Το καλοκαίρι που χώρισα, στη λίστα των προτεραιοτήτων μου οι διακοπές βρίσκονταν περίπου στην ίδια θέση με το να ξεκινήσω μαθήματα φινλανδικών. Οι προηγούμενοι μήνες είχαν αφιερωθεί στη διαχείριση μιας οικογενειακής αναδιάρθρωσης πλήρους κλίμακας, που περιελάμβανε μετακόμιση, επίπλωση, ψυχολόγους, παιδοψυχολόγους, συμβολαιογράφους και το τελευταίο πράγμα που με απασχολούσε ήταν το πού θα πλατσουρίσουμε τον Αύγουστο. Όταν όμως κάθισε η σκόνη από την πυρηνική έκρηξη και σταμάτησαν να τιμολογούν οι ειδικοί, συνειδητοποίησα ότι κάποιος πρέπει να ασχοληθεί και με το πού θα απλώσουμε πετσέτα εγώ και τα κορίτσια. Αυτός ο κάποιος, για πρώτη φορά, ήμουν αποκλειστικά εγώ.
Κάθε μέρα ξυπνούσα με το άγχος αν θα μπορέσω να φέρω εις πέρας το πρακτικό κομμάτι των διακοπών. Πώς κουβαλάς δύο παιδιά, τρεις αποσκευές, τσάντες παραλίας, σακίδια και φουσκωτά φλαμίνγκο και, κυρίως, πώς κουβαλάς το βάρος της ευθύνης για οτιδήποτε μπορεί να πάει στραβά; Την αμέσως προηγούμενη χρονιά, που η μικρή μου κόρη είχε κοπεί άσχημα με ένα γυαλί, την κουβάλησα στα χέρια μέχρι το κέντρο υγείας, ενώ ο μπαμπάς έμεινε με τη μεγάλη. Φέτος, ποιος θα έμενε με τη μεγάλη;
Συνειδητοποίησα ότι κάποιος πρέπει να ασχοληθεί και με το πού θα απλώσουμε πετσέτα εγώ και τα κορίτσια. Αυτός ο κάποιος, για πρώτη φορά, ήμουν αποκλειστικά εγώ.
Για να καθησυχάσω αυτούς τους φόβους, πάρθηκε η απόφαση να προσκολληθώ σε μια αγαπημένη φιλική οικογένεια, καθώς και στις δικές τους φιλικές οικογένειες που θα παραθέριζαν μαζί. Ευτυχώς που υπάρχουν και εκείνες οι κολλητές φίλες με μια αγκαλιά τόσο διαχρονικά και διάπλατα ανοιχτή, που όταν χρειαστεί κάπου να τρέξεις, ξέρεις προς ποια κατεύθυνση πρέπει να το κάνεις. Η κινητοποίησή μου ήταν τόσο εκπρόθεσμη που προφανέστατα δεν υπήρχε διαθέσιμο τρίκλινο για δέκα συνεχόμενες μέρες. Εκλεισα τρία διαφορετικά Airbnb από λίγες μέρες στο καθένα και αποφάσισα να προσεγγίσω την κατάσταση σε στυλ «La Vita è Bella», με εμένα σε ρόλο Μπενίνι: όλα είναι μια περιπέτεια, όλα είναι ένα παιχνίδι.
«Κορίτσια, θα μείνουμε σε τρία διαφορετικά σπίτια, και έτσι θα γνωρίσουμε καλύτερα το νησί. Θα τα βαθμολογήσουμε και θα βγάλουμε νικητή». Παραδόξως, πέτυχε.
Ήταν όλα πιο δύσκολα σε σχέση με τα προηγούμενα καλοκαίρια; Φυσικά και ήταν. Θυμάμαι εκείνες στον Πειραιά να φωνάζουν εν χορώ «διψάω» και εμένα κάθιδρη, φορτωμένη με πράγματα, να κρατάω ένα παγωτό ξυλάκι που στάζει στο χέρι μου και τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια στα δόντια. Θυμάμαι τη μία μου κόρη να κολυμπάει στα βαθιά αδιαφορώντας για τις γραφικές εκκλήσεις μου «πιο έξω, παιδί μου!», την άλλη να με ενημερώνει πως πρέπει να πάει στην τουαλέτα του beach bar «τώρα, αμέσως» και εμένα να διαπιστώνω πως είναι αδύνατο να καταργήσω τους νόμους της Φυσικής και να βρεθώ ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικά σημεία. Προσαρμόστηκα, όμως, γρήγορα. Μέχρι να φύγει το καλοκαίρι, σήκωνα τη μεγάλη βαλίτσα με το ένα χέρι, άπλωνα αντηλιακό και στις δύο ταυτόχρονα με μια νίντζα κίνηση και εντόπιζα αλμυρίκι με φυσική σκιά πιο γρήγορα κι από τη σκιά μου.
Ευτυχώς που υπάρχουν και εκείνες οι κολλητές φίλες με μια αγκαλιά τόσο διαχρονικά και διάπλατα ανοιχτή, που όταν χρειαστεί κάπου να τρέξεις, ξέρεις προς ποια κατεύθυνση πρέπει να το κάνεις.
Εύθυμη ζωντοχήρα
Η κοινωνική παράμετρος αποδείχθηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα: οι οικογένειες που δεν με γνώριζαν δυσκολεύονταν να με κατηγοριοποιήσουν, καθώς δεν ήμουν σίγουρα η σύζυγος κάποιου, αλλά συγχρόνως με δύο παιδιά-δορυφόρους γύρω μου δεν ήμουν ούτε η ανέμελη εργένισσα ηρωίδα των αναγνωσμάτων παραλίας. Όταν μιλούσα αισθανόμουν πως προσπαθούσαν διακριτικά να αποκωδικοποιήσουν τη νέα μου ταυτότητα. Να τη λυπηθούμε ή να τη ζηλέψουμε; Να της μιλάμε για χωρισμούς ή για φλερτ; Είναι σε φάση ανασυγκρότησης ή επανεκκίνησης; Μισεί τους άντρες ή τους αποζητά;
Η νέα μου πραγματικότητα έμοιαζε να μπερδεύει τους άλλους περισσότερο απ’ όσο εμένα. Παρ’ όλα αυτά, έκανα άνετα παρέα με τις μαμάδες, αλλά στη συναναστροφή με τους μπαμπάδες αιωρούνταν ένα άγραφο πρωτόκολλο πως η αλληλεπίδρασή μας έπρεπε να είναι σύντομη και τυπική – κι ας με ενδιέφερε η συζήτηση για τα φουσκωμένα ενοίκια περισσότερο από εκείνη για τις σχολικές παραστάσεις. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να γελάω με το αστείο κάποιου μπαμπά και η σύζυγος να εμφανίζεται από πάνω του σε δευτερόλεπτα για να του ζητήσει να πάει να τσεκάρει «αν ο μικρός φοράει το καπέλο του».
Το πρώτο βράδυ στην ταβέρνα τσακώθηκα πανηγυρικά. Οι μπαμπάδες, που χωρίζουν τον λογαριασμό μεταξύ τους, ντράπηκαν να ζητήσουν από μία γυναίκα να συμμετέχει οικονομικά στο τραπέζι και αποπειράθηκαν να κεράσουν εμένα και τα κορίτσια. Τους εξήγησα πως ή πληρώνω κανονικά ή φεύγω με το επόμενο πλοίο από το νησί. Είχαν μόνο καλές προθέσεις, αλλά είναι ελαφρώς εξευτελιστικό να σε αντιμετωπίζουν σαν φοιτήτρια Erasmus που παίρνουν υπό την προστασία τους αντί για την παντοδύναμη γυναίκα που αισθάνεσαι πως είσαι, εκείνη που γκρεμίστηκε ολόκληρη η ζωή της και όχι μόνο στάθηκε επάνω στα συντρίμμια, αλλά τώρα μαθαίνει να κάνει και παρκούρ. Μας χωρίζουν δεκαετίες από τις εποχές που μια χωρισμένη γυναίκα ήταν «η ζωντοχήρα», όμως στην πράξη αισθάνθηκα αρκετές φορές πως η λέξη έχει πεθάνει, αλλά η νοοτροπία που τη γέννησε έχει αναπάντεχα μεγάλο προσδόκιμο ζωής.
Και τώρα οι τρεις μας
Τα παιδιά, με τα αλάνθαστα συναισθηματικά ραντάρ τους, αντιλήφθηκαν αμέσως την αλλαγή: ήμουν περισσότερο διαθέσιμη για εκείνες, πρακτικά και ψυχικά. Εκείνο το καλοκαίρι -και για όλα τα καλοκαίρια έκτοτε- απέκτησαν μια μαμά με περισσότερη υπομονή, λιγότερα σπασμένα νεύρα, μια μαμά πιο διασκεδαστική, που επιτρέπει λουκουμά πριν το φαγητό και βόλτα στο χωριό με βρεγμένα μαλλιά, μια μαμά που ψάχνει μαζί τους καβουράκια στα βράχια και δίνει την αίσθηση πως όλα τα μπορεί, αρκεί να ακούμε τους νέους κανόνες. Η οικογένεια είχε επίσημα αλλάξει πολίτευμα: μέχρι τότε υπήρχαν δύο ενήλικες στην κυβέρνηση και δύο παιδιά στην αντιπολίτευση. Πλέον υπήρχε μόνο μια δημοκρατική συμμαχία των τριών, με εμένα να έχω αναλάβει τα υπουργεία Τουρισμού, Μεταφορών, Οικονομικών και Υγείας και εκείνες το Διασκέδασης.
Εκτελούσα τα καθήκοντά μου με αυθεντικό κέφι, γιατί στη νέα εξίσωση είχε μεν προστεθεί πρωτοφανής κούραση, αλλά είχαν αφαιρεθεί ασυμφωνίες, εντάσεις, ανταγωνισμός και η εκκωφαντική θλίψη που πάντα συνοδεύει έναν γάμο που πάει στα βράχια – και δεν επιστρέφει με καβουράκια. Ζήλευα όταν έβλεπα μια μαμά να λέει στον άντρα της «πρόσεχέ τα, πάω για καφέ»; Φυσικά. Η έγγαμη γονεϊκότητα έχει βάρδιες, η single γονεϊκότητα είναι εικοσιτετράωρη εφημερία. Αλλά για να είμαι ειλικρινής, δεν ζήλευα και τόσο.Ήξερα ότι σε μερικές μέρες θα τα παρέδιδα στον πατέρα τους για διακοπές και τότε θα ερχόταν η παράδοξη συνθήκη που ζουν σχεδόν όλοι οι γονείς σε συνεπιμέλεια.
Ζήλευα όταν έβλεπα μια μαμά να λέει στον άντρα της «πρόσεχέ τα, πάω για καφέ»; Φυσικά. Η έγγαμη γονεϊκότητα έχει βάρδιες, η single γονεϊκότητα είναι εικοσιτετράωρη εφημερία.
Τη νεοαποκτηθείσα ελευθερία σου τη μισείς και τη λατρεύεις ταυτόχρονα. Μπορείς να κοιμηθείς μέχρι όποια ώρα θες, μπορείς να ξενυχτήσεις, μπορείς να κολυμπήσεις όπου θες, να φας και να πιεις ό,τι θες, να ζήσεις μια δεύτερη ανέμελη εφηβεία. Και το έκανα κι αυτό, λίγες μέρες μετά, σε κάποιο άλλο νησί του Αιγαίου. Και ήταν τόσο υπέροχο, όσο το λιγουρεύονται όλες οι κουρασμένες, παντρεμένες μαμάδες. Αλλά σε κάθε στροφή, σε κάθε σοκάκι, ένα κομμάτι μου ευχόταν να μπορούσε να ακούσει: «Κοίτα, μαμά!».
Εικονογράφηση: Μαριάννα Βήτου



