, βιώνει μια εσωτερική πάλη, ανάμεσα στον πειρασμό του πλούτου και της εξουσίας από τη μία, τον κίνδυνο υποδούλωσης της τέχνης της σε μηχανισμούς χειραγώγησης από την άλλη.

«Το ολοκληρωτικό καθεστώς είχε ασκήσει δριμεία κριτική στον πατέρα μου, Dimitar Dimov. Τον ανάγκασε να ξαναγράψει περίπου 200 σελίδες από το πρωτότυπο κείμενο των “Καπνών”. Ήταν σαν να έγραφε καινούριο μυθιστόρημα. Έχω την αίσθηση ότι επηρεάστηκε πολύ άσχημα από αυτό»

Ο βουλευτής ανήκει στη «νέα, ιδιότυπη ολιγαρχία» που κυβερνά τη Βουλγαρία, μια μετάλλαξη της παλιάς νομεκλατούρας, όπως σχολιάζει στην εισαγωγή του βιβλίου η μεταφράστριά του και ιστορικός Μπλαγκορόντνα (Ρόνυ) Φίλεβσκα – Πανάγου. Μετά την πτώση του Κομμουνισμού, γράφει η Φίλεβσκα – Πανάγου, «οι προσδοκίες της βουλγαρικής κοινωνίας μετατράπηκαν σταδιακά σε μια οδυνηρή διάψευση. Η πολυπόθητη κάθαρση στις κρατικές δομές και στους θεσμούς δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ ουσιαστικά. Παρά τη μεταγενέστερη αποκάλυψη των αρχείων της Κρατικής Ασφάλειας το 2006, οι επίγονοι και οι συνεργάτες των κατασταλτικών μηχανισμών τού 1944 μεταλλάχθηκαν στις κυρίαρχες οικονομικές και πολιτικές δομές του σήμερα».

Μέσα από το «Δεν σας γνωρίζω», η Dimova μάς μεταφέρει σε μια σύγχρονη Βουλγαρία που υποφέρει ακόμα από τις παθογένειες του παρελθόντος. Mε το οποίο δεν έχει αναμετρηθεί ακόμα. Η κοινωνία της χώρας «δεν θέλει να έχει λεπτομερείς περιγραφές για ό,τι συνέβη, προσπαθεί να προχωρήσει μπροστά» σχολιάζει στη συνέντευξή μας η συγγραφέας. Έτσι, τα συλλογικά τραύματα μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά σαν δυσβάστακτα χρέη που κανένας δεν επιχειρεί να αποπληρώσει.

Μετά την πτώση του Κομμουνισμού το 1989 στη Βουλγαρία, όπως γράφει η ιστορικός και μεταφράστρια Μπλαγκορόντνα (Ρόνυ) Φίλεβσκα – Πανάγου, «οι προσδοκίες της βουλγαρικής κοινωνίας μετατράπηκαν σταδιακά σε μια οδυνηρή διάψευση. Η πολυπόθητη κάθαρση στις κρατικές δομές και στους θεσμούς δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ ουσιαστικά».

Από την άλλη πλευρά των συνόρων οι νικητές της Ιστορίας ήταν διαφορετικοί, αλλά οι Έλληνες αναγνώστες μπορούμε να βρούμε εξαιρετικά οικεία θέματα και περιγραφές στα βιβλία της γειτονικής, και ταυτόχρονα τόσο άγνωστης για εμάς, χώρας. Γι’ αυτό οι μεταφράσεις της βουλγαρικής λογοτεχνίας, όπως και κάθε λογοτεχνίας σε γλώσσες στις οποίες δεν έχουμε εξίσου εύκολη πρόσβαση με τα αγγλικά, γίνονται παράθυρα για άγνωστους κόσμους. Ή γέφυρες, όπως είπε η Dimova στην ομιλία της στα εγκαίνια της 22ης ΔΕΒΘ: «Πρέπει πρώτα να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας στους μεταφραστές και τους μεσολαβητές μεταξύ των δύο γλωσσών, επειδή αυτοί είναι οι γέφυρες πάνω στις οποίες περπατάμε. Και μια γέφυρα χτίζεται με την προοπτική ότι πολλοί άλλοι θα τη διασχίσουν, ότι θα υπάρξει κίνηση».

Η συγγραφέας Teodora Dimova με τη μεταφράστριά της, Μπλαγκορόντνα (Ρόνυ) Φίλεβσκα – Πανάγου, στην παρουσίαση των βιβλίων της στην 22η ΔΕΒΘ.

Για την Teodora Dimova

Γεννήθηκε το 1960 στη Σόφια. Αποφοίτησε από το τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Σόφιας «Άγιος Κλήμης της Αχρίδας» (1984), ενώ πραγματοποίησε σπουδές εξειδίκευσης στο Royal Court Theatre του Λονδίνου (2000). Ξεκίνησε τη δημιουργική της πορεία το 1987 στον χώρο του δράματος. Είναι συγγραφέας μυθιστορημάτων, μιας νουβέλας και δεκατεσσάρων θεατρικών έργων. Δοκίμιά της έχουν εκδοθεί σε συλλογές και έργα της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες. Έχει τιμηθεί με πολλά εθνικά και διεθνή βραβεία. Για παράδειγμα, με το Βραβείο Λογοτεχνίας Ανατολικής Ευρώπη 2006 για το μυθιστόρημα «Οι μητέρες», με το Εθνικό Λογοτεχνικό Βραβείο (2020) στην κατηγορία Βουλγαρικό Μυθιστόρημα της Χρονιάς του Εθνικού Ταμείου Δωρεών «13 αιώνες Βουλγαρία» και το γαλλικό βραβείο ξένης γυναικείας λογοτεχνίας «Prix Fragonard» (2022) για το «Οι λαβωμένοι». Το 2023 έλαβε το Ετήσιο Βραβείο Λογοτεχνίας «Βάζοβ» για το σύνολο της προσφοράς της στα γράμματα.

Για την 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

Για τέσσερις ημέρες η Θεσσαλονίκη βρέθηκε στο επίκεντρο του βιβλίου και του δημόσιου διαλόγου. Αναγνώστες, συγγραφείς, εκδότες, μεταφραστές, επαγγελματίες του βιβλίου, μαθητές και οικογένειες συμμετείχαν σε μια διοργάνωση που έφτασε τις 500 εκδηλώσεις, με τη συμμετοχή 318 εκθετών και περισσότερων από 30 ξένων συγγραφέων. Τιμώμενη χώρα ήταν η Βουλγαρία, με κεντρικό σύνθημα «Η Λογοτεχνία πέρα από τα Σύνορα / Literature beyond Borders».

Μέσα από ένα πολυδιάστατο πρόγραμμα παρουσιάστηκε το σύγχρονο λογοτεχνικό και εκδοτικό τοπίο της γειτονικής χώρας, υπήρξε σταθερός και δημιουργικός διάλογος με την ελληνική λογοτεχνία και τους σύγχρονους εκπροσώπους της, αναδείχθηκαν μεταφραστές και εικονογράφοι, ενώ ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη διεθνή πορεία συγγραφέων, όπως ο Georgi Gospodinov (νικητής βραβείου Booker 2023) και η Rene Karabash. Η παρουσία της Βουλγαρίας λειτούργησε ως αφορμή για έναν ευρύτερο διάλογο γύρω από τη θέση των «μικρότερων γλωσσών» στη διεθνή αγορά βιβλίου και τη σημασία της πολιτιστικής εξωστρέφειας.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below