Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα ποσοστά παχυσαρκίας (ανθρώπων με Δείκτη Μάζας Σώματος, ΔΜΣ, άνω του 30) παραμένουν υψηλά: ο μέσος όρος για το 2025, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, για ενήλικες 18 και άνω, ανερχόταν στο 16,3%. Η Ελλάδα, ωστόσο, σε αυτόν τουλάχιστον τον τομέα, έχει σημειώσει μια επιτυχία. Επιδεικνύει, από το 2008 έως το 2025, μια από τις πιο μεγαλύτερες πτώσεις των ποσοστών παχυσαρκίας στην Ευρώπη, από το 17,6% στο 12,8%. Πλέον λοιπόν, με τα νέα δεδομένα, είναι ανάμεσα στις χώρες με τα χαμηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας στην ήπειρο μετά την Ιταλία.
Η Ελλάδα επιδεικνύει, από το 2008 έως το 2025, μια από τις πιο μεγαλύτερες πτώσεις των ποσοστών παχυσαρκίας στην Ευρώπη, από το 17,6% στο 12,8%. Πλέον λοιπόν, με τα νέα δεδομένα, είναι ανάμεσα στις χώρες με τα χαμηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας στην ήπειρο μετά την Ιταλία.
Τα ποσοστά παχυσαρκίας σε ενήλικες στην Ελλάδα δεν παρουσιάζουν σταθερά καθοδική πορεία. Το 2014 ανέρχονταν στο 17%. Το 2017 έπεσαν στο ιστορικό χαμηλό του 11,6%. Το 2019 ανέβηκαν ξανά, στο 16,7%. Το 2022 εμφανίστηκαν για μία ακόμα φορά μειωμένα, στο 11,9%, για να ανεβούν ξανά ελαφρώς έως το 2025. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η γενική τάση είναι μειωτική.
Τι συμβαίνει σε ευρωπαϊκό επίπεδο; Το 35,4% του συνολικού ενήλικου πληθυσμού, σύμφωνα με τη Eurostat, είναι υπέρβαρο (ΔΜΣ: 25-30). Το ποσοστό παχύσαρκων είναι 17,4% στους άντρες και 15,3% στις γυναίκες και υπέρβαρων 41,9% στους άντρες και 29,3% στις γυναίκες. Οι γυναίκες, από την άλλη, είναι πιθανότερο να είμαστε λιποβαρείς (σε ποσοστό 2,9% οι γυναίκες και 1% οι άντρες).
Τα υψηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας στην Ευρώπη για την περσινή χρονιά καταγράφηκαν στη Μάλτα (26,6%) και τα χαμηλότερα στην Ιταλία (7%). Να σημειωθεί εδώ ότι οι δείκτες παχυσαρκίας είναι αυτοί που αξιολογούν τον βαθμό κατάκτησης του τρίτου από τους δεκαεπτά στόχους βιώσιμης ανάπτυξης, για καλή υγεία και ευεξία, που προσδιορίζεται ως «εξασφάλιση υγιούς ζωής και προώθηση της ευημερίας για όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως ηλικίας».



