Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Από τον Λευτέρη Τρίγκα

Το Bumble κατάργησε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους κανόνες στην ιστορία των εφαρμογών γνωριμιών. Από τον Αύγουστο του 2026, σε μια ετερόφυλη γνωριμία μπορεί πλέον οποιοσδήποτε από τους δύο να στείλει πρώτος μήνυμα. Τέλος δηλαδή στην αρχή «οι γυναίκες κάνουν την πρώτη κίνηση», πάνω στην οποία η εφαρμογή έχτισε μεγάλο μέρος της ταυτότητάς της από το 2014. Παράλληλα, ο χρόνος για να απαντήσει κανείς σε μια νέα γνωριμία αυξήθηκε από 24 σε 72 ώρες. Τρεις ολόκληρες ημέρες για ένα «γεια». Αν αυτό δεν αποτελεί μικρό κοινωνιολογικό εύρημα για το πώς φλερτάρουμε σήμερα, δεν ξέρω τι αποτελεί.

Η αλλαγή θα μπορούσε να περάσει ως μια επιχειρηματική είδηση από τον κόσμο της τεχνολογίας. Έχει όμως περισσότερο ενδιαφέρον ως σύμπτωμα. Γιατί το ερώτημα δεν είναι αν έπρεπε εξαρχής να στέλνουν πρώτες οι γυναίκες. Ούτε αν τώρα πρέπει να αναλάβουν ξανά οι άντρες. Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ απλούστερο: «Ποιος θα κάνει τελικά την πρώτη κίνηση;».

Κανείς; Το 2004, πολύ πριν μάθουμε να αναλύουμε την ερωτική μας ζωή μέσα από εφαρμογές, αλγόριθμους και ατελείωτες συνομιλίες στο κινητό, ο Μιχάλης Χατζηγιάννης τραγουδούσε στην «Ακατάλληλη Σκηνή»: «Ποιος από τους δυο τολμάει αυτήν την πρώτη-πρώτη κίνηση». Οι στίχοι της Ελεάνας Βραχάλη ακούγονται σήμερα σχεδόν προφητικοί.

Είκοσι δύο χρόνια αργότερα έχουμε περισσότερους τρόπους από ποτέ να βρούμε κάποιον, να μάθουμε τα πάντα γι’ αυτόν και να του μιλήσουμε. Μπορούμε να ανακαλύψουμε πού πήγε διακοπές το 2022, ποιον ακολουθεί, ποιοι είναι οι φίλοι του, τι μουσική ακούει, πού βγήκε το Σάββατο. Μπορούμε μέχρι και να ζητήσουμε από την Τεχνητή Νοημοσύνη να μας γράψει τι να του στείλουμε. Να πάμε όμως μέχρι το απέναντι τραπέζι και να πούμε «γεια»; Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα, που λέει άλλος καλλιτέχνης.

Από τον Χίθκλιφ στο «διαβάστηκε»

Κάποτε η ερωτική λογοτεχνία είχε τον Χίθκλιφ και την Κάθριν Έρνσο. Είχε ανθρώπους που κατέστρεφαν ζωές, περιουσίες και ολόκληρες οικογένειες επειδή ερωτεύτηκαν. Δεν λέω ότι ήταν υγιές. Λέω ότι υπήρχε μια κάποια αποφασιστικότητα. Σήμερα το σύγχρονο ζευγάρι μοιάζει περισσότερο με τον Οδυσσέα και την Πηνελόπη. Ο ένας περιμένει τον άλλον να στείλει.

Και περιμένει. Και περιμένει λίγο ακόμα. Στο μεταξύ εμφανίζονται Κύκλωπες, Λαιστρυγόνες, Σειρήνες, πρώην σύντροφοι, ψυχολογικά τραύματα, φόβος δέσμευσης, συμβουλές φίλων και ένας αλγόριθμος που σου παρουσιάζει άλλους σαράντα ανθρώπους προτού προλάβεις να αποφασίσεις αν σου αρέσει πραγματικά εκείνος που έχεις μπροστά σου. Πιο εύκολα περνά κανείς από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη παρά φτάνει στην ερωτική του Ιθάκη. Η ερωτική λογοτεχνία μετατράπηκε σε ομηρικό έπος, μόνο που αυτή τη φορά ο Οδυσσέας έχει Wi-Fi και παρ’ όλα αυτά δεν απαντά.

Έχουμε συνηθίσει σχεδόν τα πάντα γύρω μας να προσαρμόζονται στις προτιμήσεις μας. Η πλατφόρμα ξέρει τι θέλουμε να ακούσουμε. Ο αλγόριθμος μαθαίνει ποια πρόσωπα, ποια σώματα, ποια σπίτια και ποια ταξίδια κρατούν το βλέμμα μας στην οθόνη. Και ύστερα εμφανίζεται ένας πραγματικός άνθρωπος.

Τα οικονομικά στοιχεία των ίδιων των εφαρμογών δείχνουν ότι κάτι έχει αλλάξει. Τα έσοδα της εφαρμογής Bumble μειώθηκαν κατά 14,7% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, ενώ ήδη από το πρώτο τρίμηνο η εταιρεία μιλούσε ανοιχτά για μια νέα στρατηγική που θα βοηθούσε τους χρήστες να φτάνουν πιο γρήγορα σε πραγματικά ραντεβού.

Και αυτή η τελευταία φράση έχει ενδιαφέρον: πραγματικά ραντεβού.

Γιατί κάπου στην πορεία καταφέραμε κάτι εντυπωσιακό. Δημιουργήσαμε τεχνολογία αποκλειστικά για να γνωρίζουμε ανθρώπους και τελικά μπορούμε να περνάμε ώρες μέσα σε αυτή χωρίς να γνωρίσουμε κανέναν. Οι εφαρμογές μάς έδωσαν την αίσθηση της ανεξάντλητης επιλογής. Πίσω από το επόμενο σύρσιμο του δαχτύλου στην οθόνη μπορεί πάντα να βρίσκεται κάποιος λίγο πιο όμορφος, λίγο πιο αστείος, λίγο πιο έξυπνος, λίγο περισσότερο «για εμάς». Έτσι, αντί να γνωρίζουμε, αξιολογούμε. Αντί να επιλέγουμε, συγκρίνουμε. Και αντί να ρισκάρουμε μια αμήχανη στιγμή, μπορούμε απλώς να συνεχίσουμε προς τα κάτω. Έτσι κι αλλιώς, το σκρολάρισμα είναι ίσως η κίνηση που εξασκούμε περισσότερο μέσα στην ημέρα.

Και έξω από την οθόνη τα πράγματα δεν είναι πολύ καλύτερα. Το να πλησιάσεις έναν άγνωστο σε ένα μπαρ μοιάζει σχεδόν με κοινωνική παράβαση. Πριν καν μιλήσουμε, έχουμε ήδη αρχίσει να αναρωτιόμαστε: Γιατί ήρθε; Τι θέλει; Είναι περίεργος; Μήπως είναι καλύτερα να με βρει στο Instagram;

Το φλερτ απέκτησε έναν ολόκληρο άγραφο κανονισμό. Πρέπει να δείξεις ενδιαφέρον, αλλά όχι υπερβολικό. Να απαντήσεις, αλλά όχι αμέσως. Να είσαι διαθέσιμος, χωρίς να φαίνεσαι διαθέσιμος. Να έχεις απαιτήσεις, όρια, αυτογνωσία, ανεξαρτησία και, ιδανικά, ψυχοθεραπευτή. Να μη βομβαρδίζεις τον άλλον με μηνύματα, αλλά ούτε να εξαφανίζεσαι. Να μη δείξεις ενθουσιασμό πολύ νωρίς, αλλά ούτε αδιαφορία. Το σύγχρονο φλερτ μοιάζει με εξετάσεις για τις οποίες κανείς δεν μας έδωσε την ύλη. Και κάπου εδώ έρχεται η προσωπική μου αγαπημένη λεπτομέρεια.

Κάθε φορά που κάποιος με ρωτάει πώς γνώρισα τον σύντροφό μου και απαντάω ότι του την έπεσα εγώ σε ένα μπαρ, βλέπω για μερικά δευτερόλεπτα την ίδια έκπληξη στο πρόσωπό του.

Σε μπαρ; Ναι. Χωρίς να τον ξέρεις; Οχι. Και απλώς πήγες και του μίλησες; Ναι.

Σαν άλλος εκπρόσωπος του παλιού γκρικ καμακιού, πήγα και του μίλησα. Χωρίς να έχω προηγουμένως ελέγξει το Instagram του, τους κοινούς μας φίλους, τις διακοπές του τα τελευταία τρία χρόνια και αν υπάρχει κάποιο ύποπτο επαναλαμβανόμενο πρόσωπο στις φωτογραφίες του.

Δεν το έκανα επειδή είμαι ιδιαιτέρως θαρραλέος. Μου άρεσε. Ήταν εκεί. Ήμουν κι εγώ εκεί. Για ένα σύντομο διάστημα στην ανθρώπινη ιστορία αυτά θεωρούνταν επαρκείς προϋποθέσεις για να γνωρίσεις κάποιον. Σήμερα η ιστορία ακούγεται περίπου σαν να γνωριστήκαμε σε υπεραστικό λεωφορείο και να ανταλλάξαμε διευθύνσεις για να αλληλογραφούμε. Και τώρα μπορούμε να ερωτευτούμε κάποιον που δεν υπάρχει. Πάνω λοιπόν που κουραστήκαμε να μιλάμε μεταξύ μας, εμφανίστηκε ένας συνομιλητής που είναι πάντοτε διαθέσιμος. Η Τεχνητή Νοημοσύνη.

Το 2026, έρευνα στις ΗΠΑ του Elon University έδειξε ότι το 27% των ενήλικων χρηστών του Διαδικτύου χρησιμοποιεί συστήματα ΑΙ και για κοινωνικές, προσωπικές ή συναισθηματικές συζητήσεις. Περίπου ένας στους τρεις από αυτούς μάλιστα θεωρεί το πρόγραμμα με το οποίο συνομιλεί ένα είδος φίλου. Μια διαφορετική έρευνα του Pew Research Center βρήκε ότι ένας στους πέντε Αμερικανούς κάτω των 30 ετών έχει στραφεί σε τέτοια συστήματα για συναισθηματική υποστήριξη ή συμβουλές. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία για να καταλάβεις την έλξη. Η Τεχνητή Νοημοσύνη απαντάει. Δεν έχει κακή μέρα στη δουλειά. Δεν χρειάζεται να συντονίσετε δύο ημερολόγια για να καταφέρετε να πιείτε ένα ποτό σε δεκαεπτά ημέρες. Δεν κουράζεται αν της πεις την ίδια ιστορία τρεις φορές. Δεν έχει έναν πρώην με τον οποίο «έχουν εξαιρετικές σχέσεις πλέον». Δεν εξαφανίζεται για τέσσερις ημέρες και επιστρέφει με ένα «σόρι, έπηξα». Κυρίως, όμως, o AI γκόμενος δεν σε αναγκάζει να εκτεθείς με τον ίδιο τρόπο που σε αναγκάζει ένας πραγματικός άνθρωπος. Και ίσως εδώ βρίσκεται ένα μέρος του προβλήματος.

Έχουμε συνηθίσει σχεδόν τα πάντα γύρω μας να προσαρμόζονται στις προτιμήσεις μας. Η πλατφόρμα ξέρει τι θέλουμε να ακούσουμε. Η τηλεόραση μάς προτείνει τι να δούμε. Ο αλγόριθμος μαθαίνει ποια πρόσωπα, ποια σώματα, ποια σπίτια και ποια ταξίδια κρατούν το βλέμμα μας στην οθόνη. Το φαγητό φτάνει στην πόρτα μας με μερικά αγγίγματα.

Και ύστερα εμφανίζεται ένας πραγματικός άνθρωπος. Με δικό του πρόγραμμα. Δικές του επιθυμίες. Δικές του ανασφάλειες. Κακό χιούμορ κάποιες ημέρες. Παρελθόν. Φίλους που ίσως δεν μας αρέσουν. Επιθυμίες που δεν συμπίπτουν πάντοτε με τις δικές μας.

Το φλερτ δεν χρειάζεται να επιστρέψει σε κάποια φανταστική παλιά εποχή όπου οι άνθρωποι ήταν πιο τολμηροί, οι άντρες έστελναν λουλούδια και όλοι γνωρίζονταν τυχαία σε βιβλιοπωλεία. Τα πράγματα δεν ήταν ποτέ τόσο απλά. Ούτε χρειάζεται να ξαναμοιράσουμε ρόλους και να αποφασίσουμε ποιο φύλο οφείλει να κάνει τι.

Τι τρομερή ταλαιπωρία. Δεν σταματήσαμε, βέβαια, να θέλουμε τον έρωτα. Το αντίθετο. Ίσως δεν έχουμε μιλήσει ποτέ περισσότερο γι’ αυτόν. Αναλύουμε τις σχέσεις μας, τις κατηγοριοποιούμε, ψάχνουμε τα σημάδια, συζητάμε επί ώρες με φίλους για μια τελεία σε ένα μήνυμα, ζητάμε συμβουλές από αγνώστους στο Διαδίκτυο και πλέον μπορούμε να δώσουμε ολόκληρη τη συνομιλία μας σε ένα πρόγραμμα ΑΙ για να μας πει «τι εννοούσε πραγματικά».

Έχουμε γίνει εξαιρετικοί στη θεωρία του έρωτα. Στην πράξη, όμως, μοιάζουμε όλο και πιο φοβισμένοι. Γιατί η πρώτη κίνηση περιέχει κάτι που κανένας αλγόριθμος δεν έχει καταφέρει να εξαλείψει: την πιθανότητα να φας τα μούτρα σου. Μπορεί να πας στο απέναντι τραπέζι και ο άλλος να μη θέλει. Μπορεί να στείλεις μήνυμα και να μη σου απαντήσει. Μπορεί να πεις «μου αρέσεις» και να μην ακούσεις το ίδιο. Μπορεί να φιλήσεις κάποιον και να αποδειχθεί λάθος.

Ή, ακόμα χειρότερα, μπορεί να αποδειχθεί σωστό. Και τότε θα πρέπει να κάνεις κάτι πολύ πιο τρομακτικό από το να πλησιάσεις έναν άγνωστο σε ένα μπαρ: να νοιαστείς πραγματικά.

Το φλερτ δεν χρειάζεται να επιστρέψει σε κάποια φανταστική παλιά εποχή όπου οι άνθρωποι ήταν πιο τολμηροί, οι άντρες έστελναν λουλούδια και όλοι γνωρίζονταν τυχαία σε βιβλιοπωλεία. Τα πράγματα δεν ήταν ποτέ τόσο απλά. Ούτε χρειάζεται να ξαναμοιράσουμε ρόλους και να αποφασίσουμε ποιο φύλο οφείλει να κάνει τι.

Χρειάζεται ίσως κάτι πολύ λιγότερο θεαματικό. Να ξαναμάθουμε να αντέχουμε λίγη αμηχανία. Να σηκώνουμε για λίγο τα μάτια από την οθόνη. Να μη χρειάζεται να γνωρίζουμε τα πάντα για κάποιον πριν του πούμε το όνομά μας. Να μην αντιμετωπίζουμε κάθε καινούρια γνωριμία ως διαδικασία επιλογής προσωπικού. Και, κυρίως, να δεχτούμε ότι το να δείξεις ενδιαφέρον δεν αποτελεί ήττα σε κάποια αόρατη διαπραγμάτευση ισχύος.

Μερικές φορές ένας άνθρωπος απλώς σου αρέσει. Και τότε πρέπει κάποιος να κάνει κάτι γι’ αυτό.

Μια λέξη. Ένα βλέμμα. Ένα «γεια». Έτσι, για αρχή. Γιατί η Ελεάνα Βραχάλη είχε τελικά δίκιο. Κάποιος από τους δύο πρέπει να τολμήσει την πρώτη κίνηση. Διαφορετικά η σκηνή δεν πρόκειται να γίνει ποτέ ακατάλληλη. Θα μείνει απλώς στο «διαβάστηκε».

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below