Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Άργησα 43 χρόνια να πάω στην Ύδρα. Όχι πως δεν ήθελα, το αντίθετο.

Ήθελα από μικρό παιδί, τότε που άκουγα πως εκεί, αντί για αυτοκίνητα, έχει γαϊδουράκια, αλλά το θερινό μενού της οικογένειας είχε μόνο τρεις μήνες υποχρεωτικό καλοκαίρι στην Αιδηψό. Ήθελα και μετά, φοιτήτρια, με τις φιλενάδες μου, αλλά πάντα κέρδιζαν οι Σπέτσες, γιατί είχαν περισσότερα bars και -κυρίως- περισσότερα αγόρια. Ήθελα και αργότερα, ερωτευμένη με εκείνον που το ειδύλλιό μας είχε τη μουσική επένδυση του Leonard Cohen, του καλλιτέχνη που έζησε και ερωτεύτηκε στην Ύδρα, αλλά το ταξίδι αρχειοθετήθηκε στο φάκελο «πράγματα που δεν ζήσαμε ποτέ». Κυρίως, όμως, ήθελα διακαώς να πάω τα τελευταία χρόνια, που ο εκθεσιακός χώρος του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ στα Παλαιά Σφαγεία έδωσε νέα πνοή στο ανέκαθεν intellectual νησί και κάθε Σαββατοκύριακο μαζεύει το πιο ενδιαφέρον πλήθος.

Μαζί με εμένα, όμως, έστρεψαν το βλέμμα τους στην «αρχόντισσα του Αργοσαρωνικού» και άλλοι: μέσα σε μόλις δύο χρόνια έχω δει όλα τα φουστάνια των τοπικών influencers να κομποζάρουν με τα πολύχρωμα παράθυρα, socialites να κάνουν απόβαση το Σαββατοκύριακο σε parties επιπέδου Ντουμπάι, τηλεοπτικά συνεργεία από μεσημεριανές εκπομπές να ξεροσταλιάζουν μήπως πετύχουν τον Μπραντ Πιτ που ήρθε για γυρίσματα και -πολύ πρόσφατα- το opening ενός pop-up store γνωστής αλυσίδας έτοιμων ενδυμάτων, συνοδευόμενο από δελτία Τύπου «ζήσε και εσύ την πιο summer εμπειρία στην Ύδρα».

Η Ύδρα, φυσικά, είναι μόνο το τελευταίο παράδειγμα ενός φαινομένου που θα μπορούσε να περιγραφεί ως το αντίστροφο του gentrification: δεν εξευγενίζεται ένας υποβαθμισμένος τόπος, αλλά φθείρεται ένας ήδη πολύτιμος. Προηγήθηκε η Πάτμος, που για χρόνια ήταν σύμβολο πνευματικότητας και διακριτικής πολυτέλειας, με λίγες ισχυρές οικονομικά οικογένειες που είχαν εκεί τα σπίτια τους και ξένους που έμεναν στο νησί για μήνες αντί για επτά μέρες τον Αύγουστο.

Τώρα είναι γεμάτη ζωηρές παρέες, superyachts και Instagram opportunities. Πριν από την Πάτμο ήταν τα Κουφονήσια, ο πρώην παράδεισος των backpackers, που κάποτε θαλασσοπνίγονταν για να φτάσουν με τον «Σκοπελίτη», αλλά πλέον δεν βρίσκεις τρία τετραγωνικά ελεύθερα να απλώσεις την πετσέτα σου. Η Αντίπαρος, επίσης, που για χρόνια ήταν η «αντι-Μύκονος» και «το νησάκι του Τομ Χανκς», όπου ο celebrity προσαρμοζόταν στον ρυθμό του νησιού και όχι το ανάποδο, σήμερα διαθέτει βίλες εκατομμυρίων, υψηλή γαστρονομία και είναι άγραφος νόμος πως το πρώτο ΣΚ του Αυγούστου συναντιέται εκεί όλο το εγχώριο jet-set (αν υποθέσουμε πως υπάρχει κάτι τέτοιο).

Και πριν απ’ όλα αυτά ήταν η Μύκονος, που την ανακάλυψε το 1940 η παρέα της Ελένης Βλάχου, της Μελίνας Μερκούρη και του Ζάχου Χατζηφωτίου και μετά έγινε η Μύκονος όλων: η Μύκονος της Τζάκι Κένεντι, η Μύκονος των gays, η Μύκονος των celebrities, των νεόπλουτων, των σκαφάτων, του Κωστόπουλου, των Λιβανέζων, και γενικώς η Μύκονος τα τελευταία 80 χρόνια αλλάζει χέρια πιο συχνά κι από σαπούνι σε αποδυτήρια. Τα τελευταία χρόνια εκφράζω επίσης την επιθυμία να πάω στους Παξούς, μα όλοι με αποτρέπουν, αφού «χάλασαν μετά το “Maestro”».

Όλη αυτή η άλωση των νησιών δημιουργεί δύο προβλήματα: ένα βραχυπρόθεσμο και ένα μακροπρόθεσμο. Το πρώτο είναι ότι στα πρώην αντιδημοφιλή νησάκια χρειάζεσαι πια κράτηση από τον Μάρτιο για δωμάτιο, ξαπλώστρα και καλαμαράκια. Το δεύτερο είναι ότι, μαζί με τα δίκλινα, γίνεται σιγά-σιγά sold out η ταυτότητα του εκάστοτε νησιού. Το unique selling point -που λένε και στο μάρκετινγκ- του κάθε τόπου δεν είναι οι παραλίες του, αλλά το ποιοι πιστεύουμε πως είμαστε όταν είμαστε εκεί.

Στην Ύδρα αισθανόμαστε διανοούμενοι, στα Κουφονήσια εναλλακτικοί, στην Πάτμο εκλεπτυσμένοι. Είναι αυτό που ο Πιερ Μπουρντιέ αποκαλούσε «πολιτισμικό κεφάλαιο»: όχι ο τραπεζικός μας λογαριασμός, αλλά τα σύμβολα, οι εμπειρίες και οι επιλογές μας που συγκροτούν την αυτοεικόνα μας. Όταν συρρέουν μαζικά εκείνοι που θέλουν να οικειοποιηθούν αυτή την ταυτότητα, αλλάζει το ίδιο το προϊόν.

Δεν φταίει κανείς γι’ αυτό, είναι όλο μια φυσική αλυσίδα: οι άνθρωποι της τέχνης, των γραμμάτων και του πολιτισμού λειτουργούν εδώ και δεκαετίες σαν ιχνηλάτες. Εντοπίζουν πρώτοι και βάζουν στον χάρτη μέρη με ιδιαίτερο χρώμα και χαμηλή εμπορικότητα, αλλά μόνο και μόνο η παρουσία τους εκεί πυροδοτεί το επόμενο στάδιο. Οι ταξιδιωτικοί οδηγοί γράφουν γι’ αυτούς τους τόπους, συνέχεια έχουν τα περιοδικά και οι φωτογραφήσεις μόδας, έπειτα οι διάσημοι επισκέπτες, μετά οι επενδυτές, τα boutique ξενοδοχεία και τα concept stores.

Ανοιγοκλείνεις τα μάτια και η ανάπτυξη έχει εξαφανίσει τα χαρακτηριστικά που την προκάλεσαν. Μαζί με τα μαγνητάκια και τα χειροποίητα σανδάλια ξεπουλιέται η αυθεντικότητα και ο τόπος φτωχαίνει, ενώ την ίδια στιγμή πλουτίζει. Τα νησιά μοιάζουν πλέον ύποπτα πολύ μεταξύ τους, με μίνιμαλ κεραμικά, λινές πουκαμίσες και καταλόγους με λιτά λογότυπα στις παραλίες. Είναι θέμα προσφοράς και ζήτησης, και αφού signature cocktails θέλει ο κόσμος, γιατί να μην προσφερθούν ακόμα και στην Κίμωλο, που όταν πρωτοπήγα πριν από 20 χρόνια ήταν κυριολεκτικά μια υποσημείωση της Μήλου;

Ο έρωτας όμως -είτε με τοποθεσία, είτε με άνθρωπο- κρύβεται πάντα στις ιδιαιτερότητες: το να μη μοιάζει το αντικείμενο του πόθου σου με κανένα άλλο. Η τουριστική επιτυχία, που όλα τα νησιά την επιθυμούν όταν δεν την έχουν, γίνεται η αρχή του τέλους τους. Αυτός ο κύκλος είναι διαχρονικός, διακατηγορικός και οι οικονομολόγοι γελάνε κάτω από τα μουστάκια τους γιατί χρόνια ξέρουν πως το φαινόμενο ονομάζεται «scarcity value»: αξία και σπανιότητα περπατούν χέρι-χέρι, πιο σφιχτά κι από νιόπαντρους στη Φολέγανδρο. Όσο περισσότεροι αποκτούν πρόσβαση σε κάτι –είτε μιλάμε για επώνυμη τσάντα, είτε για μια μουσική μπάντα, είτε για ένα ελληνικό νησί- τόσο μικραίνει η συμβολική του αξία.

Το νησί δεν σε προσκαλεί πια να το ανακαλύψεις, σου προσφέρει μια φασόν εμπειρία που έχει ήδη σχεδιαστεί και καταναλωθεί από χιλιάδες άλλους πριν από σένα. Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι πως η ίδια η βιομηχανία του τουρισμού εμπορεύεται την ιδέα της «ανακάλυψης με φράσεις-αυτογκόλ, όπως «κρυμμένο διαμαντάκι», «μυστική παραλία» και «ταβέρνα που τρώνε μόνο οι ντόπιοι».

Στην Ύδρα αισθανόμαστε διανοούμενοι, στα Κουφονήσια εναλλακτικοί, στην Πάτμο εκλεπτυσμένοι. Είναι αυτό που ο Πιερ Μπουρντιέ αποκαλούσε «πολιτισμικό κεφάλαιο»

Η γκρίνια μας είναι δεδομένη. Όποτε γίνεται κουβέντα για τις διακοπές, κάποιος θα πεταχτεί να πει «καλά, έχει χαλάσει πάρα πολύ η …» (συμπληρώστε νησί ελεύθερα). Μπορεί να είναι αλήθεια, συχνά όμως το κίνητρο στο να το εκφράσεις είναι και η ανάγκη να νομιμοποιήσεις τη δική σου παρουσία εκεί, ένα παιδικό «φτου και το πατάω», ένα «ήμουν εκεί before it was cool». Προσωπικά, μου εκπέμπει και μια εσάνς ταξικού άγχους. Γιατί, στ’ αλήθεια, ποιος δικαιούται να έχει γνώμη για το αν είναι θετική ή αρνητική η εξέλιξη ενός νησιού; Εκτός αν αποφασίσαμε κάποια στιγμή ότι τα ελληνικά νησιά είναι ιδιωτικές λέσχες, με δικαίωμα εισόδου μόνο σε όσους πρόλαβαν να τα ανακαλύψουν πρώτοι. Εγώ, πάντως, δεν πήρα τέτοιο memo.

Οι μόνοι που δικαιούνται θεωρητικά να μιλήσουν είναι οι ντόπιοι. Όταν οι τιμές στα εστιατόρια εκτοξεύονται, όταν οι γιατροί και οι δάσκαλοι δεν βρίσκουν σπίτι να μείνουν γιατί έχουν γίνει όλα Airbnb, όταν τα παραδοσιακά καφενεία γίνονται μπραντσάδικα και το νησί επανασχεδιάζεται για τον επισκέπτη του Σαββατοκύριακου αντί για την κοινότητα που ζει εκεί ολόκληρο τον χρόνο, ο ντόπιος φυσικά και δικαιούται να γκρινιάζει – αλλά οφείλει να συλλογιστεί και τη δική του ευθύνη, στον βαθμό φυσικά που του αναλογεί.

Η ομογενοποίηση είναι δυσάρεστη, αλλά ίσως είναι υπερβολική απαίτηση, όταν ανακαλύπτουμε κάτι πραγματικά υπέροχο, να θέλουμε να παραμείνει αποκλειστικό και «μυστικό». Κι άλλωστε, δεν γίνεται. Όταν η μαζικότητα φτάνει σε ένα νησί, οι πρώτοι εραστές του ξεκινούν να ψάχνουν τον επόμενο άγνωστο προορισμό. Ό,τι ισχύει για το γρασίδι όμως -που η φαντασία μας επιμένει πως είναι πιο πράσινο στην απέναντι πλευρά-, ισχύει και για την άμμο. Δεν είναι πιο χρυσαφένια στο επόμενο νησί. Ίσως εμείς να τη βλέπουμε έτσι, επειδή μόλις την ανακαλύψαμε. Και μόλις πάμε να την πιάσουμε, εκείνη κάνει αυτό που η άμμος ξέρει να κάνει: ξεγλιστρά ανάμεσα στα δάχτυλά μας.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below