Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Εχουν περάσει δεκαεφτά χρόνια από την πρώτη εμφάνιση της Μαρίας Ξυλούρη στη λογοτεχνία με το μυθιστόρημα Rewind. Γεννημένη στην Κρήτη στις αρχές των 80s, σπούδασε Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όπου έκανε και μεταπτυχιακές σπουδές στην Ψυχολογία και τα ΜΜΕ. Έχει υπογράψει τα μυθιστορήματα Πώς τελειώνει ο κόσμος (2012), που τιμήθηκε με Athens Prize for Literature, Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου (2015) και τη συλλογή διηγημάτων Πέτρινα πλοία (2021). Με τη φετινή νουβέλα της με τίτλο Υφάντρα κινείται με μοναδική χάρη ανάμεσα στο σκοτεινό παραμύθι, τη μνήμη και τη σύγχρονη γυναικεία εμπειρία.

Το βιβλίο ξεκινά σχεδόν σαν παραμύθι. Έχει μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, αλλά καθώς προχωρά η ιστορία αποκαλύπτεται ότι στον πυρήνα της βρίσκεται μια υπόθεση έμφυλης βίας. Ήταν εξαρχής αυτή η πρόθεσή σου;

Όταν ξεκινάω να γράψω, δεν ξεκινάω με λίστα πραγμάτων που θέλω να πω, περισσότερο με ενδιαφέρει τι μπορώ να ανακαλύψω γράφοντας. Η ιστορία της Μπιάνκας βασίστηκε εν μέρει σε ιστορία που μου αφηγήθηκαν, και δεν σκέφτηκα στιγμή να αφαιρέσω τη βία της. Δεν είναι εξάλλου ότι απέχει από την πραγματικότητα. Ακούμε τέτοιες ιστορίες σχεδόν καθημερινά, και μάλλον υπάρχουν ακόμα περισσότερες που δεν ακούμε ποτέ, κι ας συμβαίνουν δίπλα μας. Περνάμε μπροστά από σπίτια ή ανθρώπους χωρίς να φανταζόμαστε τι μπορεί να συμβαίνει πίσω από μια κλειστή πόρτα. Ένα ερώτημα ήταν πώς μπορούσα να μιλήσω γι’ αυτά μέσα στο σχεδόν παραμυθένιο πλαίσιο της συγκεκριμένης νουβέλας, στον τόπο και το χρόνο της. Σκέφτηκα ότι η βία δεν έχει χρόνο, αυτές οι ιστορίες δεν ανήκουν μόνο στο σήμερα. Αλλάζουν οι εποχές και τα σκηνικά, όχι όμως ο πυρήνας τους.

Η ύφανση λειτουργεί στο βιβλίο ως μεταφορά;

Ναι. Τη σκεφτόμουν ως γυναικεία τέχνη αλλά και ως γυναικεία γλώσσα. Έχουμε συνδέσει τόσο έντονα την υφαντική με τις γυναίκες, που ακούμε τη λέξη «αργαλειός» και σχεδόν όλοι φανταζόμαστε καθισμένη μπροστά του μια γυναίκα. Αλλά υπάρχουν τόποι και παραδόσεις όπου υφαίνουν και οι άντρες ή κυρίως οι άντρες – στο Σεντ Κίλντα για παράδειγμα ύφαιναν οι άντρες. Εμένα όμως περισσότερο με ενδιέφερε η ύφανση ως τρόπος αφήγησης. Πώς αφηγείσαι την ιστορία σου όταν δεν έχεις πρόσβαση στη γραφή ή στο δημόσιο λόγο; Πώς μιλάς όταν δεν μπορείς να μιλήσεις; Πώς υφαίνεις μια ιστορία; Εκεί επιστρέφω στο μύθο της Φιλομήλας, που τη βίασε ο άντρας της αδερφής της και της έκοψε τη γλώσσα για να μην αποκαλύψει την αλήθεια. Εκείνη λοιπόν υφαίνει την ιστορία της, κι έτσι μαθαίνει η αδερφή της τι της συνέβη. Αυτή η ιδέα με συνόδευε σε όλη τη διάρκεια της συγγραφής. Η Μπιάνκα ήταν ένας (πολύ) δευτερεύων χαρακτήρας ενός μεγάλου μυθιστορήματος το οποίο δούλευα χρόνια.

Στα τελευταία μου βιβλία έχω την αίσθηση ότι αναζητώ διαρκώς πιο ανοιχτούς ορίζοντες αλλά, αντιθέτως, ανακαλύπτω ξανά και ξανά ότι ανοιχτός ορίζοντας δεν σημαίνει απαραίτητα ελευθερία. Ένας τόπος μπορεί να είναι πανέμορφος, φωτεινός, και ταυτόχρονα ασφυκτικός. Η θάλασσα που ανοίγεται μπροστά σου μπορεί να μην σε οδηγεί σε άλλους τόπους αλλά να σε απομονώνει από αυτούς

Πότε κατάλαβες ότι αυτή η ηρωίδα έπρεπε να αποκτήσει τη δική της ιστορία;

Δεν το κατάλαβα αμέσως. Κάποια στιγμή εκείνο το μεγάλο μυθιστόρημα σταμάτησε να προχωρά: μπήκαν στη μέση μεταφράσεις, άλλα βιβλία, η ίδια η ζωή. Η υφαντική ήταν πολύ σημαντικό κομμάτι του βιβλίου. Βέβαια τότε δεν ήξερα να υφαίνω. Και σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να μάθω όντως υφαντική για να μπορέσω κάποτε να το τελειώσω. Πήγα λοιπόν σε ένα εργαστήρι υφαντικής. Για χρόνια δεν μπορούσα να γράψω λέξη, ύφαινα όμως. Όταν δοκίμασα να ξαναγυρίσω στο μυθιστόρημα, αφού είχα μάθει πια να υφαίνω, δεν ήξερα από πού να το ξαναπιάσω. Ο κίνδυνος, όταν σε απασχολεί κάτι για πολύ καιρό χωρίς να ολοκληρώνεται, είναι να ανοιχτεί προς ένα σωρό διαφορετικές κατευθύνσεις. Στο μεταξύ αλλάζεις κι εσύ, σε απασχολούν διαφορετικά πράγματα, μπλέκεσαι με ένα σωρό διαφορετικά νήματα. Αυτό ακριβώς μου συνέβη. Αντί να παίρνει μια συγκεκριμένη μορφή το βιβλίο, απλωνόταν διαρκώς. Σκέφτηκα τότε ότι ο αργαλειός δίνει όρια. Το υφαντό δεν απλώνεται πέρα από τα στημόνια. Το ίδιο έπρεπε να κάνω και με το βιβλίο. Έπιασα, λοιπόν, αυτόν το δευτερεύοντα χαρακτήρα, αυτήν την υφάντρα, την Μπιάνκα, για να δω μήπως μπορώ να ξαναμπώ στον κόσμο του μέσω εκείνης· και αποφάσισα να το χωρίσω σε έναν κύκλο ιστοριών, αυτόν τον κύκλο που ονομάζω Αμερικές. Σε μικρότερα υφαντά, αν θες. Ο αργαλειός σε υποχρεώνει να τα σκεφτείς όλα αυτά. Δεν είναι μια άπειρη επιφάνεια. Είναι ένα πλαίσιο. Έχει συγκεκριμένες διαστάσεις, συγκεκριμένες αντιστάσεις.

Πώς μπλέκεται σε αυτό η καταγωγή σου; Ο τρόπος που κουβαλάμε μέσα μας τόπους, μνήμες, οικογένειες;

Με ενδιαφέρει, αναπόφευκτα, αυτό το περίεργο μείγμα που δημιουργείται μέσα μας όταν προερχόμαστε από έναν τόπο αλλά ζούμε σε έναν άλλον. Με ενδιαφέρει πώς κατοικούμε έναν τόπο αλλά και πώς ένας τόπος κατοικεί εμάς. Στα τελευταία μου βιβλία έχω την αίσθηση ότι αναζητώ διαρκώς πιο ανοιχτούς ορίζοντες αλλά, αντιθέτως, ανακαλύπτω ξανά και ξανά ότι ανοιχτός ορίζοντας δεν σημαίνει απαραίτητα ελευθερία. Ένας τόπος μπορεί να είναι πανέμορφος, φωτεινός, και ταυτόχρονα ασφυκτικός. Η θάλασσα που ανοίγεται μπροστά σου μπορεί να μην σε οδηγεί σε άλλους τόπους αλλά να σε απομονώνει από αυτούς. Το νησί που για σένα είναι ένας παράδεισος για τις διακοπές σου, για τους ντόπιους είναι η καθημερινότητά τους, συχνά καθόλου ειδυλλιακή. Δεν υπάρχει ποτέ μόνο μία εκδοχή ενός τόπου. Η Υφάντρα δεν αντλεί από δικές μου ιστορίες, πολύ συνειδητά δεν τοποθετείται καν σε δικούς μου τόπους, ωστόσο σίγουρα χρωματίζεται από δικές μου μνήμες, δικά μου πράγματα. Μεγάλωσα ανάμεσα σε γυναίκες που κεντούσαν, έραβαν, έπλεκαν, ύφαιναν, είχα θεία υφάντρα. Η υφαντική ήταν μια γλώσσα που δεν είχα μάθει, θυμόμουν όμως τον ήχο κάποιων λέξεών της. Κι όταν άρχισα να υφαίνω αισθάνθηκα ότι μαθαίνω τη γλώσσα της θείας μου.

Φωτογραφία: Γιούλη Ιτσκού

Το εξώφυλλο, που είναι μία δική σου ζωγραφιά, μοιάζει να δηλώνει ακριβώς αυτή τη σχέση που ανέπτυξες με το βιβλίο.

Ίσως γιατί αυτό το βιβλίο, όπως είπα και πριν, βγήκε έπειτα από μια μεγάλη περίοδο όπου έψαχνα πώς να ξαναβρώ τις λέξεις μου. Τις ξαναβρήκα υφαίνοντας, και με την Υφάντρα βγήκα από αυτή τη σιωπή· αυτό της δίνει διαφορετικό, πιο προσωπικό, χαρακτήρα από τα προηγούμενα βιβλία. Μου φάνηκε λοιπόν ταιριαστό να υπάρχει και ένα εξώφυλλο φτιαγμένο από τα δικά μου χέρια. Το ύφανα, το έγραψα, ας το ζωγραφίσω κιόλας.

Μεγάλωσα ανάμεσα σε γυναίκες που κεντούσαν, έραβαν, έπλεκαν, ύφαιναν, είχα θεία υφάντρα. Η υφαντική ήταν μια γλώσσα που δεν είχα μάθει, θυμόμουν όμως τον ήχο κάποιων λέξεών της. Κι όταν άρχισα να υφαίνω αισθάνθηκα ότι μαθαίνω τη γλώσσα της θείας μου.

Υπάρχει κάτι που σε ενδιαφέρει ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο θα διαβαστεί το βιβλίο; Αν, για παράδειγμα, θα χαρακτηριστεί φεμινιστικό;

Καταλαβαίνω πολύ καλά ότι κάποιος μπορεί να το διαβάσει ως φεμινιστικό, όπως και ότι άλλη μπορεί να διαφωνήσει με αυτή την ανάγνωση· δεν μπορώ ούτε θέλω να επιβάλω πώς θα διαβαστεί. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι να μπει ο κάθε αναγνώστης, η κάθε αναγνώστρια, μέσα σε αυτόν τον κόσμο, να σταθεί απέναντι ή δίπλα στους ήρωες, να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει μαζί τους, να σκεφτεί ακόμα κι όσα δεν υπάρχουν καθαρά πάνω στη σελίδα, όσα δεν εξηγούνται, όσα υπονοούνται – τις αποσιωπήσεις, τα κενά, τις απουσίες, που για μένα είναι πολύ σημαντικά στοιχεία της αφήγησης. Δεν θέλω σε κάθε παράγραφο να υπάρχει από κάτω μια υποσημείωση που να λέει: «Αυτή το βλέπει έτσι, αλλά μπορεί να μην είναι έτσι». Ένα ζητούμενό μου ήταν να δείξω μεγαλύτερη εμπιστοσύνη τόσο στην ιστορία όσο και στους αναγνώστες.

Αν η ζωή σου ήταν υφαντό, τι μορφή θα έπαιρνε;

Σκέφτομαι τα πρώτα υφαντά που έκανα – αναγκαστικά, πολύ πειθαρχημένα. Δουλεύεις με τετραγωνάκια, μετρώντας, με δυαδικό σύστημα σχεδόν: η ύφανση έχει κάτι πολύ μαθηματικό, κάτι που δεν το καταλαβαίνει κανείς αν δεν την έχει δοκιμάσει. Όταν έμαθα τις βασικές τεχνικές, άρχισα σιγά-σιγά να κινούμαι πιο ελεύθερα. Το τελευταίο υφαντό που έκανα ήταν θαλασσογραφία, μέσω της οποίας προσπαθούσα να επεξεργαστώ μια οικογενειακή ιστορία, αλλά δεν με ενδιέφερε απαραίτητα να τη «διαβάσει» κανείς ως τέτοια. Θυμάμαι τις διαφωνίες με τη δασκάλα μου για τη χρωματική παλέτα – τι ταιριάζει με τι, ακόμα κι αν έχει θέση η μία υφή δίπλα στην άλλη. Τελικά βέβαια σε «καταπίνει» και σε καθοδηγεί το υφαντό, που μπορεί να ξεκινήσει ως κάτι και να καταλήξει κάτι άλλο, και μοιάζει να σου υποδεικνύει το ίδιο τις επιλογές σου. Και αυτό που βλέπεις εσύ που το δουλεύεις είναι διαφορετικό από αυτό που βλέπει ο θεατής.
Αυτό αισθάνομαι ότι συμβαίνει και στη ζωή: προσπαθείς να διακρίνεις μια μορφή, να την αναζητήσεις, αλλά δεν ξέρεις πάντα τι ακριβώς βλέπεις… Ή αν το βλέπεις μόνο επειδή κάτι θέλεις να δεις. Δεν είναι τυχαίο, νομίζω, ότι το πρώτο βιβλίο που έρχεται μετά από εκείνο το μεγάλο κενό έχει τόσο έντονη σχέση με τη δυσκολία της έκφρασης. Με το πώς κάτι που υπάρχει μέσα σου πρέπει να βρει τη γλώσσα του. Για μένα η ύφανση είναι και γλώσσα. Είναι ένας τρόπος να σκεφτείς τη μορφή, το όριο, το κενό, την επανάληψη, το λάθος.

Πώς βλέπεις τη συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη και τη μετάφραση της λογοτεχνίας;

Η αίσθησή μου είναι ότι είμαστε παντελώς απροετοίμαστοι γι’ αυτή τη συζήτηση. Τρέχουμε να προλάβουμε εξελίξεις που μας έχουν ήδη προσπεράσει και ούτως ή άλλως δεν τις κατανοούμε πλήρως. Όπως δεν ξέρω αν έχουμε ακόμη συνειδητοποιήσει πλήρως το πόσο περίπλοκο είναι το ζήτημα – δεν αφορά μόνο τα πνευματικά δικαιώματα, για παράδειγμα, έχει και περιβαλλοντικό κόστος. Είναι μια πολύ ενεργοβόρα και υδροβόρα διαδικασία. Δεν ξέρω αν το σκεφτόμαστε αυτό όταν δίνουμε εντολή σε ένα εργαλείο ή σε κάτι που νομίζουμε ότι είναι εργαλείο.

Μπορεί όμως ένα βιβλίο να γραφτεί από μια μηχανή; Τι θα χαθεί τότε;

Το βιβλίο, υποτίθεται, είναι ένας χώρος όπου βρίσκεις τα πιο βαθιά ανθρώπινα πράγματα. Ένα μέρος όπου πηγαίνεις για να ξανασυναντήσεις την ανθρωπιά σου. Σου επιτρέπει να διαχειριστείς τραύματα, να συζητήσεις δύσκολα ζητήματα, να τα σκεφτείς. Σου δίνει επίσης ένα περιθώριο να συναντηθείς με τις σκέψεις άλλων ανθρώπων. Να μπεις, έστω για λίγο, στη θέση τους. Με τρομοκρατεί η ιδέα ότι θα το εμπιστευτούμε όλο αυτό σε μια μηχανή που σαρώνει και αναμασά έναν τεράστιο όγκο λέξεων χωρίς να έχει καμία σχέση με τη σάρκα και το αίμα τους.

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο τεύχος 445, Αύγουστος 2026.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below