Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Τριάντα δύο χρόνια Νύχτες Πρεμιέρας, τριάντα από αυτά με τον Λουκά Κατσίκα κάπου μέσα στο πλάνο. Και από το 2016, δέκα χρόνια πια, στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή. Μια δεκαετία κάθε άλλο παρά ανέφελη: το κλείσιμο του Πήγασου το 2017 άφησε το φεστιβάλ χωρίς γραφεία, ακολούθησε η πανδημία και το κλείσιμο των κινηματογραφικών αιθουσών, ύστερα η νέα πραγματικότητα του streaming και, πιο πρόσφατα, η απώλεια της επιχορήγησης που έφερε τις Νύχτες Πρεμιέρας πολύ κοντά στην ανυπαρξία.
Κι όμως, υπήρξαν. Όπως κάθε Σεπτέμβριο, χάρη σε μια ομάδα τόσο μικρή ώστε, όπως λέει ο Λουκάς, «κάθε παιδί είναι στην κυριολεξία ένα τμήμα». Στη δική του θητεία, ο ίδιος είδε επίσης να κλείνουν αίθουσες που υπήρξαν συνώνυμες με το φεστιβάλ, αποχαιρέτησε το Ιντεάλ στην τελευταία του προβολή, βρέθηκε αντιμέτωπος με την πρώτη απόσυρση ταινίας στην ιστορία του θεσμού και συνέχισε να κάνει αυτό που έκανε πολύ πριν αποκτήσει τον τίτλο του καλλιτεχνικού διευθυντή: να στέκεται όρθιος στο πίσω μέρος της αίθουσας και να κοιτάζει όχι μόνο την οθόνη, αλλά και το κοινό. Ίσως τελικά αυτοί οι αριθμοί που περιγράφουν καλύτερα τη θητεία του να μην είναι τα 30 χρόνια παρουσίας στο φεστιβάλ ούτε τα 10 χρόνια στο τιμόνι του, αλλά οι αμέτρητες ώρες στο σκοτάδι μιας κινηματογραφικής αίθουσας. Και ίσως αυτή να είναι η εικόνα που δικαιώνει τις επιλογές του: μια λαοθάλασσα από 25χρονους -στη συντριπτική τους πλειοψηφία- θεατές να βγαίνει τα μεσάνυχτα του Σαββάτου 3 Οκτωβρίου από το θέατρο Ολύμπια έχοντας μόλις παρακολουθήσει τη sold out προβολή του Club Kid του Τζόρνταν Φέρστμαν (που ήταν και η ταινία έναρξης του φεστιβάλ, τρεις μέρες νωρίτερα).

Λουκά, έχεις αφηγηθεί πολλές φορές πώς μπήκε το σινεμά στη ζωή σου. Όμως τι άνθρωπο νομίζεις ότι σε έκανε;
Ήμουν ένας δύσκολος άνθρωπος, εσωστρεφής, και είχα κι εγώ τους δαίμονές μου. Με βοήθησαν πάρα πολύ η μουσική και το σινεμά —και, βέβαια, η οικογένειά μου— να επιβιώσω και να γίνω καλύτερος άνθρωπος. Είναι μεγάλη κουβέντα να το λες, αλλά δεν ξέρω πώς θα ήμουν χωρίς το σινεμά ή τη μουσική. Όταν δεν βλέπω ταινίες, ακούω μουσική. Είναι και τα βιβλία βέβαια, αλλά όσο μεγαλώνεις, κάποια πράγματα γίνονται οι σταθερές σου, γυρίζεις πίσω στα πράγματα με τα οποία νιώθεις ότι μεγάλωσες και τα οποία νιώθεις ότι σε μεγάλωσαν.
Είμαι άνθρωπος του post-punk και του new wave. Με αυτά μεγάλωσα και εξακολουθώ να τα ακούω. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, πώς ακούγονται σήμερα οι Cocteau Twins στα αυτιά των νεότερων ακροατών, πώς αυτό το αερικό που λεγόταν Elizabeth Fraser εξακολουθεί να εμπνέει νεότερους ανθρώπους. Αισθάνομαι ότι αυτή είναι και μια γέφυρα επικοινωνίας με τις νεότερες ηλικίες. Υπάρχουν κάποιοι φωτεινοί φάροι: τους βλέπεις μέσα στο σκοτάδι και πας προς τα εκεί.

Υπάρχουν ταινίες ή δημιουργοί που άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζεις τους ανθρώπους ή τη ζωή;
Έχω πάρα πολλές ταινίες και σκηνοθέτες που αγαπώ. Όταν πέθανε ο David Lynch, ήθελα να μπω κάτω από ένα πάπλωμα. Δεν ήξερα πώς να το αντιμετωπίσω. Έλεγα ότι, με την πραγματικότητα του κόσμου όπως είναι, κάτι θα έπρεπε να μπορεί να σταματήσει λίγο τον χρόνο. Επιστρέφω πάντα στα πράγματα με τα οποία μεγάλωσα, αλλά ταυτόχρονα ανακαλύπτω διαρκώς πράγματα που μου αρέσουν, που αγαπώ και με τα οποία παθιάζομαι. Γιατί, αν δεν παθιαστώ, δεν γίνεται.

Έτσι το φεστιβάλ ο Γιώργος Τζιώτζιος: με νέα, πωρωμένα παιδιά, που ήξεραν ότι θα το φέρουν εις πέρας επειδή το πίστευαν και το αγαπούσαν. Αυτή είναι η συνθήκη που κρατάει το φεστιβάλ ζωντανό: γίνεται με αγάπη. Όταν μετά το τέλος μιας προβολής βλέπεις τον κόσμο να βγαίνει χαμογελαστός και να σε ρωτάει τι να δει μετά, ξέρεις ότι έχεις βάλει ένα μικρό κομματάκι σε αυτόν τον ρημάδι τον κόσμο.

Στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας, τι ήταν αυτό που σε ώθησε να ετοιμάσεις το αφιέρωμα στον Lee Chang-dong με τίτλο «Ποιητική Δικαιοσύνη»;
Εδώ και χρόνια ήθελα να το κάνω. Είναι ένας σπουδαίος σκηνοθέτης. Απλώς, επειδή δεν ανήκει σε κάποια μηχανή προώθησης, δεν υπάρχει κάποιο hype γύρω του. Δεν είναι δυτικός και εξακολουθεί κάπως να βρίσκεται έξω από το επίκεντρο. Έχει κάνει μία, δύο, τρεις από τις καλύτερες ταινίες που έχω δει στον 21ο αιώνα. Σταθήκαμε τυχεροί, γιατί είχε καινούργια ταινία. Την είδα στο Φεστιβάλ Βενετίας και μου άρεσε πάρα πολύ. Το Possible Love έφυγε από το φεστιβάλ με το Αργυρό Λιοντάρι και το Βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών. Επικοινώνησα με το Netflix, τους είπα πόσο σημαντικό ήταν για εμάς να την έχουμε και μας την έδωσαν. Οπότε ήρθε και κούμπωσε: υπάρχει τώρα όλη του η φιλμογραφία μαζί με την καινούργια ταινία, σε μία και μοναδική προβολή πριν περάσει στο Netflix. Και μόνο το ότι θα μπορέσουμε να τη συστήσουμε στο κοινό και να προβληθεί σε αίθουσα είναι πάρα πολύ σημαντικό για μένα.

Θέλω να σε ρωτήσω και για τις ταινίες που διάλεξε για το φεστιβάλ ο Γιώργος Λάνθιμος. Οι επιλογές του είναι ένα κλειδί για να κατανοήσουμε το δημιουργικό του σύμπαν;
Ακριβώς. Η πρόσκλησή μας απέναντί του ήταν πολύ διακριτική. Του είπαμε πολύ απλά: θέλουμε να προτείνεις ταινίες. Δεν θέλουμε ούτε να εκμεταλλευτούμε την παρουσία σου ούτε το όνομά σου. Και ο ίδιος ανταποκρίθηκε εξίσου διακριτικά, κάτι για το οποίο είμαι ευγνώμων. Οι ταινίες θα μιλήσουν από μόνες τους. Δεν χρειάζεται να μιλήσει ο ίδιος ούτε μας ενδιέφερε να χρησιμοποιήσουμε το όνομά του για να προβάλουμε το αφιέρωμα. Έχει επιλέξει μερικές πολύ ιδιαίτερες και απρόβλεπτες ταινίες. Κι εγώ εξεπλάγην ευχάριστα. Είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να δεις τις επιλογές ενός τόσο σημαντικού δημιουργού και, μέσα από αυτές, να καταλάβεις κάτι περισσότερο για τον ίδιο.

Όταν ήσουν είκοσι χρόνων, το να είσαι σινεφίλ σήμαινε και μια διαδικασία αναζήτησης. Σήμερα έχουμε σχεδόν τα πάντα διαθέσιμα. Χάσαμε κάτι μαζί με αυτή την αφθονία;
Αφενός έχει χαθεί η αίσθηση της κινηματογραφικής εμπειρίας, της θέασης. Το να είσαι σε μια αίθουσα γεμάτη. Τότε γέμιζαν οι αίθουσες και για καλλιτεχνικές ταινίες. Γέμιζαν όταν έβγαινε ο Jarmusch, όταν έβγαινε ο Kieślowski. Αυτά τα πράγματα αφήνουν αποτυπώματα πάνω μας που δεν σβήνονται. Το άλλο που έχει χαθεί είναι η αίσθηση μιας κατεύθυνσης, ενός προσανατολισμού: αυτό που λέμε curation. Να πάρεις τα παιδιά που ψάχνουν ταινίες και σπουδαίους σκηνοθέτες και να τους πεις: «Ελάτε να ανακαλύψετε το σινεμά της Ασίας, τους σπουδαίους σκηνοθέτες του κλασικού Χόλιγουντ». Λείπει επίσης το πολύ σημαντικό κομμάτι του να μοιράζεσαι. Η αίσθηση ότι παρακολουθείς μια ταινία στον κινηματογράφο και συμμετέχεις σε ένα συλλογικό όνειρο δεν νομίζω ότι προσφέρεται από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο.

Ένα φεστιβάλ πρέπει να μπορεί να τοποθετείται ανοιχτά και να προσφέρει χώρο στις ταινίες. Αν μπορεί να βοηθήσει μια ταινία να τη δει περισσότερος κόσμος, αυτό πρέπει να κάνει. Και, κυρίως, να προσφέρει μια ασφαλή ζώνη διαλόγου για οτιδήποτε. Μέσα σε αυτή τη ζώνη να χωρούν οι πάντες: όλοι, όλες, όλα. Αυτό είναι το σημαντικό για μένα.

Υπερασπίζεσαι με πάθος την κινηματογραφική αίθουσα. Τι υπερασπίζεσαι πραγματικά; Τη μεγάλη οθόνη ή το γεγονός ότι βλέπουμε κάτι μαζί με αγνώστους;
Η δική μας γενιά μεγάλωσε μέσα σε κοινότητες και φυλές. Μόνο τη μουσική να πάρεις: στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 υπήρχαν μαγαζιά για συγκεκριμένες μουσικές φυλές. Άνθρωποι που άκουγαν indie, electro, techno, metal έβρισκαν μέρη στα οποία μπορούσαν να συνυπάρξουν.
Στον κινηματογράφο αυτό το πράγμα έχει υποστεί έναν κλονισμό, γιατί αντιμετώπισε τον μεγάλο του εχθρό, που αποδείχθηκε ότι ήταν η ίδια η τεχνολογία. Κάποτε η μικρή οθόνη απειλούσε πολύ σοβαρά τη μεγάλη. Κάποια στιγμή η μικρή οθόνη νίκησε τη μεγάλη. Τώρα όμως βλέπω ότι η μεγάλη οθόνη πρέπει να εκδικηθεί τη μικρή, γιατί το μέγεθος εν τέλει μετράει. Μετράει να βλέπεις κάτι σε επιβλητικές διαστάσεις που σε ξεπερνούν, αντί σε μια οθόνη κινητού ή υπολογιστή.
Αλλά είναι εξίσου σημαντικό να νιώθεις ότι ανήκεις σε μια φυλή, σε μια κοινότητα. Οι άνθρωποι αισθάνονται την ανάγκη να ανήκουν κάπου, να πιστέψουν σε κάτι. Η κινηματογραφική θέαση είναι για μένα ένα ιδανικό μοντέλο του τι σημαίνει να ανήκεις: να λατρεύεις μαζί με πλήθος άλλων πιστών τα ίδια εικονίσματα, τα ίδια τοτέμ.
Σε μια εποχή που έχει χάσει την ελπίδα, το να ανήκεις, στον κινηματογράφο, τη μουσική, τον πολιτισμό, είναι ένας τρόπος να αντιμετωπίσεις τα σκοτάδια. Και τα δικά σου τα προσωπικά και τα σκοτάδια εκεί έξω.

Στη φετινή συνέντευξη Τύπου για τις Νύχτες Πρεμιέρας μίλησες για την υποχρέωση ενός φεστιβάλ να τοποθετείται απέναντι στην εποχή του. Πότε αποφάσισες ότι δεν αρκεί να έχει καλλιτεχνική ταυτότητα αλλά πρέπει να έχει και πολιτική φωνή;
Και να προσπαθήσεις να το αποφύγεις, να στρίψεις από άλλη γωνία, πάλι θα σε βρει. Δεν ήμουν ποτέ ένας πολιτικοποιημένος άνθρωπος, αλλά προσπαθούσα να αφουγκράζομαι τις ευαισθησίες της πόλης και του κόσμου έξω. Δεν μπορούσα να γυρίσω την πλάτη ή να κάνω τα στραβά μάτια όταν έβλεπα την πραγματικότητα να εισβάλλει τόσο βίαια στη ζωή μας — ακόμη και στο ίδιο το σινεμά, στον τρόπο που βλέπουμε ταινίες και αντιλαμβανόμαστε την ψυχαγωγία. Υπάρχουν φορές που αισθάνομαι άσχημα που βρίσκομαι στην προνομιούχα θέση να μπορώ να κάνω τη δουλειά μου, να βλέπω ταινίες και να τις μοιράζομαι, ενώ σε άλλα σημεία του κόσμου συμβαίνουν πράξεις τεράστιας βαρβαρότητας. Πράγματα που θεωρούσαμε δεδομένα ξαναμπαίνουν σε αμφισβήτηση, και μάλιστα με βίαιο τρόπο. Δεν είναι δυνατόν το 2026 να ακούμε ότι μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας διώκονται, ότι συμβαίνουν περιστατικά βίας, και να μη μας αγγίζει. Επειδή το σινεμά είναι ένα εργαλείο που μπορεί με πολύ άμεσο τρόπο να μεταφέρει κάποια πράγματα, προσπαθώ μέσω αυτού να γίνεται το φεστιβάλ ένα βήμα για ανοιχτό κοινωνικοπολιτικό διάλογο. Δεν είμαστε δογματικοί ούτε απόλυτοι. Πιστεύουμε πάρα πολύ στον ψύχραιμο διάλογο και στο μοίρασμα. Η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει πια τη φαντασία και τη μυθοπλασία. Το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αφήνουμε την πόρτα ανοιχτή για να μπει η πραγματικότητα στο φεστιβάλ.

Σε μια περίοδο πολέμων, αυταρχισμού και κοινωνικού διχασμού, τι μπορεί πράγματι να κάνει ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ;
Πριν από δύο χρόνια αντιμετωπίσαμε ένα πολύ σοβαρό ζήτημα με μια ταινία. Χρειάστηκε να αποσυρθεί από το φεστιβάλ, κάτι που δεν είχε ξανασυμβεί ποτέ στα χρονικά του, και για μένα ήταν ένα τεράστιο πλήγμα, και προσωπικά. (Ήταν το ντοκιμαντέρ «Russians at War» της Αναστασίας Τροφίμοβα). Ένα φεστιβάλ πρέπει να μπορεί να τοποθετείται ανοιχτά και να προσφέρει χώρο στις ταινίες. Αν μπορεί να βοηθήσει μια ταινία να τη δει περισσότερος κόσμος, αυτό πρέπει να κάνει. Και, κυρίως, να προσφέρει μια ασφαλή ζώνη διαλόγου για οτιδήποτε. Μέσα σε αυτή τη ζώνη να χωρούν οι πάντες: όλοι, όλες, όλα. Αυτό είναι το σημαντικό για μένα.

Η ταινία All of us strangers ήταν η τελευταία προβολή που έγινε στο Ιντεάλ στο πλαίσιο των Νυχτών Πρεμιέρας — η απολύτως τελευταία προβολή. Είδα τον κόσμο να βγαίνει έξω κλαίγοντας και να αγκαλιάζεται και είπα: αυτή είναι η ελπίδα που υπάρχει στον κόσμο. Όσο ακόμη άνθρωποι αγκαλιάζονται και μοιράζονται τη συγκίνηση, υπάρχει ακόμη ελπίδα.

Παρότι οι Νύχτες Πρεμιέρας είναι πια ένας θεσμός 32 ετών, εξακολουθούν να έχουν κάτι παράξενα χειροποίητο. Και εσύ πολλές φορές μοιάζεις περισσότερο με έναν ενθουσιώδη εθελοντή παρά με τον καλλιτεχνικό διευθυντή. Είναι κάτι που προστατεύεις συνειδητά;
Το φεστιβάλ αυτό πάντοτε, με πολύ λίγους ανθρώπους και πολύ λίγα μέσα, κατάφερνε πάρα πολλά. Έχει ανθρώπους που δουλεύουν επί σειρά ετών μέσα σε μια συνθήκη οικογένειας. Κάθε παιδί είναι στην κυριολεξία ένα τμήμα. Σε άλλα φεστιβάλ ένα τέτοιο τμήμα μπορεί να απασχολεί τριάντα ή σαράντα ανθρώπους. Εδώ μπορεί να είναι ένας άνθρωπος και να φέρει όλη την ευθύνη.
Αυτοί οι άνθρωποι είναι εκεί επειδή αγαπούν πάρα πολύ αυτό που κάνουν και είναι διατεθειμένοι να φτάσουν σε επίπεδα αυτοθυσίας. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα ήταν πέρσι, όταν το φεστιβάλ έφτασε πολύ κοντά στο να μην πραγματοποιηθεί, επειδή έχασε την επιχορήγηση που περίμενε. Αντί να το εγκαταλείψουν, τα παιδιά έβαλαν τα δυνατά τους, στερήθηκαν χρόνο από συντρόφους και οικογένειες και το φεστιβάλ έγινε. Έτσι ξεκίνησε το φεστιβάλ. Έτσι το ξεκίνησε ο Γιώργος Τζιώτζιος: με νέα, πωρωμένα παιδιά, που ήξεραν ότι θα το φέρουν εις πέρας επειδή το πίστευαν και το αγαπούσαν. Αυτή είναι η συνθήκη που κρατάει το φεστιβάλ ζωντανό: γίνεται με αγάπη. Όταν μετά το τέλος μιας προβολής βλέπεις τον κόσμο να βγαίνει χαμογελαστός και να σε ρωτάει τι να δει μετά, ξέρεις ότι έχεις βάλει ένα μικρό κομματάκι σε αυτόν τον ρημάδι τον κόσμο. Αυτό θέλω να εξακολουθεί να υπάρχει. Κι εγώ, πέρα από αυτό που λες ότι είμαι πάντοτε ένας εθελοντής, υπήρξα πάντοτε ένας θεατής. Πηγαίνω στις προβολές, είμαι στις αίθουσες, παρακολουθώ τι γίνεται, αφουγκράζομαι το κοινό. Στις προβολές του φεστιβάλ μονίμως κάθομαι πίσω, όρθιος, προσπαθώντας να δω την ταινία μέσα από τα μάτια του κοινού. Και χαίρομαι που δεν το έχω χάσει.

Μετά από τόσες χιλιάδες ταινίες, μπορεί ακόμη το σινεμά να σου ραγίσει την καρδιά;
Είμαι δύσκολος σε αυτό. Πολύ δύσκολα θα κλάψω και θα καταρρεύσω σε μια ταινία. Αλλά μπορεί ακόμη μια σκηνή να μου ραγίσει την καρδιά ή να μου προκαλέσει συναισθήματα που μόνο όταν ερωτεύεσαι έχεις. Θυμάμαι όταν είδαμε το All of Us Strangers. Είχαμε ζητήσει να παίξουμε την ταινία και είχε έρθει από το εξωτερικό μια κόπια για να τη δούμε. Ήμασταν τρεις άνθρωποι σε μια μικρή αίθουσα, ένα πρωί τέλη Αυγούστου. Τελείωσε η ταινία, βγήκε ο άνθρωπος που έκανε την προβολή και του ζητήσαμε να χαμηλώσει τα φώτα, γιατί δεν μπορούσαμε να σηκωθούμε από τις θέσεις μας από το κλάμα. Το κουβαλούσα όλη την ημέρα. Πήγα μετά στο γραφείο και με είδαν κλαμένο, σαν να είχε πεθάνει κάποιος. Τους έλεγα: «Δεν μπορώ να το μοιραστώ ακόμη μαζί σας, αλλά ανυπομονώ να το μοιραστώ με το κοινό». Είτε αρέσει είτε δεν αρέσει, εμένα αυτή η ταινία με ισοπέδωσε. Με συντάραξε αυτός ο άνθρωπος που συναντούσε τα φαντάσματα των γονιών του για να τους πει τα πράγματα που δεν μπόρεσε ποτέ να τους πει όσο ζούσαν. Ακόμη και τώρα που το σκέφτομαι, με πιάνουν τα κλάματα. Η ταινία ήταν η τελευταία προβολή που έγινε στο Ιντεάλ στο πλαίσιο των Νυχτών Πρεμιέρας — η απολύτως τελευταία προβολή. Είδα τον κόσμο να βγαίνει έξω κλαίγοντας και να αγκαλιάζεται και είπα: αυτή είναι η ελπίδα που υπάρχει στον κόσμο. Όσο ακόμη άνθρωποι αγκαλιάζονται και μοιράζονται τη συγκίνηση, υπάρχει ακόμη ελπίδα.

Υπάρχει μια εικόνα από τα χρόνια του φεστιβάλ που κουβαλάς περισσότερο από τις άλλες;
Την πρώτη χρονιά που ανέλαβα, το 2016, η τελετή λήξης του φεστιβάλ ήταν στο Ιντεάλ. Όταν τελείωσε η ταινία, τα παιδιά που δούλευαν στο φεστιβάλ είχαν βγει όλα έξω και έκλαιγαν από συγκίνηση. Έχω δει να κλαίνε από νεύρα, από εξάντληση, από στενοχώρια. Αλλά να τους βλέπω να κλαίνε επειδή τελείωσε ένα φεστιβάλ που είχαν κάνει με τόσο κόπο, αγκαλιασμένους και συγκινημένους, είναι μια εικόνα που θα κουβαλάω για πάντα — είτε είμαι στο φεστιβάλ είτε δεν είμαι.
Αυτό το φεστιβάλ είναι μια καρδιά. Είναι η καρδιά κάποιων ανθρώπων, είναι η καρδιά των θεατών και είναι και η καρδιά της πόλης. Αυτή η καρδιά είναι ακόμη ζωντανή. Και θεωρώ ότι αυτό είναι το μεγάλο κατόρθωμα των Νυχτών Πρεμιέρας: ότι κάθε χρόνο ο κόσμος τις περιμένει, ότι μέσα στα χρόνια κατάφεραν να γίνουν και θεσμός και αγαπημένη συνήθεια.

 

Το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας συνεχίζεται έως και τις 11 Οκτωβρίου 2026,  powered by ΕΚΚΟΜΕΔ (Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας), με Χρυσό Χορηγό τη ΔΕΗ και σε συνδιοργάνωση με τον ΟΠΑΝΔΑ (Οργανισμό Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας και Δήμου Αθηναίων).
Δείτε εδώ το πρόγραμμα προβολών.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below