Ένας άνδρας κι ο μικρός γιος του διασχίζουν μια Αμερική που θυμίζει καμένη γη. Τίποτα δεν κινείται στο κατεστραμμένο τοπίο· μόνο στάχτη στην ατμόσφαιρα. Το κρύο κάνει ακόμα και τις πέτρες να σπάνε, και το χιόνι πέφτει γκρίζο από έναν σκοτεινό ουρανό. Έχουν ένα πιστόλι για άμυνα και σέρνουν ένα καρότσι με τρόφιμα που σύντομα αδειάζει. Προορισμός τους είναι η ακτή, αν και δεν γνωρίζουν τι τους περιμένει εκεί.

Πόσο σπαρακτική και ανέλπιδη μπορεί να γίνει η επιθυμία ενός γονιού να προστατεύσει το παιδί του σε έναν κόσμο που μας ξεπερνάει όλους; Το μυθιστόρημα του Κόρμακ Μακάρθι, «Ο δρόμος», βραβευμένο με Πούλιτζερ, που έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο, επανακυκλοφόρησε πριν από δύο χρόνια από τις εκδόσεις Gutenberg, στη σειρά Aldina, και είναι ένα απαραίτητο στάδιο μύησης στα μετα-αποκαλυπτικά έργα.

Γιατί να διαβάσουμε βιβλία μετα-αποκαλυπτικά ή δυστοπικά στην καρδιά του φωτεινού μεσογειακού καλοκαιριού; Για να ξορκίσουμε τους δικούς μας φόβους σε μια εποχή αβεβαιότητας, σε συνθήκες που απαλύνουν τα αιχμηρά συναισθήματα – στη σκιά ενός αρμυρικιού ή στην αυλή του εξοχικού με τη φουντωτή μουριά και φόντο το τραγούδι των τζιτζικιών. Για να σκεφτούμε τι έχουμε πραγματικά ανάγκη, όχι μόνο για να επιβιώσουμε αλλά και για να βρούμε τη χαρά. Για να εκτιμήσουμε όσα κρατάμε, αυτή τη στιγμή, στα χέρια μας. Για να αναλογιστούμε τις συνέπειες των πράξεών μας, ακόμα και αν τώρα φαντάζουν πολύ μακρινές.

Γιατί να διαβάσουμε βιβλία μετα-αποκαλυπτικά ή δυστοπικά στην καρδιά του φωτεινού μεσογειακού καλοκαιριού; Για να ξορκίσουμε τους δικούς μας φόβους σε μια εποχή αβεβαιότητας, σε συνθήκες που απαλύνουν τα αιχμηρά συναισθήματα

Για παράδειγμα, ο Ίαν ΜακΓιούαν στο νέο του μυθιστόρημα, «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε» (εκδ. Πατάκη), με λεπτό αλλά λυτρωτικό χιούμορ, μας προσκαλεί να πάρουμε μια απόσταση από την εποχή μας και να δούμε πιο καθαρά το πόσο κοντόφθαλμες, έως και παράλογες, είναι οι ανθρώπινες δραστηριότητες που αδιαφορούν για την κλιματική αλλαγή, αλλά και να συνειδητοποιήσουμε τη φλυαρία που παράγουν οι σύγχρονες ψηφιακές τεχνολογίες. Μας ταξιδεύει στο 2119, όπου οι πεδινές περιοχές του Ηνωµένου Βασιλείου έχουν βυθιστεί εξαιτίας της ανόδου της στάθµης της θάλασσας µετατρέποντας τη χώρα σε ένα αρχιπέλαγος µε πολλά διάσπαρτα νησιά. Ένας ερευνητής μελετά τα αρχεία των πρώτων δεκαετιών του εικοστού πρώτου αιώνα, αναζητώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε ένα πλέον θρυλικό και εξαφανισμένο ποίημα, που είχε γραφτεί το 2014 από έναν ποιητή για τη σύζυγό του.

Άχρονο είναι, από την άλλη, το μυθιστόρημα της Ζακλίν Χάρπμαν «Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες» (εκδ. Αίολος). Σαράντα γυναίκες ζουν φυλακισμένες σε ένα υπόγειο, κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. Εδώ και πόσο καιρό; Καμία δεν ξέρει, αφού στο υπόγειο δεν υπάρχουν ρολόγια ούτε φυσικό φως. Οι δοκιμασίες τους δεν τελειώνουν όταν βρεθούν ξαφνικά απελευθερωμένες στην επιφάνεια, σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από εκείνον που είχαν αφήσει, και αντιμέτωπες με τις πρωτόγνωρες δοκιμασίες της επιβίωσης. Ένα βιβλίο-φόρος τιμής στην ευρηματικότητα, την ανθεκτικότητα και το πνεύμα συνεργασίας των γυναικών, το οποίο ωστόσο δεν δαιμονοποιεί τους άντρες – απεναντίας, μέσα από την απουσία τους, φωτίζει τη σημασία τους στη ζωή μας.

Ο παραλογισμός της φυλάκισης των ηρωίδων του «Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες» και του πόνου στου οποίου υποβάλλονται απηχεί, όπως σχολιάζει η συγγραφέας Sophie Mackintosh («Η θεραπεία του νερού») στην εισαγωγή μιας αγγλόφωνης επανέκδοσης του 2019, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου και την ιστορία της Χάρπμαν, μιας οικογένειας Εβραίων που είχαν δραπετεύσει στην Καζαμπλάνκα.

Στην εισαγωγή του «Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες» η Mackintosh αναφέρεται στην άνθηση των βιβλίων φαντασίας και επιστημονικής φαντασίας που γράφονται από γυναίκες. Στα χνάρια, λοιπόν, της Margaret Atwood («Η χρονιά της πλημμύρας», «Η ιστορία της θεραπαινίδας»), έχουμε μια νεότερη γενιά δημιουργών που χτίζουν ολόκληρους δυστοπικούς κόσμους, στους οποίους δίνουν συναισθηματικό βάθος και ενδιαφέρον μέσα από τις ιστορίες των ηρώων τους.

Η Sophie Mackintosh αναφέρεται στην άνθηση των βιβλίων φαντασίας και επιστημονικής φαντασίας που γράφονται από γυναίκες. Στα χνάρια, λοιπόν, της Margaret Atwood («Η χρονιά της πλημμύρας», «Η ιστορία της θεραπαινίδας»), έχουμε μια νεότερη γενιά δημιουργών που χτίζουν ολόκληρους δυστοπικούς κόσμους

Η Maja Lunde, για παράδειγμα, μετά την Τετραλογία του Περιβάλλοντος κυκλοφορεί ένα νέο μυθιστόρημα, «Όταν σταμάτησε ο χρόνος» (εκδ. Κλειδάριθμος), με σαφείς επιρροές από την πανδημία και το lockdown: Μια συνηθισμένη Τρίτη του Ιουνίου, ο χρόνος των ανθρώπων σταματά. Τα παιδιά παύουν να μεγαλώνουν, δεν γεννιούνται άλλα μωρά, κανείς δεν γερνάει, κανείς δεν πεθαίνει. Κάπως έτσι, διαβάζοντάς το, συνειδητοποιούμε την αξία του περάσματος του χρόνου, που τόσο φοβόμαστε. Στο μεταξύ η Lunde, μέσα από τη μυθοπλασία, δίνει την ευκαιρία στη φύση να πάρει την εκδίκησή της για την οικολογική καταστροφή, καθώς ενώ ο χρόνος για τους ανθρώπους έχει παγώσει, η φύση συνεχίζει την πορεία της, η νύχτα διαδέχεται τη μέρα, τα φυτά αναπτύσσονται και τα ζώα ακολουθούν τον κύκλο της ζωής.

Μια πανδημία ρίχνει τη σκιά της και στη «Θάλασσα της ηρεμίας» (εκδ. Ίκαρος) της Emily St. John Mandel, που είχε δείξει ότι είναι υπολογίσιμη δύναμη στη μυθοπλασία, και δη το sci-fi, ήδη από τον καθηλωτικό «Σταθμό Έντεκα» και το «Γυάλινο ξενοδοχείο». Στη «Θάλασσα της ηρεμίας» μετακινείται με άνεση ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές: το 1912 ο Έντουιν Σεντ Άντριου είναι δεκαοχτώ χρονών όταν διασχίζει τον Ατλαντικό ωκεανό με ατμόπλοιο. Καθώς εισέρχεται στο δάσος, στην άγρια ερημιά της Βρετανικής Κολομβίας, ακούει νότες βιολιού να αντηχούν σε έναν σταθμό αερόπλοιων – μια εμπειρία που τον συγκλονίζει βαθιά. Δύο αιώνες αργότερα, το 2203, η διάσημη συγγραφέας Όλιβ Λουέλιν βρίσκεται σε περιοδεία για την προώθηση του βιβλίου της. Ταξιδεύει σε όλη τη Γη, μακριά από το σπίτι της στη δεύτερη σεληνιακή αποικία – ανυποψίαστη για μια πανδημία που βρίσκεται σε εξέλιξη. Στο πιο πολυδιαβασμένο βιβλίο της εμφανίζεται μια παράξενη σκηνή: ένας άντρας παίζει βιολί με τον ήχο του να αντηχεί στον διάδρομο ενός σταθμού αερόπλοιων, ενώ τα δέντρα του δάσους υψώνονται ολόγυρά του. Σχεδόν διακόσια χρόνια αργότερα, το 2401, ο Γκάσπερι Ρόμπερτς, φύλακας ξενοδοχείου στην Πόλη της Νύχτας, καλείται να ταξιδέψει πίσω στον χρόνο για να ερευνήσει την παράξενη σύμπτωση των δύο γεγονότων, ικανή να διαταράξει το χρονοδιάγραμμα του Σύμπαντος.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below