Τι κοινό έχουν ο Μπιλ Γκέιτς,  η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, ο Αντρέ Αγκάσι, η Μαρία Μενούνος και ο Χιου Τζάκμαν; Πέρα από επιτυχημένοι, ο καθένας στον τομέα του, χρησιμοποιούν διάφορες τεχνικές αυτοβελτίωσης και προσέγγισης της καθημερινότητας. Αυτές συνοψίζονται σε τρία γράμματα: NLP. «Είναι εκπληκτικό πώς το NLP με βοηθά να τα καταφέρνω με το κοινό και να το κινητοποιώ», έχει δηλώσει η Αμερικανίδα παραγωγός και παρουσιάστρια, Όπρα Γουίνφρεϊ, της οποίας οι συμβουλές  – με μορφή αποφθεγμάτων – έχουν κάνει το γύρο του διαδικτύου. Ο Βρετανός ηθοποιός Ράσελ Μπραντ αποδίδει, λίγο-πολύ, στο NLP ότι τον βοήθησε να φτιάξει τη ζωή του και να χτίσει την καριέρα του. Αστέρες του κινηματογράφου, επιχειρηματίες και αθλητές από την Αμερική, την Αυστραλία και τη Βρετανία έχουν να πιστώσουν ένα κομμάτι της επιτυχίας τους στο NLP.

Στη χώρα μας, το NLP, αν και δεν είναι τόσο διαδεδομένο όσο στο εξωτερικό, έχει αποκτήσει το κοινό του και μάλιστα και στο χώρο της τηλεόρασης. Για παράδειγμα, τον Ιανουάριο, σε συνέντευξή του ο Νίκος Μουτσινάς ανέφερε ότι το NLP του «έδωσε δύναμη» να χειριστεί σημαντικές καταστάσεις. Επίσης, εξίσου πρόσφατα ο Πάνος Μουζουράκης έκανε γνωστό πως κάνει NLP, ενώ η Ελένη Μενεγάκη το δοκίμασε on air, με τη δημοσιογράφο Βίκυ Χατζή. Αξίζει να θυμίσουμε, ότι πέρυσι είχε επισκεφθεί την Ελλάδα ένας από τους θιασώτες του NLP, ο συγγραφέας και σύμβουλος επιχειρήσεων Robert Dilts, ο οποίος συμμετείχε σε ημερίδα του Μεγάρου Μουσικής για τη σύγχρονη επιχειρηματικότητα.

Γιατί άραγε το NLP έχει απήχηση στους ανθρώπους της showbiz, των επιχειρήσεων, του αθλητισμού και γενικώς άτομα που προσελκύουν τη δημοσιότητα; Πριν απαντήσουμε σε αυτό, όμως, θα πρέπει να βάλουμε ορισμένα πράγματα στη θέση τους.

Μύθος και αλήθεια

Παρά το γεγονός ότι προβάλλεται έντονα τα τελευταία χρόνια, το NLP (Neuro-lingual programming) ή -στα ελληνικά- «νευρογλωσσικός προγραμματισμός» δεν είναι κάτι καινούριο. Αναπτύχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του ‘70 από τους Ρίτσαρντ Μπάντλερ και Τζον Γκράιντερ, οι οποίοι θέλησαν να επινοήσουν μια πρακτική αλλαγής της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Για να το πετύχουν κατέγραψαν τις μεθόδους ψυχοθεραπευτών, υπνοθεραπευτών και συμβούλων, όπως η Βιρτζίνια Σάτιρ και ο Μίλτον Έρικσον. Η ιδέα τους ήταν ιδιαίτερα απλή: παρατηρώντας τους παράγοντες της επιτυχίας, μπορούμε να μιμηθούμε την αριστεία. Μια πρακτική που υπάρχει σε όλους τους πολιτισμούς της ανθρωπότητας, από τα αρχαία χρόνια. Σκοπός των δύο Αμερικανών ήταν η μοντελοποίηση εκείνων των τεχνικών και πρακτικών που συγκέντρωσαν, σε ένα ενιαίο σύστημα. Ένα σύστημα που θα βοηθά τους ανθρώπους να αλλάζουν προς το καλύτερο την προσέγγισή τους στην καθημερινότητα και τη συμπεριφορά τους, με εφαρμογή στο χώρο της εκπαίδευσης και διά βίου εκπαίδευσης, των επιχειρήσεων και του επαγγελματικού και προσωπικού coaching. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια νέα επιστημονική σχολή της Ψυχολογίας ή κάποια νέα θεραπεία, όπως ευρέως έχει κατηγορηθεί. Είναι αλήθεια ότι η επιστημονική βάση του NLP έχει αμφισβητηθεί, γι’ αυτό κι έχει χαρακτηριστεί ως «ψευδοεπιστήμη» από μερίδα της επιστημονικής κοινότητας. Ωστόσο, αυτό ήταν αναμενόμενο, καθώς είναι πολύ δύσκολο, χρονοβόρο και κοστοβόρο, να σχεδιαστούν μελέτες για τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας του NLP, στο σύνολο των εφαρμογών του και όχι αποκλειστικά -για παράδειγμα- στη μείωση του άγχους. Ταυτόχρονα, τα πεδία στα οποία διαχέεται είναι πραγματικά αμέτρητα και όχι πάντα συμβατά μεταξύ τους: γλωσσολογία, νευροεπιστήμη, εκπαίδευση, μια σειρά κλάδων της ψυχολογίας, οργανωσιακή θεωρία, φιλοσοφία κ.ά.

Όπως αναφέρει η ερευνήτρια και NLP Master practitioner Susie Linder-Pelz, αν θέλουμε να στοιχειοθετήσουμε το NLP «πρέπει να εξετάσουμε πλήθος δεδομένων από ποιοτικές έρευνες και ενδελεχείς συνεντεύξεις με συμβούλους και πελάτες τους» (NLP Coaching – An evidence-based approach for coaches, leaders and individuals, σελ. 113).

Όσο για το… πιασάρικο όνομα, αυτό δεν δόθηκε για λόγους εντυπωσιασμού. Απλώς περιγράφει τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ως πρακτική:

  • Νεύρο: αποδοχή ότι όλες οι συμπεριφορές προκύπτουν από τις νευρολογικές διεργασίες των πέντε αισθήσεων (όραση, ακοή, αφή, γεύση, όσφρηση),
  • Γλωσσικός: αναγνώριση της χρήσης της γλώσσας ως μέσου επικοινωνίας με τον εαυτό μας και με τους άλλους,
  • Προγραμματισμός: αναφορά στον τρόπο που επιλέγουμε να οργανώσουμε τις ιδέες και τις σκέψεις μας για να πετύχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Ο Dilts, στον οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω, μιλώντας στην «Καθημερινή» (3/02/2018), έδωσε έναν αρκετά απλό και παράλληλα όμορφο ορισμό του δικού του συστήματος τεχνικών που βασίζονται στο NLP: Πρόκειται, τόνισε, για «ένα μοναδικό πλέγμα προτύπων, αρχών, τεχνικών και πρακτικών που μπορούν να βελτιώσουν τις πιθανότητες επιτυχίας οποιουδήποτε».

Το NLP στην πράξη

 Όσο περίπλοκο ακούγεται το όνομά του, τόσο απλό είναι στην πράξη. Ο σύμβουλος NLP μάς βοηθά να προγραμματίσουμε τη συμπεριφορά μας, σε συγκεκριμένες συνθήκες, αξιοποιώντας μια σειρά τεχνικών. Θα κλείσουμε τα μάτια και θα φανταστούμε μια συγκεκριμένη εικόνα, θα κινήσουμε το χέρι μας με συγκεκριμένο τρόπο, θα περιγράψουμε αυτό που φανταζόμαστε, θα παραστήσουμε κάτι με το σώμα, θα φέρουμε κατά νου ήχους και ερεθίσματα, που είναι ωφέλιμα τη δεδομένη στιγμή για το στόχο που έχουμε θέσει. Όποτε χρειαστεί, θα επαναλαμβάνουμε αυτή τη διαδικασία στην καθημερινότητά μας, αλλά και θα προχωρούμε σε νέα «προγράμματα» που θα «τρέξουμε» στον εαυτό μας για να καταργήσουμε τα παλιά. Και ποια είναι αυτά τα «παλιά προγράμματα»; Από μικρά χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας μας -πχ. όταν κάποιος φοβάται να μείνει μόνος στο σκοτάδι- μέχρι καθοριστικά στοιχεία της προσωπικότητας -πχ. όταν ένας επαγγελματίας θέλει επιτέλους να αποκτήσει την αυτοπεποίθηση που χρειάζεται για να διαπραγματευτεί αποτελεσματικά στις συνεργασίες του.

Η μητέρα που πασχίζει καθημερινά να βρει την ισορροπία ανάμεσα στην καριέρα και την οικογένεια, ο δικηγόρος που νιώθει ότι οι αγορεύσεις του δεν εκφράζουν το άρτιο σκεπτικό του, ο εργοδότης που θέλει να εμπνεύσει σεβασμό και πειθαρχία στους υπαλλήλους του, η πωλήτρια που αναζητά τρόπους καλύτερης επικοινωνίας με τους πελάτες. Το NLP απευθύνεται σε όλους όσοι επιθυμούν να χειριστούν οι ίδιοι το μυαλό τους και να μην επηρεάζονται από τα λόγια και τα χέρια κάποιου άλλου.

Η δύναμη της συνήθειας

 Επιστρέφοντας στο πρώτο ερώτημα -γιατί οι διάσημοι κάνουν NLP;- η απάντηση μοιάζει πλέον πιο ξεκάθαρη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δουλειά του παρουσιαστή, του εκφωνητή, του ηθοποιού, αλλά και του επιχειρηματία, του πολιτικού, του στελέχους δημοσίων σχέσεων κ.ά., έχουν αυξημένο βαθμό συνεχούς επικοινωνίας με άλλους ανθρώπους και έκθεσης σε κοινό. Άλλωστε, η περιπλοκότητα, σε πολλά επαγγέλματα και αντικείμενα εξειδίκευσης, είναι σημείο των καιρών, τόσο που δεν μπορούμε να τη διαχειριστούμε το ίδιο αποτελεσματικά σε όλες τις φάσεις της ζωής. Σε άλλους προκαλεί άγχος, σε άλλους εξαντλεί τα αποθέματα ενέργειας και άλλους τους εμποδίζει από το να φροντίσουν τους υπόλοιπους τομείς της ζωής τους. Η ιδιότητα του NLP να μην προσθέτει σε αυτή την επιβάρυνση είναι αυτή που το κάνει τόσο ελκυστικό.

Γι’ αυτό έχει αξία να πούμε και τι ΔΕΝ κάνει το NLP:

  • Δεν επικρίνει τα πιστεύω και τις ιδέες μας.
  • Δεν επεμβαίνει εκεί που δεν θέλουμε.
  • Δεν αναμοχλεύει το παρελθόν, αλλά εστιάζει στο παρόν και το μέλλον.
  • Δεν επικεντρώνει σε κάποιο πρόβλημα που πρέπει να λυθεί, αλλά στο στόχο που θέλουμε να επιτευχθεί.

Είναι λοιπόν εξαιρετικά φιλικό προς την ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία και ταυτόχρονα άμεσο, γιατί αφορά απευθείας στο παρόν και το μέλλον. Αυτό αποτελεί μια ειδοποιό διαφορά του NLP σε σχέση με την ψυχοθεραπεία, η οποία καμιά φορά θεωρείται από ορισμένους ανθρώπους μια δύσκολη διαδικασία, διαφορετική, αργή ή ακόμα και «ταμπού».

Έτσι, το NLP, προσφέρει ένα τρόπο δράσης εδώ και τώρα, όπως σίγουρα έχουν ανάγκη τα πρόσωπα της πολιτικής ή των τεχνών, και όχι μόνο. Αξιοποιεί τα εργαλεία του μυαλού και του χαρακτήρα μας για να χτίσει συνήθειες με κατεύθυνση τον επιθυμητό στόχο. Μια σκέψη που, άλλωστε, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, δεν την εφηύρε καν το NLP, αλλά που διατυπώθηκε από τον Αριστοτέλη: «οι αρετές», διανοητικές και ηθικές, «δεν γεννιούνται σε μας από τη φύση ή έξω από αυτήν, αλλά από τη φύση έχουμε τη δυνατότητα να τις αποκτήσουμε και με τη συνήθεια να τις τελειοποιήσουμε» (Ηθικά Νικομάχεια 1103a. 25).

*Η Φωτεινή Καρακάση είναι βιολόγος, σύμβουλος NLP και εναλλακτικών πρακτικών