Η Λένα είναι 20 χρόνων και ζει με την οικογένειά της σε μια γειτονιά της Αθήνας. Δουλεύει σε ένα τοπικό σούπερ μάρκετ και προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της, μέσα σε ένα σπίτι όπου η ένταση είναι στο καθημερινό πρόγραμμα. Ονειρεύεται μια νέα αρχή, σε ένα δικό της σπίτι, κάπου όπου θα μπορεί να ανασάνει. Όταν όμως χάνει τη δουλειά της και ανακαλύπτει ότι είναι έγκυος, όλα όσα θεωρούσε ήδη δύσκολα γίνονται σχεδόν ακατόρθωτα, ενώ ανακαλύπτει πόσο σκληροί μπορούν να γίνουν οι άνθρωποι γύρω της.

Αυτές είναι οι «Μικρές Ανάσες» (Life in a Beat), η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Αμέρισσας Μπάστα, μια ιστορία ενηλικίωσης μέσα στην απάνθρωπη πραγματικότητα της σύγχρονης πόλης. Η ταινία, σε σενάριο της σκηνοθέτιδας και του Δημήτρη Νάκου, έκανε τη διεθνή της πρεμιέρα στο 30ό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Σόφιας τον Μάρτιο, μετά τη συμμετοχή της στο διαγωνιστικό τμήμα του 66ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου απέσπασε το βραβείο Crew United, καθώς και τα βραβεία Κοινού τόσο στην κατηγορία Meet the Neighbours όσο και στο ελληνικό πρόγραμμα. Πρωταγωνιστούν: Ελίνα Τσιορμπατζή, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Τζέο Πακίτσας, Δημήτρης Κίτσος, Luli Bitri, Μαρίνα Μακρή, Γιώργος Πυρπασόπουλος.

Η Αμέρισσα Μπάστα, απόφοιτος του Τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου και του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Πολιτιστική Διαχείριση» του ίδιου τμήματος, έχει σκηνοθετήσει πέντε ταινίες μικρού μήκους: «Χρήστος και Δήμητρα» (2015), «Εβίβα» (2014), «Ο Χριστός σταμάτησε στου Γκύζη» (2013), «Η Στέλλα και εγώ» (2012) και «Μονάδα» (2010) και έχει συμμετάσχει σε αρκετές ακόμη παραγωγές ως βοηθός σκηνοθέτη. Όταν τη ρωτάς αν έχει αγαπημένη γυναίκα σκηνοθέτη, σου απαντά ότι αγαπά τις Chloe Zhao και Andrea Arnold πολύ και εξίσου!
Γιατί «Μικρές ανάσες»;
Οι «Μικρές ανάσες» είναι αυτό που χρειάζονται όλοι οι ήρωες και οι ηρωίδες της ιστορίας μας για να αντιμετωπίσουν το ασφυκτικό περιβάλλον τους. Ο τίτλος προέκυψε από μια όμορφη συζήτηση με τον Αντώνη Τσιοτσιόπουλο, που ενσαρκώνει τον πατέρα της πρωταγωνίστριας, και κατάφερε να χωρέσει τις σκέψεις και τα συναισθήματα της ταινίας σε δύο λέξεις. (Τον λέμε νονό της ταινίας πλέον).

Δεν με ενδιέφερε να καταδικάσω ή να εξιδανικεύσω τη μητρότητα, αλλά να μιλήσω για τις αντιφάσεις που τη συνοδεύουν. Ζούμε σε μια κοινωνία που συχνά υμνεί τη μητέρα ως σύμβολο, χωρίς όμως να καταφέρνει να υποστηρίξει ουσιαστικά τη γυναίκα σε αυτό τον ρόλο.
Οι «Μικρές ανάσες» είναι αποτέλεσμα συνεργασίας μιας καταπληκτικής ομάδας. Θα ήθελα να σταθούμε σε μερικές από τις γυναίκες της ομάδας, όπως η παραγωγός της. Τι σημαίνει να έχεις μία γυναίκα παραγωγό; Διαφοροποιεί αυτό κάπως τη συνεργασία, εκτός από επαγγελματισμός, υπάρχει και περισσότερο νιάξιμο;
H Ιωάννα Σουλτάνη είναι ένας εκπληκτικός άνθρωπος, χαίρομαι πάρα πολύ για αυτή την ερώτηση σου, γιατί θεωρώ ότι δεν φωτίζεται αρκετά η δουλειά των παραγωγών στις ταινίες, που είναι πολύ σημαντική και μου δίνεις την ευκαιρία να πω λίγα λόγια. Έχουμε συνεργαστεί και παλιότερα με τη μικρού μήκους ταινία μου «Όχι αύριο», γνωριζόμαστε πολλά χρόνια έτσι και αλλιώς, είναι από τα πιο θετικά και χαμογελαστά άτομα που μπορείς να βρεις στο χώρο αυτό. Το νιάξιμο είναι δεδομένο και αμοιβαίο, αλλά υπάρχει και εμπιστοσύνη, αλληλοϋποστήριξη, κατανόηση, εντιμότητα, σίγουρα η γυναικεία ματιά της είναι μια πιο ευαίσθητη ματιά. Σημαντικό είναι να πούμε ότι έχουμε γυναίκα διευθύντρια φωτογραφίας, τη Χριστίνα Μουμούρη, καθώς και αρκετές ακόμα γυναίκες στο Crew, τις Rectifier (Μαίρη Μαρμαρινού και Ιωάννα Παπαδόγιαννη) στο σκηνογραφικό και τη Ματίνα Μαυραγάνη στα κοστούμια, την Αντιγόνη Καπάκα 1st AD, ένα team με πολύ έντονη γυναικεία συμμετοχή συνολικά.

Πώς βρήκες τη φοβερή πρωταγωνίστριά σου και σε τι βαθμό τα πλάνα ακολούθησαν τη θαυμάσια κοτσίδα της; Εννοώ με ποιο τρόπο η ενέργεια μιας ηθοποιού έρχεται και κουμπώνει με το σενάριο;
Την Ελίνα την γνωρίσαμε από την εκπληκτική ταινία μικρού μήκους «Τα τσουλάκια» που μας είχε εντυπωσιάσει στο φεστιβάλ Δράμας πριν λίγα χρόνια. Από την πρώτη πρόβα, την πρώτη δοκιμή που κάναμε φάνηκε η δυναμική της, η αφοπλιστική της φυσικότητα και η δυνατότητά της να σηκώσει μια ταινία ολόκληρη, με την κάμερα πάνω της σε κάθε σκηνή. Είναι ένα παιδί που φέρνει θετική ενέργεια στο σετ και επίσης έχει μια εξαιρετική αλληλεπίδραση με τους άλλους και τις άλλες ηθοποιούς, λειτούργησε πολύ ομαδικά με ηθοποιούς από εντελώς διαφορετικά κινηματογραφικά και θεατρικά σύμπαντα.

Τόσο με τον Δημήτρη Κίτσο όσο και με τους ηθοποιούς στους ρόλους της οικογένειας της πρωταγωνίστριας –Αντώνη Τσιοτσιόπουλο, Luli Bitri, Περικλή Καραγέωργα– η χημεία τους ήταν πολύ καλή και νιώθουμε ότι οι σχέσεις και οι εντάσεις αποδόθηκαν με αρκετά ουσιαστικό και ρεαλιστικό τρόπο.
Το ζήτημα της αντιμετώπισης ενός απρόσμενου ή δύσκολου ερχομού στον κόσμο είναι προσωπικό, αλλά περιέχει και μια κοινωνική και πολιτική διάσταση, ήθελα η ταινία να ανοίγει έναν ειλικρινή διάλογο γύρω από τις σιωπές και τις ευθύνες που υπάρχουν γύρω από αυτό.
Όσο για την πυρήνα της ταινίας, που σιγοκαίει μέσα του το ερώτημα, δίλημμα και τελικό μείζον κοινωνικό ζήτημα του ερχομού στον κόσμο ενός (ανεπιθύμητου από πολλούς) παιδιού, γιατί διάλεξες να μιλήσεις γι αυτό; Ήθελες η ταινία να λειτουργεί σαν αφυπνιστικό χαστούκι στην ωραιοποίηση της μητρότητας και την υποκρισία μίας κοινωνίας που δεν κάνει τίποτα για να προστατέψει μία νέα μητέρα;
Δεν με ενδιέφερε να καταδικάσω ή να εξιδανικεύσω τη μητρότητα, αλλά να μιλήσω για τις αντιφάσεις που τη συνοδεύουν. Ζούμε σε μια κοινωνία που συχνά υμνεί τη μητέρα ως σύμβολο, χωρίς όμως να καταφέρνει να υποστηρίξει ουσιαστικά τη γυναίκα πίσω από αυτόν τον ρόλο. Το ζήτημα της αντιμετώπισης ενός απρόσμενου ή δύσκολου ερχομού στον κόσμο είναι προσωπικό, αλλά περιέχει και μια κοινωνική και πολιτική διάσταση, ήθελα η ταινία να ανοίγει έναν ειλικρινή διάλογο γύρω από τις σιωπές και τις ευθύνες που υπάρχουν γύρω από αυτό. Ταυτόχρονα, το θέμα της αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση, τόσο στις ΗΠΑ όσο και σε κάποιες Ευρωπαϊκές χώρες, ακόμη και στην Ελλάδα. Θεωρώ αδιανόητο το γεγονός ότι σήμερα τίθεται ξανά υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα της γυναίκας στην αυτοδιάθεση του σώματός της, κάτι που πιστεύαμε πως είχε κατακτηθεί οριστικά εδώ και δεκαετίες.

Τι σχέση έχεις με τη γενιά των σημερινών εικοσάρηδων;
Με μια προβολή στο μέλλον βλέπω -όχι χωρίς αγωνία- τον γιο μου και την παρέα του σε λίγα χρόνια να είναι σε αυτή τη φάση – με μια ματιά στο παρελθόν θυμάμαι πώς ήμουν τότε εγώ. Προσπαθώ να θυμάμαι ζωντανά εμάς, και να καταλαβαίνω περισσότερο τα παιδιά. Ο κόσμος τους, ο κόσμος μας, αλλάζει κάθε μέρα και τρέχουν για να μείνουν μέσα στο παιχνίδι και να μην είναι απλά θεατές.

Τι σημαίνει (γράφω και) σκηνοθετώ ταινία μεγάλου μήκους, ποια είναι τα logistics που δεν φανταζόσουν πριν το κάνεις;
Σημαίνει ότι έχω να πω μια ιστορία που την πιστεύω και την αγαπώ τόσο βαθιά, που μπορώ να μείνω μαζί της για 5-7 χρόνια τουλάχιστον, ξεπερνώντας κάθε εμπόδιο που θα προκύψει μέσα σε αυτό το διάστημα. 50 άνθρωποι από 5 διαφορετικές χώρες συντονιστήκαμε και δουλέψαμε μαζί έναν Αύγουστο στην Αθήνα, με 40+ βαθμούς τις περισσότερες μέρες, χωρίς διακοπές και μακριά από τους αγαπημένους μας. Τεχνικές δυσκολίες προκύπτουν πάντα, λύνονται με μια ομάδα ενωμένη και συγκεντρωμένη στην ιστορία που θέλουμε να πούμε και στις μικρές μαγικές στιγμές που η χημεία μας μπορεί να δημιουργήσει.

Αμέρισσα, πώς έμπλεξες με το σινεμά; Υπήρξε ίσως μια ταινία που την είδες και είπες, «αυτό θέλω να κάνω»;
Το σινεμά ήταν πάντα η μεγάλη μου αγάπη, μαζί με τη λογοτεχνία ίσως. (σ.σ. Η Αμέρισσα είναι γνωστός και αγαπημένος άνθρωπος της επικοινωνίας στο χώρο του βιβλίου). Μερικές φορές χρειάζεται απλά κάποιος να μας πει ότι μπορούμε αυτό που αγαπάμε και ονειρευόμαστε να το διεκδικήσουμε και κάποτε ίσως να το κερδίσουμε. Για εμένα αυτός ο κάποιος είναι ο Δημήτρης Νάκος, συν-σεναριογράφος στις ταινίες μου, σύντροφός μου και μπαμπάς του Βασίλη. Είμαστε και δημιουργούμε μαζί από την αρχή και ελπίζω να μπλέξουμε πολύ ακόμα στο μέλλον.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες την Πέμπτη 4 Ιουνίου.



