Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

«Καλό;». Είναι μια ερώτηση που μπορεί να σπάσει τον πάγο ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που αναμένουν υπομονετικά στο ταμείο του βιβλιοπωλείου. Ο ένας κρατάει την Τελειότητα του Λατρόνικο, ο άλλος την πιο πρόσφατη Φεράντε. Πού θα ξέρει αν είναι καλό το βιβλίο, εφόσον τώρα πάει να το αγοράσει; Ισως το έχει ήδη διαβάσει και θέλει να το δωρίσει, ίσως έχει ακούσει αποθεωτικά σχόλια γι’ αυτό στο TikTok, ίσως δεν έχει σημασία όλο αυτό και απλώς με την κουβέντα θα περάσει η ώρα στην ουρά του βιβλιοπωλείου. Η εναλλακτική είναι να βγάλουν και οι δύο από την τσέπη τα κινητά τους τηλέφωνα και να ξεκινήσουν το σκρολάρισμα.

Πρόσφατα η αγγλική έκδοση της Le Monde δημοσίευσε ένα κείμενο όπου ζύγιζε τις προφητείες δύο μεγάλων Βρετανών λογοτεχνών, του Άλντους Χάξλεϊ και του Τζορτζ Οργουελ. Ο τελευταίος φοβόταν τις απαγορεύσεις βιβλίων, ο πρώτος το γεγονός ότι κάποτε δεν θα ενδιέφερε κανέναν η ανάγνωση, συνεπώς οποιαδήποτε απαγόρευση βιβλίου θα ήταν κενή περιεχομένου. Η εφημερίδα έδωσε τη νίκη στον Χάξλεϊ, μια και είχε προβλέψει ότι «μια θάλασσα ασχετοσύνης» θα κατέπνιγε την ουσία των βιβλίων. Ολα αυτά είχαν συνδεθεί, φυσικά, με την εμφάνιση της τηλεόρασης και καταγράφηκαν σε μια εποχή όπου το Ίντερνετ δεν υπήρχε καν ως ιδέα. Οι τρομαγμένοι λογοτέχνες πίστευαν πως είχαν καταφέρει να προειδοποιήσουν την ανθρωπότητα για τη δύσκολη εποχή προς την οποία βάδιζε.

Στο μεταξύ, τα χρόνια περνούσαν και, στη δική μου γενιά τουλάχιστον, όσοι ήθελαν να διαβάσουν το έκαναν. Από το τέλος της Α΄ τάξης, άκουγα τους δασκάλους να λένε ότι έπρεπε να διαβάζουμε εξωσχολικά βιβλία «για να ξεπάρει η γλώσσα μας». Και για να ξεστραβωθούμε, θα συμπληρώσω, αλλά αυτό υπονοούνταν. Τότε διαβάζαμε ό,τι βρίσκαμε εύκαιρο, από τον Ταχυδρόμο μέχρι τα βιβλία του Μενέλαου Λουντέμη, που με κάποιον τρόπο βρίσκονταν σχεδόν σε κάθε σπίτι που γνώριζα. Σήμερα, με βάση τα λίγα στατιστικά στοιχεία που υπάρχουν διαθέσιμα, τα πιο πρόσφατα των οποίων έχουν καταγραφεί 4 χρόνια πριν, φαίνεται ότι στην Ελλάδα γύρω στο 15% των έφηβων παιδιών διαβάζει πάνω από 10 βιβλία το χρόνο. Η δυσκολία των βιβλίων που διαβάζουν δεν έχει μετρηθεί και δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τον τρόπο με τον οποίο ανακαλύπτουν τι επιλέγουν να διαβάσουν. Σίγουρα κάποιο ποσοστό συμβουλεύεται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ωστόσο και μέσα στα βιβλιοπωλεία συναντάς εφήβους να χαζεύουν στις βιβλιοθήκες με θεματική που δεν… τρεντάρει: ό,τι και αν τους οδήγησε να περάσουν το κατώφλι του βιβλιοπωλείου, καλό ήταν.

Σύμφωνα με τη Eurostat, αυτοί που διαβάζουν περισσότερο στην Ευρώπη είναι οι νέοι, σε ηλικίες ως τα 45, ενώ η πλειοψηφία των αναγνωστών (άνω του 70%) είναι γυναίκες. Υπάρχουν χώρες όπου σχεδόν ο μισός πληθυσμός δεν διαβάζει κανένα βιβλίο μέσα στο χρόνο (βλ. Ελλάδα, Βουλγαρία), ωστόσο σε μέρη με υψηλό βιοτικό επίπεδο όπως το Λουξεμβούργο και η Φινλανδία υπάρχουν διψήφια ποσοστά ανθρώπων που διαβάζουν πάνω από δέκα βιβλία το χρόνο.

Thomas Iannaccone/Getty Images

Στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Κι εκεί τα δεδομένα είναι ελλιπή, καθώς, εκτός των άλλων, οι οργανισμοί που μπορούν να διεξαγάγουν τέτοιες έρευνες δέχονται πόλεμο από την κυβέρνηση Τραμπ, ωστόσο υπάρχουν κάποια στατιστικά που εξηγούν την πτώση της φιλαναγνωσίας μέσα από την τεχνολογία. Το National Endowment for the Arts κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μετά το 2011 και την κυριαρχία των smartphones, μόλις το 39% των παιδιών διαβάζει πλέον για ευχαρίστηση, σημειώνοντας μέσα σε μία δεκαετία πτώση της τάξης του 14%.

Στις ΗΠΑ, βέβαια, το διάβασμα ακροβατεί ανάμεσα στα trend της μόδας, την ύψιστη σύγχρονη μορφή του φορμαλισμού και την απαγόρευση βιβλίων, επειδή το περιεχόμενό τους περιλαμβάνει πολύ σεξ, πολλή βία και πολλά θέματα που αφορούν στη φυλή και το φύλο (σύμφωνα με τις απόψεις όσων έχουν την εξουσία να τα απαγορεύσουν).

Από τη μία το BookTok παίζει τη δική του αναγνωστική μπάλα, ανεβοκατεβάζοντας τις πωλήσεις βιβλίων όση ώρα χρειάζεται για να φορτώσει το εκάστοτε επόμενο βίντεο, κι από την άλλη, σε Πολιτείες όπως η Φλόριντα, το μόνο βιβλίο που δεν κινδυνεύει να απαγορευτεί είναι η Βίβλος – κι αυτό με κάποια επιφύλαξη γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να ανακαλύψει μέσα της ένας πολύ συντηρητικός λευκός άντρας και να αποφασίσει πως είναι ένα ακατάλληλο ανάγνωσμα ακόμα και για τους ιερείς.

Και το καυτό ερώτημα είναι το εξής: αυτοί που διαβάζουν το κάνουν πραγματικά, στ’ αλήθεια δηλαδή ή απλώς παίρνουν το βιβλίο για να το δείξουν στην κάμερα; Οποια κι αν είναι η απάντηση, ακολουθεί δεύτερο καυτό ερώτημα: τι κάνουν αυτοί οι άνθρωποι σε σχέση με τις απαγορεύσεις βιβλίων; Τις κοιτούν από μακριά, υπογράφουν online κάποια καμπάνια που τις καταδικάζει ή απλώς τους νοιάζει τα aesthetics των εξωφύλλων που έχουν στο ράφι τους να ταιριάζουν με το outfit που έχουν επιλέξει την ημέρα του γυρίσματος;

Αν σκεφτούμε το εκλογικό αποτέλεσμα των ΗΠΑ στις τελευταίες προεδρικές εκλογές, η μόδα του βιβλίου μοιάζει να περιορίζεται μόνο στην αγορά και την επίδειξή του, ωστόσο ένας τέτοιος συνειρμός δεν μπορεί να συνιστά ασφαλές συμπέρασμα. Σίγουρα κάποιοι διαβάζουν πραγματικά, δηλαδή αφοσιώνονται στα βιβλία τους, ενώ άλλοι απλώς τα προβάλλουν, σίγουρα επίσης κάποιοι αντιδρούν έμπρακτα στις απαγορεύσεις τους, ενώ άλλοι πιστεύουν την κυβέρνηση που ισχυρίζεται πως «αυτά είναι ψέματα».

Τα δεδομένα, πάντως, λένε ότι υπάρχει αναγνωστική κρίση στις ΗΠΑ, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από τις δηλώσεις των επικεφαλής των μεγάλων βιβλιοθηκών.

Ποιοι είναι, όμως, οι άνθρωποι που πλήττονται από την κρίση; Αυτοί που δεν την προκάλεσαν. Υπάρχουν εκεί έξω ολόκληρες κομητείες όπου δεν μπορείς να βρεις δανειστική βιβλιοθήκη, ενώ είναι προφανές πως όταν η αγοραστική δύναμη -ειδικά των μαύρων και των ισπανόφωνων- μειώνεται διαρκώς, το βιβλίο είναι το τελευταίο πράγμα στη λίστα με τα ψώνια τους.

Κι αυτό συμβαίνει σε μια χώρα όπου η πλειοψηφία των παιδιών δεν είναι λευκά.

Το παράδοξο εδώ, λοιπόν, είναι ότι το βιβλίο έχει γίνει αξεσουάρ που μπορεί κυριολεκτικά να αγοράσει κάποιος σε ένα μαγαζί με δερμάτινα είδη -καθώς πάει πακέτο με τις τσάντες που πωλούνται στο χώρο- ωστόσο η «περιττή» φύση του με αυτή την ιδιότητα έρχεται σε εγγενή αντίθεση με το πολύπλευρο νόημα της ανάγνωσης.

Η ανάγνωση ανοίγει μυαλά και δρόμους, φέρνει τον κόσμο σε επαφή με κουλτούρες που δεν ήξερε ότι υπάρχουν, βρίσκεται εκεί για να υπενθυμίζει ότι, εκτός από χόμπι, είναι το θεμέλιο των οργανωμένων κοινωνιών και, φυσικά, ο στυλοβάτης της δημοκρατίας.

Δεν ανακαλύπτουμε τον τροχό λέγοντας ότι οι δημοκρατικές πεποιθήσεις περνούν μέσα από την καλλιέργεια, η οποία πραγματοποιείται και με την ανάγνωση, ωστόσο στη σημερινή εποχή της προαναφερθείσας «θάλασσας από ασχετοσύνη» τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο.

Οταν πίνεις χλωρίνη, πεπεισμένος ότι θα σκοτώσεις έναν ιό που βρίσκεται μέσα σου (και όχι απλά τον οργανισμό σου), τότε μάλλον κάποιος πρέπει να σου επισημάνει ότι το πολίτευμά σου στηρίζεται και στο διάβασμα.

Εκτός αν δεν θέλεις να έχεις ένα τέτοιο πολίτευμα και προτιμάς κάτι λίγο πιο ακραίο.

Πρόσφατα ο ηθοποιός Μπι Τζέι Νόβακ παρουσίασε μια σημαντική εκδήλωση του οργανισμού PEN America, που προωθεί την ελευθερία του λόγου. Τα συμπεράσματά του από τη δική του έρευνα ήταν αισιόδοξα: στις ΗΠΑ ανοίγουν νέα βιβλιοπωλεία, υπάρχουν περιοχές όπου αυξάνονται οι πωλήσεις βιβλίων και πολύς κόσμος αποστρέφεται το ΑΙ ως τη μία και μοναδική απάντηση σε όλα του τα προβλήματα. Ισως ήθελε να μας εμψυχώσει κάπως και να ξεφύγει από τον διδακτισμό που φαίνεται ότι διατρέχει άλλες πρωτοβουλίες σχετικά με την ενθάρρυνση του διαβάσματος.

Δεν μπορείς, θεωρώ, να δαιμονοποιείς την οθόνη για να αποφύγεις την ανάληψη των δικών σου ευθυνών ως κοινωνία επειδή δεν φρόντισες να καλλιεργήσεις στο σχολείο, το σπίτι ή οπουδήποτε αλλού την αγάπη για την ανάγνωση, κι αυτό δυστυχώς είναι ένα συχνό φαινόμενο που δεν βοηθάει προς την ενίσχυση των θεμελίων της δημοκρατίας.

Αυτό το κενό θα έρθει να καλύψει κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, που θα προτείνει βιβλία, τα οποία ίσως δεν έχουν το βάθος ή την πολυπλοκότητα γραφής που θα μπορούσε να καλλιεργήσει λίγο παραπάνω ένα μυαλό. Πειράζει τόσο πολύ, όμως; Οχι, καθώς σημασία έχει να βρει το βιβλίο το δρόμο του για το ράφι μας. Ας είναι και με αυτό τον τρόπο, μια και η Πολιτεία είναι απασχολημένη με άλλα θέματα και δεν θυμίζει στην κοινωνία ότι η δημοκρατία θέλει συντήρηση, αλλιώς μπορεί να ξεφτίσει σαν παλιό Άρλεκιν, χρόνια εκτεθειμένο στο σταντ ενός περιπτέρου. Αν μάθει/θυμηθεί ο κόσμος πώς είναι να διαβάζει, τότε ίσως θελήσει να το ξανακάνει.

Ας είναι οι επίσημες μελέτες για τη φιλαναγνωσία λιγοστές και παλιότερες απ’ όσο θα θέλαμε. Ας μη γνωρίζουμε ακριβώς τι συμβαίνει στη χώρα μας, ποιοι διαβάζουν και ποιοι όχι. Ενα πράγμα είναι αυτό που χρειαζόμαστε για να έχουμε μέλλον. Να πάμε στο βιβλιοπωλείο ή να μπούμε σε αυτό online. Αν πάμε, ίσως πιάσουμε και την κουβέντα στην ουρά του ταμείου. Αν ψωνίσουμε online, ίσως ο αλγόριθμος αρχίσει να μας προτείνει, ανάμεσα σε ένα σωρό άσχετα πράγματα, και βιβλία. Μια μικρή τρύπα χρειάζεται για να μπει το φως. 

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below